Μήνες μετά την απεγνωσμένη

Το κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας ήταν σκοτεινό. Το πλατύσκαλο άδειο. Η πόρτα ασφαλείας της Οξάνα πρόβαλλε προς τα εμπρός.
Πέρασε από τις διπλές πόρτες και φώναξε: «Μάλις;». Ο Μάλις δεν ήρθε.
Η Οξάνα πίεσε τα χέρια στο στήθος της – το τηλέφωνο σκληρό πάνω στα πλευρά της σαν τιμωρία. Η μια πόρτα της ήταν γερτή προς το πλατύσκαλο και η άλλη άνοιγε προς τα μέσα στο σπίτι της. Απέξω, το κτίριο κοιμόταν. Μπαίνοντας στο σαλόνι της, με τις γροθιές κολλημένες στο δέρμα, η Οξάνα κατηγορούσε τον εαυτό της. Απρόσεκτη. Όσο μεθοδική κι αν είχε προσπαθήσει να είναι όλα αυτά τα χρόνια, ήταν απρόσεκτη, και αυτό ήταν το επακόλουθο. Είχε κλείσει τα μάτια της στον κόσμο γύρω της. Είχε προσπεράσει όλο χαρά ένα δολοφόνο παιδιών. Είχε δώσει όλον της τον εαυτό σ’ ένα ζώο που έτρεχε…
Μακάρι να είχε πηδήξει ο Μάλις εκείνη τη μέρα στο βουνό. Έπρεπε η ίδια η Οξάνα να είχε πετάξει το κλαδάκι στον σκύλο. Τον Αύγουστο, τις πρώτες λίγες ώρες της κατάθεσής της στην αστυνομία, είχε έρθει στο τμήμα η μητέρα των αγνοούμενων κοριτσιών για να μιλήσει μαζί της. Μόνο τώρα, μήνες μετά την απεγνωσμένη εκείνη συνομιλία, αντιλαμβανόταν το γιατί. Πονάει πάρα πολύ να ραγίζεις την ίδια σου την καρδιά από ανοησία, ν’ αφήνεις μια πόρτα ξεκλείδωτη ή ένα παιδί χωρίς επιτήρηση και επιστρέφοντας ν’ ανακαλύπτεις πως ό,τι είχες πιο πολύτιμο στη ζωή σου έχει χαθεί. Όχι. Θέλεις η καταστροφή σου να είναι από πρόθεση. Να στέκεις μάρτυρας. Θέλεις να δεις με τι τρόπο θα γίνει κομμάτια η ζωή σου.

της Julia Philips από τη Γη που Χάνεται· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Ρίζες

«Η αγάπη είναι περίπλοκο πράγμα» είπε εκείνη και γλίστρησε ακόμα πιο κοντά του, ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος του.
«Η αγάπη είναι η ρίζα όλων» είπε ο Χάρι. «Του καλού και του κακού. Του καλού και του πόνου».
Εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. «Τι σκέφτηκες;»
«Τι σκέφτηκα;»
«Κάτι σκέφτηκες».
«Τίποτα, μια ιστορία για ρίζες».
«Έλα, πες. Σειρά σου».
«Καλά λοιπόν. Έχεις ακούσει ποτέ για το Old Tjikko;»
«Τι είναι αυτό;»
«Είναι ένα έλατο. Κάποτε η Ράκελ, ο Όλεγκ κι εγώ πήγαμε οδικώς μέχρι το Φουλουφιέλε στη Σουηδία, επειδή ο Όλεγκ είχε μάθει στο σχολείο ότι εκεί υπήρχε το Old Tjikko, το αρχαιότερο δέντρο του κόσμου, που θα έκλεινε σύντομα τα δέκα χιλιάδες χρόνια ζωής. Στο αυτοκίνητο, η Ράκελ έλεγε ότι το δέντρο αυτό είχε γεννηθεί όταν ο άνθρωπος ανακάλυπτε τη γεωργία και η Αγγλία ήταν ακόμη κομμάτι της ευρωπαϊκής ηπείρου. Όταν ανεβήκαμε το βουνό, ανακαλύψαμε προς μεγάλη μας απογοήτευση ότι το Old Tjikko ήταν ένα ισχνό, ανεμοδαρμένο και σχετικά μικρό έλατο. Ένας δασοφύλακας μας εξήγησε ότι το συγκεκριμένο δέντρο ήταν μόλις μερικών εκατοντάδων ετών, ένα από τα πολλά παρόμοια δέντρα. Ο Όλεγκ απογοητεύτηκε πολύ, γιατί περίμενε πώς και πώς να πει στους συμμαθητές του ότι είχε δει το αρχαιότερο δέντρο του κόσμου. Κι ούτε τις ρίζες του μπορούσαμε να δούμε. Του πρότεινα, λοιπόν, να σηκώσει το χέρι του στην τάξη και να πει στον δάσκαλο ότι οι ρίζες δεν είναι ολόκληρο δέντρο κι ότι το αρχαιότερο γνωστό δέντρο του κόσμου βρισκόταν στα Λευκά Όρη, στην Καλιφόρνια, και ζούσε εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια. Αυτό έκανε τον Όλεγκ να χαρεί τόσο πολύ, που πετάχτηκε κι άρχισε να τρέχει προς το αυτοκίνητο, ανυπομονώντας να επιστρέψουμε σπίτι και να θριαμβεύσει με τις νέες του γνώσεις. Όταν ξαπλώσαμε το ίδιο βράδυ, η Ράκελ χώθηκε δίπλα μου και μου είπε ότι μ’ αγαπούσε κι ότι η αγάπη μας ήταν σαν το σύστημα των ριζών εκείνων των δέντρων. Μπορεί τα δέντρα να σάπιζαν, να τα χτυπούσε κεραυνός, μπορεί να τσακωνόμασταν, εγώ να ξανάπεφτα στο ποτό, η αγάπη όμως ήταν υπόγεια, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα γι’ αυτό, ούτε εμείς ούτε οι άλλοι, θα ήταν πάντα εκεί· κι από εκεί θα γεννιούνταν πάντοτε νέα δέντρα».

