Μάο τσε Μέρκελ

Μαθαίνω γερμανικά. Το επίπεδό μου βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο καλούτσικα και στο αρκετούτσικα καλά, σίγουρα πάντως κάτι που να τελειώνει σε -ούτσικα. Μπορώ να συνεννοηθώ αρκετά καλά και να κάνω μέρος σε σχετικά απλές φιλοσοφικές συζητήσεις με πολιτικό, κοινωνικό, μουσικό ή σεξουαλικό περιεχόμενο. Οι κατηγορίες ηλικίας όμως με τις οποίες μπορώ να συζητήσω άνετα είναι τα παιδάκια από 4 έως 7 ετών και οι ηλικιωμένοι άνω των 70, οι οποίοι έχουν υποστεί τουλάχιστον ένα καρδιακό επεισόδιο· αυτό συμβαίνει καθώς τα μέλη των δύο αυτών ηλικιακών κατηγοριών μιλούν αργά, για απλά θέματα και συνήθως συγχωρούν λάθη. Αφ’ ενός όμως είναι κάπως δύσκολο να κάνεις έναν 70άρη καρδιακό να ενδιαφερθεί για κάτι που έχεις να του πεις κι αφ’ ετέρου το να μιλάς σε εξάχρονα παιδάκια θα τραβήξει το ενδιαφέρον των οργάνων τήρησης της τάξης.

Ως εκ τούτου είχα τη φαεινή ιδέα, πριν πάω φαντάρος στα 26 μου να ξοδέψω όλα τα χρήματα που έβγαλα τα προηγούμενα τριανταεπτά χρόνια (τριανταεννέα, αν υπολογίσεις τις υπερωρίες) δουλεύοντας μαύρα από ‘δώ, από ‘κεί κι από πιο κάτω. Έτσι γύρω στο Γενάρη επισκέφτηκα το DAAD, το οποίο διαβάζεται «Ντε Α Α Ντε», αλλά εκ του αποτελέσματος, ήτοι για να δεις την έκφραση όσων σε ακούν, συμφέρει να το προφέρεις «Νταάντ». Το DAAD είναι μια υπηρεσία των φίλων μας των Γερμανών που αναλαμβάνει να παίρνει φοιτητές και μαθητές από άλλες χώρες και να τους στέλνει σούμπιτους στη Γερμανία, ενώ διατείνεται ότι κάνει και το αντίθετο, πράγμα που είναι φυσικά μύθος. Η ευγενέστατη και ολιγόλογη κυρία που εργάζεται στο Νταάντ της Αθήνας (γραφεία υπάρχουν επίσης στη Θεσσαλονίκη και στο Σουφλί) μου πρότεινε τη Λειψία με έναν πολύ διακριτικό τρόπο: μου έδωσε φυλλάδια με το αναλυτικό πρόγραμμα κάθε επιπέδου, ημερομηνίες, τιμές, καθώς και το κλασικό φυλλάδιο που διαθέτει κάθε ινστιτούτο ξένων γλωσσών και έχει φωτογραφίες από μαθητές και καθηγητές γελαστούς να τη βρίσκουν πάνω από βιβλία και μπροστά σε πισιά· για τα υπόλοιπα σχετικά ινστιτούτα, μου έδωσε δυο διευθύνσεις στο ίντερνετ να ψάξω κι έτσι νομίζω πως ήταν ξεκάθαρη πως φέτος η κυρία Μέρκελ σπρώχνει Λειψία. Κάτι το οποίο δεν είναι απαραίτητα κακό, αν σκεφτείς πως από πίσω υπάρχει μια κάποιου είδους οργάνωση που κοιτάει κάθε χρόνο ποιος κλαίγεται περισσότερο για λεφτά, τηλεφωνεί στα Νταάντ όλου του κόσμου και λέει «στείλτε εκεί τα θύματα φέτος».

Έτσι λοιπόν, κάπως τυχαία, κάπως μην ξέροντας που πάν’ τα τρία, βρέθηκα στη Λειψία να κάνω μαθήματα γερμανικών στην InterDaF e.V., όπου e.V. βλέπε eingetragener Verein, δηλαδή εγγεγραμμένο σωματείο. Δεν κάνω πλάκα. Η InterDaF βρίσκεται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Herder, το οποίο με τη σειρά του συνεργάζεται με το πανεπιστήμιο της Λειψίας. Όπερ σημαίνει πως πρόκειται για ένα φροντιστήριο της κακιάς ώρας επιπέδου PALSO, αλλά στο γερμανικό αντίστοιχο: είναι ένα κτήριο που πιάνει μισό γερμανικό οικοδομικό τετράγωνο, έχει δώδεκα ορόφους, εκατό αίθουσες, τρία ασύρματα δίκτυα, ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, κανέναν ψύκτη, στελεχώνεται μοναχά από γυναίκες από τη βάση ως την κορυφή της πυραμίδας της ιεραρχίας και στο οποίο μαθαίνουν γερμανικά αποκλειστικά Κινέζοι. Η αναλογία των Κινέζων προς τους μη Κινέζους θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή όταν είναι δέκα προς ένα. Υπάρχουν τάξεις που είναι η καθηγήτρια, δώδεκα Κινέζοι κι ο μαλάκας.

Μας κάνουν μάθημα δύο εξαιρετικές κυρίες της άνω μέσης ηλικίας, των οποίων η εξωτερική όψη σε συνδυασμό με την οικογενειακή κατάσταση δείχνουν ότι ακόμα κι εμείς οι ασχημούληδες έχουμε τρελές ελπίδες στην ανατολική Γερμανία. Οι μαθητές είναι απ’ όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, κατά βάση όμως κι αν το καλοσκεφτεί κανείς οι χώρες καταγωγής τους έχουν ένα κοινό σημείο: είναι χωρισμένες στα δύο ή και στα περισσότερα και το ένα μέρος σφάζει το άλλο (ή τα άλλα), οπότε μαντέψτε από ποιο μέρος προέρχονται τα φυντάνια μας. Εκτός φυσικά από την Κίνα όπου ο καθένας δουλεύει ανάλογα με τις δυνατότητές του και τσεπώνει ανάλογα με τις ανάγκες του, κάτι που είναι εν ολίγοις η απαιτούμενη μαλακία που λέγεται περιοδικά για να περάσει η ώρα. Γενικότερα διαθέτουμε ατραξιόν όπως μια κραγμένη Μολδαβό, ένα Βραζιλιάνο με αίσθηση του χιούμορ ανεπτυγμένη αντιστρόφως ανάλογα με το ποδόσφαιρο στη χώρα του, μια Γιαπωνέζα με φωνή αρνητικών ντεσιμπέλ, που έχει σπουδάσει γερμανική φιλολογία στην Ιαπωνία, παίζει ποδόσφαιρο και θέλει να ανοίξει ζαχαροπλαστείο στη Γερμανία, έναν Σύριο με μπάκα και ροζ μάγουλα και μια στραβοχυμένη Περουβιανή σαραντακάτι ετών, που από ένα σημείο και μετά νομίζεις ότι σε διακόπτει όταν μιλάς επειδή γουστάρει να ζει στο όριο και να προκαλεί τον αγκώνα και το γόνατό σου.