του Jo Nesbo, από το Μαχαίρι· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Έβρεξε έτσι

Αποζήτησα τη βροχή. Την αποζήτησα τόσο πολύ που όταν ήρθε δεν ήξερα πια πώς να τη σταματήσω. Ήταν μια βροχή σαν καταρράκτης, ροζ, πράσινη, μπλε, έπαιρνε όλα τα χρώματα και κανένα. Έκανε τα πουλιά να πέφτουν. Έβρεξε έτσι ούτε που ξέρω για πόση ώρα. Οι γέροι έλεγαν ότι δεν είχαν δει ποτέ τέτοιο πράγμα. Μιλούσαν για τους προγόνους τους και για τον Θεό και για τον ουρανό και για όλα εκτός από την αιτία της βροχής: εμένα. Την είχα καλέσει για να τα σαρώσει όλα, στεκόμουν στη μέση του οροπεδίου και γελούσα, γελούσα, τα παρέσυρε όλα προς την κοιλάδα μέσα σε ποταμούς οργής, όλους τους εχθρούς μου, όλους εκείνους που δεν είχαν ποτέ τους πιστέψει σε μένα. Είδα ένα παπούτσι κλόουν να παρασύρεται μαζί με τα νερά, άντε γεια Μαλόκιο! Κι έπειτα είδα να περνάει ένα κοντό μπλε φουστάνι· προσπάθησα να τα σταματήσω όλα, όμως ήταν πια αργά, οπότε βούτηξα μέσα για να το πιάσω.

του Jean-Baptiste Andrea από τη Βασίλισσά μου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στερέωμα.

Δεν θα είναι ανακούφιση;

Ο Άρθουρ Πλην είναι ο πρώτος ομοφυλόφιλος που πρόλαβε να γεράσει. Έτσι αισθάνεται, κάτι τέτοιες στιγμές τουλάχιστον. Εκεί μέσα, χωμένος κάτω απ’ το νερό, θα μπορούσε να ήταν ένα εικοσιπεντάρης, ένας τριαντάρης, όμορφος νέος, γυμνός σε μια μπανιέρα, που απολαμβάνει τις χαρές της ζωής. Θα ήταν φριχτό, αν κάποιος τον έβλεπε τυχαία γυμνό απόψε: το κορμί του είναι ροζ από τη μέση και κάτω, και το κεφάλι του σταχτί, σαν τις παλιές γόμες που η μια άκρη τους έσβηνε το μολύβι και η άλλη το μελάνι. Εκτός από τον Ρόμπερτ, δεν έχει δει άλλον ομοφυλόφιλο που να έχει περάσει τα πενήντα. Όλοι οι γνωστοί του ήταν το πολύ σαράντα, έστω σαραντακάτι, αλλά δεν είδε κανέναν να περνά κατά πολύ αυτό το όριο· πέθαναν από AIDS, τη μάστιγα της γενιάς τους. Πολλές φορές, η γενιά του Πλην μοιάζει να είναι η πρώτη που εξερευνά το έδαφος μετά τα πενήντα. Πώς πρέπει να πορευτούν; Άραγε πρέπει να διατηρείσαι αιωνίως νέος, να βάφεις τα μαλλιά, να προσέχεις τη δίαιτά σου για να διατηρήσεις τη σιλουέτα σου, να φοράς στενά πουκάμισα και τζην, και να βγαίνεις για χορό έως ότου τινάξεις τα πέταλα στα ογδόντα; Ή μήπως πρέπει να κάνεις το αντίθετο ― να τ’ απορρίψεις όλα αυτά και ν’ αφήσεις τα μαλλιά σου να γκριζάρουν, να φοράς κομψά πουλόβερ που κρύβουν την κοιλιά και να χαμογελάς αναπολώντας τις παλιές, για πάντα χαμένες απολαύσεις; Μήπως πρέπει να παντρευτείς και να υιοθετήσεις ένα παιδί; Κι αν είστε ζευγάρι, μήπως πρέπει να βρει ο καθένας από έναν εραστή, σαν ασορτί κομοδίνα εκατέρωθεν του κρεβατιού, ώστε να μην εκλείψει τελείως το σεξ; Ή μήπως είναι προτιμότερο ν’ αφήσεις το σεξ να χαθεί εντελώς, όπως συμβαίνει με τους ετεροφυλόφιλους; Δεν θα είναι ανακούφιση, αν εγκαταλείψεις όλη αυτή τη ματαιοδοξία, το άγχος, τον πόθο και τον πόνο; Μήπως πρέπει να γίνεις βουδιστής; Ένα είναι βέβαιο ότι δεν πρέπει να κάνεις: να είσαι με κάποιον επί εννέα χρόνια, πιστεύοντας πως πρόκειται για μια σχέση εύκολη, χαλαρή, κι όταν πλέον ο εραστής σου σ’ εγκαταλείψει, να εξαφανιστείς από προσώπου γης και να καταλήξεις ολομόναχος μέσα στην μπανιέρα ενός ξενοδοχείου, διερωτώμενος τι γίνεται από δω και πέρα.