Βεβαίως η άρχουσα τάξη είναι φυσικά οι Κινέζοι. Ο ανυποψίαστος καμμένος θα πρέπει να απομυθοποιήσει τις χυμώδεις Κινέζες με τα πελώρια μπούτια και τα αβυσσαλέα ντεκολτέ που βλέπει στις τσόντες, καθώς αυτές είναι ένα φετίχ τόσο σπάνιο όσο ένας τριχωτός χοντρομπαλάς με δαχτυλίδι στον αφαλό που κρέμεται από μια οικολογική λάμπα Philips δώρο του ΣΚΑΪ, κάνει κακά του και παραλλήλως τον παίρνει από το δεξί ρουθούνι. Οι Κινέζες γενικότερα μοιάζουν περισσότερο με σελιδοδείκτες παρά με τις γυναίκες που βλέπουμε στα περιοδικά. Πρόκειται για κοριτσάκια με καμπύλες σχεδιασμένες με νήμα της στάθμης, με στήθη μεγέθους αγκινάρας (καθαρισμένης φυσικά), ενίοτε με περιποιημένο μουστάκι, οι οποίες προκαλούν κίνηση στο δείκτη της ζυγαριάς μοναχά αν έχουν φορέσει παλτό Μοντγκόμερυ κι έχουν πέσει πριν σε πισίνα. Οι Κινέζοι από τη μεριά τους είναι δημιουργημένοι επειδή η φύση είχε όρεξη για πολύ, μα πολύ χοντρά αστεία. Μπαλαντζάρουν με τρομερή επιτυχία ανάμεσα στο εξαιρετικά αδιάφορο και στο εξαιρετικά ενοχλητικό, ενώ η εξωτερική τους εμφάνιση είναι η δεύτερη τραγωδία μετά την Ορέστεια που σώζεται ολόκληρη και διαθέτει ως μπόνους και το σατυρικό δράμα: π.χ. ένας παχύσαρκος με βλεφαρόπτωση που σπουδάζει γλωσσολογία και τρώει Χάριμπο κι ένας άλλος που πριν μιλήσει γερμανικά ρουφάει στιγμιαία μια μεγάλη ποσότητα αέρα προσομοιώντας ηχητικά το ram air της Kawasaki ZX10R και που έχει 9 μετρημένες διάπαρτες και με διάφορα μήκη τρίχες κάτω από τη μύτη του, τις οποίες συντηρεί προφανώς γιατί ψάχνοντας για το «μουνί» στο λεξικό έπεσε πάνω στη λέξη «μουστάκι» και οι οποίες δίνουν πολλές νέες ιδέες για βασανιστήρια. Σε γενικές γραμμές οι Κινέζοι και των δύο φύλων μιλούν ελεϊνά πολύ και πάντα στη γλώσσα τους, σίγουροι για το ότι δεν τους καταλαβαίνει κανείς, με μοναδικές εξαιρέσεις τη διάρκεια του μαθήματος και την περίπτωση που θέλουν να σε ρωτήσουν κάτι προσωπικά. Αν είσαι ένας κι έχεις βγει με δέκα Κινέζους, θεωρείται πως απλά ήθελες να μείνεις μόνος σου. Επίσης πίνουν ζεστό νερό με γρασίδι, μασουλάνε με ορθάνοιχτο στόμα, ενίοτε ρεύονται και τρώνε οτιδήποτε μπορεί να μασηθεί, κάτι αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς τι έχουν στο εθνικό τους διαιτολόγιο.

Μοναδική εξαίρεση που οφείλει να σημειωθεί είναι ένα εικοσιτριάχρονο πιπίνι σε συσκευασία τσιχλόφουσκας που τρώει με μαχαιροπίρουνα και κλειστό στόμα, που θέλει να σπουδάσει Ιστορία, που μιλάει γερμανικά, που γράφει ποιήματα, που παίζει τέσσερα μουσικά όργανα, που πιστεύει ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τα μπάζα και που τη φτιάχνουν οι επιστήμονες.

Για να επιστρέψω στα μαθήματα, κάνουμε καθημερινά από τις 8:00 ως τις 13:15 με δύο διαλείμματα: ένα στις 9:30 διάρκειας μισής ώρας και ένα στις 11:30 διάρκειας ενός τετάρτου. Χρησιμοποιούμε το πρώτο διάλειμμα για να κοιμηθούμε, να ξυριστούμε, να πλύνουμε τα δόντια μας, να καθαρίσουμε τα αυτιά μας και γενικότερα να κάνουμε οτιδήποτε δεν προλαβαίνει να κάνει ο άνθρωπος, όταν μαζί με τον εαυτό του το πρωί έχει να ξυπνήσει και τα κοκόρια και το δεύτερο για να συζητήσουμε για τις απόψεις του Φρόυντ σχετικά με την καλλιέργεια της αγκινάρας. Κατά τη διάρκεια των διδακτικών ωρών οι καθηγήτριες μας παροτρύνουν πολύ να μιλήσουμε, να επικοινωνήσουμε και να κάνουμε εργασίες σε ομάδες, ενώ πραγματοποιούν κάθε μορφής περίπλοκους μαθηματικούς αλγορίθμους για να χωρίσουν τον κάθε Κινέζο από τους συμπατριώτες του. Μια στο τόσο έχουμε διαγώνισμα ενώ τουλάχιστον μια φορά στις δυο μέρες θα εξεταστούμε στην κατανόηση ακουστικού κειμένου από ένα μηχάνημα τρομακτικής ανατολικογερμανικής αισθητικής, που παίζει κασσέττες και σιντί και είναι ειδική παραγγελία από τη Μαλαισία, ώστε να μη διαθέτει ραδιοφωνικό δέκτη, καθότι όπως ίσως θα ξέρετε, η κρατική γερμανική τηλεόραση και το κρατικό γερμανικό ραδιόφωνο δεν πληρώνονται φασιστικά από τη ΔΕΗ, αλλά από ρουφιάνους που μπουκάρουν ξαφνικά με το έτσι θέλω σπίτι σου, όταν εσύ κάνεις κακά σου, τρως, ξύνεις τη μύτη σου ή αυνανίζεσαι, και ελέγχουν αν έχεις τηλεόραση και ραδιόφωνο. Το κάθε επίπεδο στην InterDaF δεν είναι ουσιαστικά αυτόνομο, αλλά είναι μέρος μιας μεγαλύτερης προετοιμασίας για την εισαγωγή των Κινέζων στα γερμανικά πανεπιστήμια. Διαθέτουμε τρία βιβλία τα οποία κάνουμε σχεδόν ολόκληρα και τα οποία ―να σημειωθεί― μαζί με εισιτήρια για εκδηλώσεις, θέατρα, κινηματογράφους, μπουρδέλα, μουσεία και επισκέψεις που κατά καιρούς μας πηγαίνουν συμπεριλαμβάνονται στο πληρωτέο ποσόν, ενώ σε πολλά μαγαζιά μας κάνουν έκπτωση όταν επιδεικνύουμε την κάρτα της InterDaF. Στις εξετάσεις, οι οποίες (δι)ενεργούνται μέσα στο ινστιτούτο, δικαιούμαστε να χρησιμοποιήσουμε γερμανογερμανικό λεξικό και μάλιστα, αν για οποιοδήποτε λόγο δεν έχουμε, μας δανείζουν ένα από αυτά της συλλογής του ινστιτούτου.

Τα γερμανικά είναι μια και μάλλον η ευκολώτερη από όλες αυτές τις γαμάτες γλώσσες, όπου είσαι αναγκασμένος, αν θέλεις να μιλήσεις σωστά, να σκεφτείς και διαφορετικά και, όταν είσαι υποχρεωμένος να κατακερματίσεις τη σκέψη σου για να την επαναδομήσεις σύμφωνα με τους κανόνες τις γλώσσας, μπορείς άμεσα να καταλάβεις αν αυτό που πας να πεις είναι μπαρούφα ή στέκει. Είναι επίσης σαν τη μουσική, όπου ακόμη και ο πιο σκαλωμένος αυτοσχεδιασμός, ακολουθεί κανόνες και γράφεται πάνω στο πεντάγραμμο, ενώ όποιος μπορεί να ακουστεί ερωτικός μιλώντας αυτό το πράμα έχει τεράστια μα τεράστια κότσια.

Με την τελευταία παράγραφο έχω κλείσει ως τώρα γύρω στις τέσσερις εκθέσεις και παρά το γλύψιμο ακόμα να πάρω ένα βαθμό της προκοπής.

Κατάλληλη

Είναι ακόμα στο κρεβάτι να μελετά πάνω στον τοίχο τις διαδρομές που κάνουν οι ακτίνες του ήλιου καθώς φιλτράρονται από το τζάμι, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι εκείνος και δεν το πιστεύει ότι της τηλεφωνεί τόσο νωρίς, μόλις είκοσι τέσσερις ώρες από την τελευταία τους συνάντηση. Είναι βιαστικός και κόβει τις λέξεις του με έναν τρόπο που επιτρέπει να διακρίνει ότι είναι αγχωμένος. Αναμφίβολα, είναι εξαιτίας του πουλόβερ. Η Ανζ δε θα πρέπει να εκτίμησε το γεγονός ότι ένα κομμάτι πλαστικό έχει μείνει κρεμασμένο στο πλεκτό, και τώρα εκείνος θα τη διατάξει να βρει έναν τρόπο να βγάλει αυτό το γαμημένο αντικλεπτικό. Θα πρέπει να βασανίστηκε ήδη όλο το πρωινό υπό τη διεύθυνση των πυρετωδών διαταγών της Ανζ. Όχι, δεν κοιμάμαι. Σε παίρνω για χτες βράδυ. Έχει την εντύπωση ότι νιώθει άσχημα, κι αυτό την κάνει να νιώσει άσχημα κι εκείνη. Θα μπορούσε να του ομολογήσει την κλοπή που έκανε με γυμνά χέρια στο Προμό, αλλά φοβάται την εντύπωση που θα του προκαλούσε η αποκάλυψη αυτού του αυθόρμητου εγκλήματος. Είναι γι’ αυτά που κάθισες και είπες. Λέει ότι οι φίλοι του πίστεψαν όλοι πως είναι στ’ αλήθεια πόρνη. Δεν πρέπει να τους πείραξε που γνώρισαν μια πόρνη. Νομίζεις ότι έκανες εξυπνάδα; Του φαίνεται περίεργο να λέει κανείς ψευτιές έτσι στα καλά καθούμενα. Αυτό είναι το παράδοξο του ψέματος. Ο καθένας είναι έτοιμος να το δεχτεί όσο ενσωματώνεται στην πραγματικότητα, αλλά από τη στιγμή που το εντοπίζει το θεωρεί κάτι σαν προσωπική προσβολή. Γιατί να χρειάζονται πάντα περίπλοκοι λόγοι για να πει κανείς ψέματα; Η αλήθεια, αυτή η διαρκής ενατένιση της αβύσσου, δεν έχει τίποτα το θελκτικό. Απόδειξη ότι πάντα κρύβει κανείς κάποιο κομμάτι της. Το ψέμα τουλάχιστον έχει το καλό ότι είναι πάντα ολόκληρο και πολύ πιο λογικό από το αντίθετό του. Προφανώς είχε καταφέρει να αποθαρρύνει τον τύπο που είχε βάλει υποψηφιότητα για τη θέση του γκόμενού της. Αυτοί είναι που με πίστεψαν, θα πρέπει να έχω φάτσα κατάλληλη για τη δουλειά. Από την ήχο της αναπνοής του στο ακουστικό νιώθει ότι λίγο χαλάρωσε. Κι αυτή η αλλαγή διάθεσης τη βεβαιώνει πως κατάλαβε. Η καρδιά της γυρίζει στον τόπο της, κάτι συρρικνώνεται και μεγαλώνει ταυτόχρονα μέσα στο στήθος της. Δε μιλά κανείς τους. Περιμένει να της πει εκείνος τις συνηθισμένες λέξεις, αυτές που θα την περιορίσουν σε μια ξεκάθαρη κατηγορία: της φίλης. Αλλά αυτήν τη φορά η σιωπή δεν φτάνει να τον ωθήσει να προφέρει τη σειρά από τις συνηθισμένες του φράσεις, τις σχηματισμένες. Σωπαίνουν σαν να θέλουν να μετρήσουν την αλλαγή που λαμβάνει χώρα. Και με αυτήν τη διακοπή του μηχανικού ρυθμού των λεκτικών ανταλλαγών τους έχει το συναίσθημα ότι πλησιάζονται για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, το νιώθει, η ιδέα μιας σχέσης μαζί της του διαπερνά το νου. Τέλος λέει, με φωνάζει η Ανζ, πρέπει να πάω.

της Céline Curiol, από τη Φωνή χωρίς ήχο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ποταμός.

Από τη Λευκορωσσία με αγάπη!

Ο συγκάτοικός μου στην εστία είναι από τη Λευκορωσσία, κάτι για το οποίο δεν ήμουν σίγουρος για κάμποσο καιρό. Τα γερμανικά του δεν είναι τόσο καλά, οπότε μου συστήθηκε λέγοντας πως είναι από τη «Λευκή Ρωσία» και το είπε με το ύφος που θα έλεγε κάποιος ότι κατάγεται από το δύσμοιρο Κονγκό ή από το εξωτικό Κρανίδι. Το διασταύρωσα όμως έπειτα αναφέροντάς του την πρωτεύουσα της χώρας του, κάτι για το οποίο είμαι πάντα σίγουρος χάρη στη συγχωρεμένη πια (από ποιον μη ρωτάτε) δασκάλα μας, η οποία μάς έβαζε στο μάθημα της γεωγραφίας να αποστηθίζουμε τις χώρες με τις πρωτεύουσές τους, χωρίς όμως γνωρίζουμε και κατά πού ―έστω στο περίπου― πέφτουν. Κροατία, Ζάγκρεμπ. Μάλτα, Βαλέτα. Περού, Λίμα. Και πάει λέγοντας.