του Άντριου Σων Γκρίερ από τον Πλην· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δώμα.

Η μοναδική πραγματική επαφή

Η Ματίλντ Καλμόν νοσηλεύτηκε. Ένας επιδέξιος χειρουργός κατάφερε ν’ αποκαταστήσει το γόνατο που είχε συντρίψει η σφαίρα, χρησιμοποιώντας διάφορα πολυμερή, πλαστικά και άλλα συνθετικά υλικά συμβατά με τη ζωντανή σάρκα, που αντικατέστησαν την επιγονατίδα και τους τένοντες. Όταν κρίθηκε ότι μπορούσε να μετακινηθεί, τη μετέφεραν σ’ ένα νοσοκομείο για κρατούμενους στην περιοχή του Παρισιού. Ανακρίθηκε από έναν ανακριτή ειδικευμένο σε θέματα τρομοκρατίας, καθισμένη με χειροπέδες σε αναπηρική πολυθρόνα. Καθώς παρέμενε ουσιαστικά βουβή από τη νύχτα της απαγωγής του Πιερ από τον Ματάνθας και συνεπώς δεν εξέφρασε καμιά επιθυμία σχετικά με την υπεράσπισή της, διόρισαν αυτεπάγγελτα μια νεαρή δικηγόρο, ωραία, φλύαρη και σχεδόν ανίκανη, η οποία δεν μπόρεσε παρά να νιώσει κάποια συμπάθεια γι’ αυτή τη θλιμμένη και κουτσή γυναίκα. Η Ματίλντ παραπέμφθηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε ένοπλη συμμορία και προφυλακίστηκε στη γυναικεία πτέρυγα των φυλακών του Φλερί-Μεροζίς. Αναμένοντας τη δίκη, έμαθε ανάγνωση σε μια παιδοκτόνο που είχε πνίξει τα δίδυμά της στην μπανιέρα επειδή την παράτησε ο πατέρας τους. Ήταν η μοναδική πραγματική επαφή της Ματίλντ με κάποιον άνθρωπο εκείνη την περίοδο. Τον υπόλοιπο χρόνο διάβαζε τα λίγα βιβλία που της έφερνε η δικηγόρος της: ανακάλυψε τον Πολ Όστερ, ξαναδιάβασε τον Ισμάν, έμαθε απέξω ποιήματα του Ρενέ Σαρ. Και καθώς το Παρίσι είναι μακριά από το Μπορντό, οι φίλοι, αποθαρρυμένοι από την απόσταση και τις γραφειοκρατικές ταλαιπωρίες, αραίωσαν τις επισκέψεις τους και προσπάθησαν να διατηρήσουν μια επαφή στέλνοντάς της γράμματα, τακτικά και στοργικά, που κι αυτά σταμάτησαν στο τέλος, μετά από καμιά δεκαριά μήνες, ελλείψει τακτικών απαντήσεων, κι από εξάντληση, όπως εγκαταλείπει τον αγώνα ένας δρομέας με καλές προθέσεις. Η Ματίλντ επέζησε, μάλλον επειδή δεν είχε τίποτ’ άλλο να κάνει.

του Herve Le Corre, από την Άμμο στο στόμα· κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.