Ο Λευκορώσσος συγκάτοικός μου λοιπόν λέγεται Αντρέι κι εγώ μεταξύ μου τον αποκαλώ «σάπιο». Είναι πεντακάθαρος στο μπάνιο, ήτοι δεν κάνει κακά του στο νιπτήρα ούτε τσίσα του στο ταβάνι, ενώ ανεβάζει το καπάκι της τουαλέτας πριν κάνει εμετό και μαζεύει τις τρίχες μετά το ντους. Σημειωτέον πως έχει δύο σαμπουάν, ένα για την πυτιρίδα και ένα για την απώλεια μαλλιών, πλένει τα χέρια του με πράσινο σαπούνι, ενώ για το σώμα του δεν έχω καταλήξει ακόμη και ομολογώ πως διστάζω να τον ρωτήσω. Φοράει σταυρουδάκι, έχει μαλλιά ως το σβέρκο που ενίοτε πιάνει με λαστιχάκι, μιλάει γερμανικά με μια γαμιστερή προφορά που φωνάζει από μακριά «στα αρχίδια μου» και που προσπαθώ μάταια να υιοθετήσω, ενώ από μουσική ακούει ψιλοηλεκτρονική, ψιλορώσικη ψιλοράπ, το Zombie των Cranberries, το soundtrack της Αμελί Πουλέν (πάντα μ’ αρέσει να το γράφω στα ελληνικά αυτό) και τους δρόμους της φωτιάς του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ο οποίος έχει ευτυχώς δηλώσει πως αισθάνεται περισσότερο Γάλλος παρά Έλληνας, για να μας φύγει η σκασίλα. Μαθαίνει κι αυτός γερμανικά και από το Σεπτέμβρη θα σπουδάσει βιομηχανικό σχέδιο, ενώ προς το παρόν ζωγραφίζει σε χαρτόνια με νερομπογιές γυμνές γυναίκες, φάτσες και τον Μπομπ το Σφουγγαράκη, όλα με μαφιόζικη τεχνοτροπία.

Το μόνο του πρόβλημα είναι στην κουζίνα, όπου είναι τόσο μπίχλας όσο όλοι οι κάτοικοι του ορόφου μαζί. Λάδια και λίπη από τα φαγητά, μαχαιροπίρουνα και πιάτα με λεκέδες κάθε χρωματισμού, ακαθόριστα κομματάκια και διάφορα μισοψημένα απομεινάρια από φαγητά τα οποία πετάγονται από το φαγητό και παραμένουν εκεί, τα οποία πρέπει να είναι αυτά που συντηρούν αυτή τη μορφή ζωής πίσω απ’ την κουζίνα που δεν έχει μεγαλώσει ακόμα αρκετά για να βγει στο φως. Διαθέτει ένα τηγανάκι που χωράει μισή μερίδα φαγητό και ένα πολύ περίεργο σκεύος, σαν μικρή μαρμιτούλα, στο οποίο ή φτιάχνει σούπα ή ζεσταίνει νερό για τον καφέ του. Την πρώτη φορά που το είδα τον ρώτησα πόσες φορές έχει καεί μ’ αυτό, μου απάντησε καμία και την επόμενη φορά που έβρασε νερό του χύθηκε όλο πάνω στα πόδια του και μας άκουσαν ως το Μινσκ. Το ίδιο βράδυ σκέφτηκα να κλειδώσω το δωμάτιό μου οταν θα έπεφτα για ύπνο, αλλά αποφάσισα να μην το κάνω όταν μου ευχήθηκε καληνύχτα.

Ο δικός του χώρος στο ψυγείο περιέχει μοναχά αντικείμενα προς βρώση με ποσοστό λίπους άνω του 50% και πενταψήφιο αριθμό θερμίδων, ενώ ανάμεσα στα μπαχαρικά και στις σάλτσες που έχει παραταγμένα στο τραπέζι της κουζίνας έχει και ένα μπουκάλι ή καλύτερα μια νταμιτζάνα με τσίλι, η οποία αδειάζει με ταχύτατους ρυθμούς, αλλά δεν έχω διαπιστώσει από πού γεμίζει. Όπως ο Χριστός ―βοήθειά μας― έκανε το νερό μπράντυ, ίσως να μπορεί κι αυτός να κάνει τα τσίσα του τσίλι. Αγνοώ. Πάντως η μαγειρική του περιέχει πάντα γενναίες δόσεις τσίλι κι αυτός είναι κι ο βασικός λόγος που δεν του έχω προτείνει ποτέ να μαγειρέψουμε μαζί. Φαντάζομαι πως οι ανοχές του απέναντι στο τσίλι είναι όπως των Ιρλανδών απέναντι στο ποτό, ενώ εγώ αν έτρωγα το μισό απ’ όσο καταναλώνει τούτος, θα είχα ήδη κάνει δυο φορές το γύρο του κόσμου πετώντας. Μετά από μια-δυο εβδομάδες πάντως πήρε παράδειγμα από μένα και αγοράζει έκτοτε και κάνα λαχανικό, το οποίο όμως μαγειρεύει με βούτυρο στο τηγάνι με δέκα οκάδες μπαχαρικά και φυσικά τσίλι. Αντιστοίχως βέβαια κι αυτός παραξενεύεται ακόμα από διάφορες συνήθειές μου, όπως π.χ. από το πόση σαλάτα τρώω και δη ωμή κι από το πόσα μακαρόνια και ρύζι φτιάχνω, το τελευταίο μάλιστα αφαιρώντας το από τα περιέχοντα σακουλάκια και βράζοντάς το σαν άνθρωπος.

Ο σάπιος είναι εδώ με τους φίλους του, τους οποίους ακόμη δεν έχω καταφέρει να μετρήσω, πάντως κυμαίνονται ανάμεσα στους επτά και στους δέκα. Ο πλέον άξιος αναφοράς ―παρόλο που, αν ξέρει ελληνικά, θαρρώ πως παίζω το κεφάλι μου κορώνα-γράμματα― είναι ένας τύπος στο ύψος μου, λίγο πιο αδύνατος από μένα, με πάντα φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο και κεφάλι, με φωνή σαν τα ζόμπι από το Resident Evil 1, ο οποίος φοράει μόνιμα, ακόμη και το βράδυ, ακόμη και μέσα στο σπίτι μεγάλα μαύρα γυαλιά, χωρίς κατά τα φαινόμενα να είναι τυφλός. Ο θρύλος λέει πως κάποιος τον είδε κάποτε χωρίς μαύρα γυαλιά, αλλά δεν έζησε για να μας το διηγηθεί, ενώ στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, εκδόσεις Μεταίχμιο, στην πεντακοσιοστή έβδομη σελίδα που τυπώθηκε μόνο μια φορά εκ παραδρομής και τώρα βρίσκεται στο θησαυροφυλάκιο του Βατικανού σύμφωνα με τον Dan Brown, αναφέρεται πως η καταστροφή θα λάβει τέλος κι η Δημιουργία θα ξαναρχίσει όταν «ο Ρώσος βγάλει τα μαύρα του γυαλιά και τραγουδήσει το “What a Wonderful World” του Armstrong». Δεν χτυπά ποτέ το κουδούνι, αλλά πάντα την πόρτα, όχι πολύ δυνατά, ούτε πολύ αδύναμα, τσααακ στη μέση, με ένα ρυθμό που είναι σαν να λέει «Ήρθα. Ετοιμάσου». Μερικές φορές μου έχει πει «Hallo, mann» (sic).

To καλύτερο βέβαια προϊόν των κρατών του πρώην και οσονούπω πάλι Υπαρκτού Σοσιαλισμού, που εξάγεται επιμελώς χάρη στις φροντίδες του Καπιταλισμού, του ΔΝΤ, του ΟΗΕ και της ΟΥΝΕΣΚΟ, είναι οι γυναίκες. Έχω συνολικά ανοίξει σε τρεις διαφορετικές γυναίκες, όλες τους ξανθές, είτε με βυζί ως το κούτελο είτε με σορτσάκι ως τον αφαλό, οι οποίες χωρίς να έχουν εξαιρετικά σώματα είναι κινητά συντριβάνια φερορμόνης. Ο Γιουλ Μπρύνερ της προηγούμενης παραγράφου επί παραδείγματι έχει μία γκόμενα, την οποία όταν φοράει τακούνια μπορεί ένας άνθρωπος μετρίου αναστήματος να θηλάσει. Περπατούν κάθε μέρα μαζί προς το Ινστιτούτο, πιασμένοι χέρι χέρι, ενώ αυτή κουνάει τον πισινό της από το ένα αυτί στο άλλο κι αυτός της κρατάει πάντα με το άλλο χέρι την τσάντα. Υπό άλλες συνθήκες, αν έβλεπες έναν άντρα με γυναικεία τσάντα, θα είχες κάποιο αστείο να κάνεις, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να είσαι ο Χαβιέ Μπαρδέμ και νά ‘χεις τη θάλασσα μέσα σου ή να τα έχεις τόσο μεγάλα που να παίζεις βόλευ. Μπιτς βόλευ. Επειδή συνήθως περπατώ κάμποσα μέτρα πιο πίσω τους κι επειδή ομολογουμένως ένας κώλος που κουνιέται έτσι, όπως κι αν είναι, θα τραβήξει τη ματιά σου, στην αρχή από φόβο μη γυρίσει κανείς τους και με δει κοιτούσα πάντα στο πλάι και ή κάπου σκόνταφτα ή με έπιανε ψύξη. Μετά από κάποιες μέρες διαπίστωσα ότι δεν τους πολυενδιαφέρει, ότι οι γυναίκες απ’ αυτό το μέρος της γης περπατούν έτσι από φυσικού τους, οπότε άρχισα να κοιτάω μπροστά, αλλά έπρεπε πια να προσέχω διπλά, γιατί το βήμα μου επιτάχυνε από μόνο του.

Ένα κυριακάτικο πρωινό κάποιος τους είχε γενέθλια κι ο Αντρέι είχε αναλάβει να φυλάξει στο ψυγείο μας από την προηγούμενη μέρα την τούρτα. Κάμποσα λεπτά μετά απ’ τις 7:00 που σηκώθηκα εγώ κι ο σάπιος ήταν στο δεύτερο όνειρο ακόμα, χτυπάει δειλά δειλά η πόρτα, ανοίγω εγώ με την τσίμπλα στο μάτι και ιδού, στέκεται στο κατώφλι μου μια άλλη Λευκορωσσίδα απ’ την παρέα τους, φορώντας κοντό φουτεράκι χωρίς σουτιέν, κολλητή φόρμα γυμναστικής, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω και με την κοιλιά έξω, κάνοντάς μου νόημα να μην ξυπνήσω τον Αντρέι, ενώ εγώ πήγαινα απλά να κρατηθώ από κάπου, γιατί από την απότομη στύση μπαλαντζάρισα. Μου ζήτησε να τη βοηθήσω να βγάλει την τούρτα και να βάλει τα κεράκια· το τι άκουσα εγώ ας το αφήσουμε καλύτερα. Στο παλάτι που έχουμε για κουζίνα και που χωράει μόνο ένας άνθρωπος, εδώ χωρέσαμε τρεις: η Λευκορωσσίδα, εγώ και τον τρίτο μαντέψτε τον. Ανοίξαμε την τούρτα, βγάλαμε τα κεράκια, τα τοποθετήσαμε αργά και βασανιστικά, πήγα να ανάψω ένα ακουμπώντας το με το δάχτυλο, αλλά μετά σκέφτηκα πως δεν θα ήθελε να τα ανάψει ακόμα, οπότε της δάνεισα τον αναπτήρα μου, εννοώντας τη μικρή συσκευή με το γκάζι που ανάβουμε τα τσιγάρα. Γύρω στο μεσημέρι, αφού έγινε η φιέστα, μου έφερε ο σάπιος πίσω τον αναπτήρα μου καθώς και ένα κομμάτι τούρτα και μου είπε ―άκουσον, άκουσον, πάταξον― «σ’ ευχαριστώ που βοήθησες τη φίλη μου», ενώ η γυναίκα (που λέγεται Κάτια) από εκείνη τη μέρα με χαιρετάει, όταν βρισκόμαστε μάτι με μπούτι στο διάδρομο.

Η τούρτα ευτυχώς δεν είχε τσίλι.

Το μέσα έξω και τα μυαλά στην ανακύκλωση

Μένω στη φοιτητική εστία της Λειψίας. Το κτήριο, σκατομπέζ χρώματος με σκατομπλέ αποχρώσεις σε αντίθεση με τα υπόλοιπα της περιοχής που είναι σκατομπέζ με σκατοκιτρινί ή σκατορόζ αποχρώσεις, βρίσκεται στην οδό Gärtnerstraße, αριθμός 181, ταχυδρομικός κώδικας 04209, πόλη Λειψία, Bundesκρατίδιο της Σαξονίας, χώρα Γερμανία, αν θέλετε να μου στείλετε κάτι. Κάτι για το οποίο αμφιβάλλω. Η οδός μου είναι τριχασμένη προσωπικότητα: η περιοχή αποτελείται από τρεις παράλληλους δρόμους-αδιέξοδα με κοινή είσοδο και έξοδο σε κανονικό δρόμο, οι οποίες έχουν όλες την ονομασία Gärtnerstraße. Αν το ξέρεις, το διασκεδάζεις. Αν περπατάς με βαλίτσες και τσάντα πλάτης στο χιόνι, όχι. Α, ναι, και δωμάτιο 103. Βασικό, αν θέλετε να με ληστέψετε, μιας που είμαι στο ισόγειο και κάθε πρωί αφήνω ανοιχτά τα παράθυρα. Για το τελευταίο μου έκανε μια φορά παρατήρηση ο επιστάτης ή ―πιο πιστά από άποψη μετάφρασης και μόνο― ο γαμιάς του κτηρίου.

Ο περί ου ο λόγος ονομάζεται Herr Κ(άτι) Lange κι εγώ τον αποκαλώ κύριο Μακρή, αλλά μιας που δεν υπάρχει κανείς να μοιραστώ το αστείο μου, γελάω μόνος μου. Ο κύριος Μακρής είναι μεσήλικας, απ’ αυτούς που διατηρούνται σε φόρμα, κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κυριολεκτικό, μιας που φοράει μονίμως φόρμες μάρκας Μέκαψμπουργκ σε διάφορες αποχρώσεις του μπλε σκούρου, όπως και το φούτερ του οργανισμού Studentwerk Leipzig σε μια σπάνια απόχρωση του μπλε, απ’ αυτές που ψάχνεις μία εβδομάδα για να βρεις πού αλλού την έχεις δει στον πλανήτη. Σκεφτείτε την εξής σκηνή από το «Finding Nemo 2: Ressurection» (βρίσκεται σε στάδιο post-production): ο μπαμπάς του Nemo έχει κάτσει κανονικότατα στην Doris, μόνο που κάτι η φλωριά που τον δέρνει, κάτι ο μαστροΚάβουρας δυο φύκια πιο κάτω που την έχει μεγάλη, το ετεροθαλές αδελφάκι του σκασμένου Nemo βγαίνει μπλε με μια ιδέα καβουρί και δυο άσπρες ρίγες για ξεκάρφωμα (στο τέλος της ταινίας μπαλαμουτιάζεται με τον ιππόκαμπο). Τέτοιο είναι και το χρώμα. Είναι αθλητικός τύπος (o κύριος Μακρής), μοιάζει με απόστρατος χαμηλόβαθμος της DDR και κάτι τέτοιο θα τον έκανε σίγουρα μαλάκα αν δεν ήταν μαλάκας πριν την άνοδό του στην ιεραρχία του υπαρκτού σοσιαλισμού (πλασματική ιεραρχία, αφού όλοι είναι ίσοι).

Continue reading…

Γλειψία: το πήγαινε-έλα στο SimCity

Αν κάποιος πάει να κατοικήσει σε μια πόλη, συνήθως θέλει να διηγηθεί τις εντυπώσεις του αμέσως, μετά τις πρώτες δυο μέρες σίγουρα. Άλλοι μιλούν σχετικά αν περάσει μια εβδομάδα κι άλλοι γράφουν αφού επισκεφθούν το σουπερμάρκετ, μια μπυραρία, ένα ξενυχτάδικο, ένα εστιατόριο, ένα κατάστημα μουσικής, έναν οίκο ανοχής και πράξουν τα σχετικά μ’ αυτά τα μέρη. Νομίζω πως η καλύτερη ευκαιρία για να γράψει κανείς για τον τόπο που μένει είναι αφού θα έχει τελειώσει σ’ αυτόν ένα χαρτί υγείας. Μπορεί και περισσότερα προφανώς, ανάλογα με τις ανάγκες του, αλλά τουλάχιστον ένα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω με σαφήνεια, ούτε καν στον εαυτό μου, αλλά θεωρώ πως οι σχέσεις ενός ατόμου με μια μέχρι τότε ξένη προς αυτό πόλη ή χώρα παίρνουν σταθερή μορφή και γίνονται άξιες λόγου αφού συντελεστούν μερικές βασικές λειτουργίες. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, αλλά όπως και να το κάνουμε οποιοσδήποτε μπορεί να ψωνίσει ποτά, φαγητά κι ανθρώπους μέσα σε μία μέρα, ενώ όταν κάθεσαι στη λεκάνη ή πάνω απ’ αυτήν ή σε οποιαδήποτε τέλος πάντων στάση σε σχέση με τον απόπατο (στην κοινωνική ανθρωπολογία ήμουν πάντα σκράπας) αποκτάς μια πιο βαθιά κι ουσιαστική σχέση με τον τόπο και το κωλόχαρτο μετρά αυτό ακριβώς το βάθος.

Βρίσκομαι στη Λειψία της Σαξονίας της Γερμανίας της Ευρώπης μια γουρουνότριχα περισσότερο από ένα μήνα, έχω τελειώσει ήδη δυο ρολλά χαρτιού υγείας, αύριο θα αρχίσω το τρίτο κι επειδή μυρίζομαι αμφιβολίες να ξεπηδούν έχω να δηλώσω πως κάποιες μέρες ανακουφίζομαι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό· όχι στις ράγες, διατίθενται υπερλούξ ανακουφιστήρια έναντι €1 ανεξαρτήτως διάρκειας παραμονής. Τις πρώτες μέρες σκεφτόμουν να κάνω αίτηση για ελευθέρας. Βρίσκομαι εδώ για να κάνω εντατικά μαθήματα στη γλώσσα και να ξοδέψω το μαύρο χρήμα που κέρδισα τον περασμένο χρόνο με κόπο κι ιδρώτα των μαλακών μορίων μου απ’ το κάτσε-κάτσε.

Continue reading…

Apple VFR1200F και Honda iPad

Αν δεν είστε ο George Clooney στο Up in the Air, τότε μια καθαρίστρια στη fnac δεν έχει την ίδια αξία με τον CEO της MIG (σ.σ. έχει μεγαλύτερη). Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζατε. Όπως και η πέτρα, κατά το δάσκαλο Σιντάρτα, κρύβει μέσα της τον άνθρωπο, έτσι κι ο σάπιος αναγνώστης του παυσιφώνου κρύβει μέσα του ένα George Clooney. Ναι, είναι απίθανο να το πιστέψετε, κι αν το έχετε ήδη κάνει είστε ηλίθιος, αλλά χρειάζομαι το συλλογισμό, για να καταλήξω στο ότι η Apple και η Honda είναι δύο εταιρείες που όσο περνά ο καιρός μοιάζουν όλο και περισσότερο.

Φαινομενικά κάτι τέτοιο είναι τραγικό ακόμη και να το σκεφτείς, αλλά προσπαθήσετε να πνίξετε την όρεξή σας για τραγωδίες ως το επόμενο καλοκαίρι και διαβάστε παρακάτω. Από την άποψη των προϊόντων, αμφότερες καταχωρούν μια γαμάτη τεχνολογική καινοτομία, βλ. multitouch και C-ABS, την περιτυλίγουν με ξεπερασμένο υλικό και την πουλάνε πανάκριβα ως το «προϊόν που θα αλλάξει τον τρόπο που [συμπληρώστε]». Παρόλα αυτά το χρήμα το ζεστό το βγάζουν από το 90% της γκάμας των προϊόντων που μπορεί να έχει τεχνολογία «προς Κορινθίους», αλλά συνεχίζει να πουλάει όπως πουλούσαν τα δρακουλίνια το 1994, καθότι «είναι τεχνολογικά δοκιμασμένο», βλ. Apple MacBook και Honda CBF600.

Αν δεν πειστήκατε ακόμη, σκεφτείτε πως από την άποψη των πελατών η Apple είναι μια εταιρεία, της οποίας τα προϊόντα αγοράζουμε πανάκριβα, φωτογραφίζουμε ανεπιτυχώς, επιδεικνύουμε με κομπασμό και πουλάμε όσο-όσο σ’ ένα θύμα δέκα λεπτά πριν βγει το επόμενο μοντέλο. Η Honda από την άλλη είναι μια εταιρεία της οποίας τα προϊόντα αγοράζουμε δέκα χρόνια αφού βγει το επόμενο μοντέλο, οδηγούμε με κομπασμό, ως εκ τούτου και ανεπιτυχώς και πουλάμε ακριβά στο επόμενο θύμα. Αν δεν έχετε πειστεί ακόμη, είναι προφανώς γιατί βλέπετε τον εαυτό σας στις παραπάνω κατηγορίες αγοραστών και το μυαλό σας αρνείται τη σχέτιση για χάρη αυτοσυντήρησης. Τελικά ίσως το παπαδαριό να έχει δίκιο και το μυαλό σας να είναι πράγματι κατ’ εικόνα και ομοίωση αυτού του θρασύτατου στόκου που για να σώσει το τομάρι του άφησε όλα τα μωράκια γύρω του να γίνουν σουβλάκια και μετά πήγε και στρώθηκε μόνος του στο σταυρό για να το παίξει υπεράνω.

Τα πηθίκια είναι μακράν πιο έξυπνα, αλλά προσπαθείστε να σκεφτείτε και το επόμενο. Από πού αγοράζατε μέχρι πριν λίγο καιρό Apple και Honda; Από τη Rainbow και το Σαρακάκη. Η Rainbow για να αγοράσεις απ’ αυτήν ως ιδιώτης ζητούσε αντίγραφα ΑΦΜ, φορολογικής δήλωσης και νόμου 105 (επικυρωμένα), φυλούσε τα έγγραφα αυτά σε ειδικό ερμάριο με δύο κλειδιά (όπως είχε απαντήσει σε πελάτη που ανησυχούσε για την ασφάλεια των προσωπικών του δεδομένων), τσέπωνε τα φράγκα της παραγγελίας, έστελνε μετά από δυο μήνες που θα είχε παραλαβή και χρέωνε τα μεταφορικά όσο ένα Mac Pro, άσχετα αν ήθελες να αγοράσεις ένα Mighty Mouse. Έτσι η διαφορά ενός Mac με ένα Honda δεν ήταν τόσο μεγάλη, αν κάποιος ήθελε να επενδύσει στους τέσσερις τροχούς αντί να τα φάει στις πουτάνες. Ο Σαρακάκης όμως, που φταίει κατά το ήμισυ για το όνειδος των αστικών συγκοινωνιών αρκετών ελληνικών πόλεων (για το άλλο ήμισυ φταίει όπως πάντα το κράτος), αντιμετώπιζε τα ιδιωτικά οχήματα όπως και τα λεωφορεία του: παράγγειλέ το τώρα και θα το πάρεις σε δυο μήνες. Το βασικό μοντέλο. Αν θες και έξτρα εξοπλισμό σε τέσσερις. Και καλύτερα να παραγγείλεις μαζί και τα ανταλλακτικά για το σέρβις των 50.000 km, γιατί σε βλέπω αντί για ιμάντα εκκεντροφόρων να τη βολεύεις με καλσόν (δεμένες αχρησιμοποίητες καπότες για τα λεωφορεία). Όπως ακριβώς το σέρβις της Rainbow: άσε τον υπολογιστή σου μέσα στην εγγύηση και περίμενε ή γάμα την και φτιάξτον μόνο σου. Σαν να μην έφταναν αυτά, στην περίπτωση της Rainbow μετά την αγορά έπρεπε να συμπληρώσεις χαρτούρα, να τη στείλεις και να πάρεις την εγγύησή σου υπογεγραμμένη μετά από κάνα τρίμηνο (αν ήθελαν), ενώ ακόμα και στην περίπτωση που σου άρεσε το Honda σου και χρήζει ιατρικής παρακολούθησης, έπρεπε να υποφέρεις το ανάγλυφο λογότυπο του Σαρακάκη με χαρακτηριστικά (μήκος, πλάτος, ύψος, βάρος) γλάστρας το οποίο ήταν καρφωμένο πάνω στο αυτοκίνητό σου. Στην παράγραφο αναφέραμε «μέχρι πριν λίγο καιρό» χάριν αισιοδοξίας, παρόλο που η Rainbow (που τώρα λέγεται iSquare) διατηρεί αντιστοίχως ακαλαίσθητο και άκρως ανορθόγραφο ιστότοπο με τις ίδιες πιξελιασμένες φωτογραφίες με τότε και ο Σαρακάκης, παρόλο που βάζει πια αυτοκόλλητα τα σήματά του, πουλάει πια και Fiat με αισθητήρες παρκαρίσματος από την Autoplus που δεν τους συνδέει και σωστά.

Για να κάνουμε το κείμενο πιο γκλάμουρους και για να επανέλθουμε στο George Clooney, θα δούμε τις περί ου ο λόγος εταιρείες από την άποψη των δύο τελευταίων προϊόντων τους, γνωστά στη βιομηχανική αργκό και ως «καμάρια». Πρόκειται για το iPad της Apple και τη VFR1200F της Honda. Το iPad είναι μια καναπεδίστικη συσκευή που μπαίνει στο ίντερνετ, χρησιμοποιεί αυτές τις τραγικές εφαρμογές του iPhone και χρησιμοποιείται επίσης και για να διαβάζει κανείς ηλεκτρονικά βιβλία. Σε όλες του τις λειτουργίες λοιπόν ρουφάει με το σταγονόμετρο χρήματα και τα στέλνει σε άλλους που κάθονται αραχτοί και τ’ απολαμβάνουν (ISP, software developerz, eBook πωλητές). Η Apple μπορεί να σας έπεισε ότι θα αυξήσετε το IQ σας καμιά δεκαριά πόντους, διαβάζοντας μέσα απ’ αυτήν την μπούρδα, αλλά σκεφτείτε πόσους πόντους θα χάσετε από κάπου αλλού όταν αντιληφθείτε τη συνέπεια της πράξης που πραγματοποιήσατε ως απάντηση στη φράση «Έλα μωρό μου, πέτα το Ντοστογιέφσκι στο πάτωμα να κάνουμε έναν Έλληνα ακόμα!» Όχι και τόσο κουλ, ε; Για να είναι σίγουρη η Apple ότι αυτή η μαλακία θα πιάσει στην αγορά των ηλιθίων, φρόντισε τα τελευταία χρόνια να τροφοδοτεί τους απανταχού ανεγκέφαλους με φήμες ότι την κατασκευάζει, οι οποίες φήμες στην περίπτωση αυτή έρχονται με τη μορφή ευρεσιτεχνιών που δηλώνει στη σχετική υπηρεσία των φονιάδων-των-λαών-(βορειο)αμερικάνων και στην οποία πρόεδρος είναι φυσικά ο Chuck Norris. Κι αφού το iPad παρουσιάστηκε εδώ και καιρό και ανακοινώθηκε πως θα κυκλοφορήσει όταν βγουν οι γοργόνες στη στεριά, με τη βασική έκδοση να κάνει ό,τι κι ένα iPhone αλλά να κοστίζει €100 περισσότερα για το γαμάτο της υπόθεσης, ενώ τη «σωστή» έκδοση (μεγάλη χωρητικότητα, πρόγραμμα δεδομένων από εταιρεία κινητής τηλεφωνίας) να κοστίζει την τιμή της βασικής στον κύβο, το μόνο που μου έχει μείνει είναι η παρακάτω ξεφτίλα: κατά τη διάρκεια της παρουσίασης η μεγαλειότητά του ο Steve Jobs γύριζε και ξαναγύριζε στην ίδια ιστοσελίδα στα σημεία που δεν μπορούσε να απεικονίσει η συσκευή λόγω flash. Να σημειώσουμε εδώ για τους αδαείς πως το iPhone και το iPad δεν μπορούν να απεικονίσουν οτιδήποτε είναι φτιαγμένο με Flash της Adobe, γιατί o Steve Jobs δεν το γουστάρει και θεωρεί πως έτσι για μία ακόμη φορά θα οδηγήσει τις εξελίξεις και αυτή τη φορά επιτέλους δεν θα πάρει τα τέτοια μου. Το flash στον browser του Mac OS οδηγείται σταθερά στην ίδια μοίρα με την Adobe και την Apple να έχουν μπλεχτεί σε μια αέναη λούπα ανακοινώσεων του στυλ «Φτιάξτε το βρωμοplugin σας», «Εσείς να φτιάξετε το σκατοbrowser σας», «Σκατοbrowser; Τώρα θα δεις! Περίμενε υποστήριξη για τα επόμενα προϊόντα σου κι άμα τη δεις γράψε μου!», «Χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει! Άμα ξαναδείς προϊόν δικό μας για το κωλοσύστημά σου, τρύπα μας τη μύτη!» και τα λοιπά.

Πάμε τώρα στο άλλο καμάρι. Το VFR1200F είναι ένα «μηχανάκι» (χρησιμοποιώ την ελληνική ονομασία κι αρνούμαι να το ονομάσω μοτοσυκλέττα) που διατείνεται πως είναι κατάλληλο για τουριστική και σπορ χρήση και διαθέτει για το σκοπό αυτό την πιο άβολη θέση οδήγησης, την πιο σκληρή σέλα, το περισσότερο βάρος, τη μεγαλύτερη κατανάλωση, το μικρότερο τεπόζιτο και τις πιο άκυρες (σχεδιαστικά κι αεροδυναμικά) βαλίτσες που θα μπορούσε να έχει. Σε όλες του τις λειτουργίες λοιπόν ρουφάει με το σταγονόμετρο χρήματα και τα στέλνει σε άλλους που κάθονται αραχτοί και τ’ απολαμβάνουν (βενζινάδες, φυσικοθεραπευτές, συνεργεία). Η Honda μπορεί να σας έπεισε ότι θα γυρίσετε τον κόσμο και επιπρόσθετα θα βρείτε και ταίρι να συνουσιαστείτε οδηγώντας αυτήν την μπούρδα, αλλά σκεφτείτε τι θα γίνει όταν θα κάνετε στάση μετά από 10 km για να ξεπιαστείτε και ακούσετε τη φράση «Συνέχισε μόνος σου με την κουράδα που πήγες και ψώνισες! Εγώ θα πάρω το ΚΤΕΛ! Και κράτα και το σκατοκράνος σου! Τι; Δεν χωράει στις βαλίτσες; Ε, βάλτο στον κώλο σου τότε!» Όχι και τόσο κουλ, ε; Για να είναι σίγουρη η Honda ότι αυτή η μαλακία θα πιάσει στην αγορά των ηλιθίων, φρόντισε τα τελευταία χρόνια να τροφοδοτεί τους απανταχού ανεγκέφαλους με φήμες ότι την κατασκευάζει, οι οποίες φήμες στην περίπτωση αυτή έρχονται με τη μορφή έρχεται με πλαστικά γλυπτά που φέρνει στις εκθέσεις και δήθεν κατασκοπικές φωτογραφίες από δοκιμές της μοτοσυκλέττας την οποία οδηγεί φυσικά ο Chuck Norris. Κι αφού το VFR1200F παρουσιάστηκε εδώ και καιρό και ανακοινώθηκε πως θα κυκλοφορήσει όταν αρχίσουν να βγαίνουν στα λιμάνια όμορφα παλικάρια, με τη βασική έκδοση να κάνει ό,τι και μια CBF600 αλλά να κοστίζει €10.000 περισσότερα για το γαμάτο της υπόθεσης, ενώ τη «σωστή» έκδοση (κιβώτιο διπλού συμπλέκτη, ABS, βαλίτσες) να κοστίζει την τιμή της βασικής στον κύβο, το μόνο που μου έχει μείνει είναι η παρακάτω ξεφτίλα: αφού οι δημοσιογράφοι του ειδικού τύπου κυμαίνονται από το να είναι συγκρατημένοι έως το να τη θάβουν στο ξερό το χώμα, ανάλογα με το πόσο εξαρτημένος είναι ο εργοδότης τους από την τοπική αντιπροσωπεία της Honda (στην Ελλάδα γράφουν ελεγείες πριν καν τη δουν), έρχεται το βρετανικό MCN και λέει στη Honda «χτύπα μια VFR1200F να τη δοκιμάσουμε να δούμε τι λέει το εργκαλείο» και παράλληλα βγάζει ανακοίνωση ότι θα βάλει μια χούφτα ιδιοκτήτες VFR800 (το αμέσως προηγούμενο μοντέλο, που είχε σώσει ο Νώε από τον Κατακλυσμό, βοήθειά μας) να το οδηγήσουν και να γράψουν τη γνώμη τους, για περισσότερη αντικειμενικότητα. Η Honda αρνείται να συμβεί έτσι και ζητάει να το οδηγήσουν μόνο οι δημοσιογράφοι, οπότε το MCN της απάντησε με email που είχε θέμα «Έτσι είστε, ρε;» και συνημμένες τις φωτογραφίες των γεννητικών οργάνων των δημοσιογράφων.

Τα παραπάνω καμάρια είναι λίγα μόνα από όσα έχουν εμφανίσει κατά καιρούς αυτές η Apple και η Honda. Όταν καταφέρνουν και τα κάνουν εμπορικές επιτυχίες, ανακοινώνουν με στόμφο ότι «άλλαξαν τον τρόπο που οι άνθρωποι [συμπληρώστε]». Όταν όμως αποτυγχάνουν, κάτι που συμβαίνει κατά κανόνα, τα ρίχνουν στην αγορά που «δεν ήταν έτοιμη για κάτι τόσο επαναστατικό». Φυσικά και δεν είναι, καθυστερημένε! Έχεις δοκιμάσει να πληκτρολογήσεις πάνω σε σταθερή επιφάνεια; Γι’ αυτό υπάρχουν τα ελατηριάκια κάτω από τα πλήκτρα! Άμα έχεις τα κότσια, στρώσε τον κώλο σου κάτω και βγάλε ένα σύστημα που να του μιλάς και να γράφει κι όχι να πουλάς μαζί και επιπλέον πληκτρολόγιο! Κι εσύ, μωρή ηλίθια, που βασίζεις τις κατασκευές σου πάνω σε κινητήρες που χρησιμοποιούσαν οι Μογγόλοι, οι Άραβες κι οι Κινέζοι το 13ο αιώνα, χρησιμοποιείς που χρησιμοποιείς αυτήν την απαράδεκτη μηχανική λύση, αντί να φτιάξεις ένα κιβώτιο αυτόματο που να λειτουργεί και να μην έχει τις απώλειες που είχε o πύραυλος που εκτόξευσε το Σπούτνικ σε τροχιά, διατηρείς τις σχέσεις και βάζεις δεύτερο συμπλέκτη;

Σ’ αυτήν τη βρώμικη γωνιά του πολιτισμού που πετούν τις μπανανόφλουδές τους, οι προπαραγγελίες των δύο παραπάνω μοντέλων έχουν βαρέσει κόκκινο. Το iPad μπορεί να είναι πιο ακριβό από ένα iPhone, πιο μεγάλο αλλά να καθιστά αδύνατο να δεις ταινίες, σειρές κι οτιδήποτε άλλο αν δεν περάσεις τις ώρες σου ή να τις μετατρέπεις ή να του κάνεις jailbreak, αλλά το θέλουν γιατί είναι Apple κι είναι γαμάτο. Το VFR1200F μπορεί να είναι άβολο, αταίριαστο για ταξίδια λόγω κατανάλωσης, αταίριαστο για πόλη λόγω βάρους, πολύ ακριβό και με τεχνολογικές καινοτομίες είτε μισερές (τα φρένα είναι συνδυασμένα κατά το ήμισυ) είτε αποτυχημένα αντιγραμμένες από άλλους κατασκευαστές (ΒΜW, Triumph), αλλά το θέλουν γιατί είναι Honda και «δεν σπάει, δε χαλάει». Όσοι μάζευαν μπανάνες, όταν [συμπληρώστε], τώρα τις καλλιεργούν κιόλας.

[φωτογραφίες και διόρθωση λαθών μετά]