One morning, when Gregor Samsa woke from troubled dreams, he found himself transformed in his bed into a horrible vermin. He lay on his armour-like back, and if he lifted his head a little he could see his brown belly, slightly domed and divided by arches into stiff sections. The bedding was hardly able to cover it and seemed ready to slide off any moment. His many legs, pitifully thin compared with the size of the rest of him, waved about helplessly as he looked. “What’s happened to me? ” he thought. It wasn’t a dream. His room, a proper human room although a little too small, lay peacefully between its four familiar walls. A collection of textile samples lay spread out on the table – Samsa was a travelling salesman – and above it there hung a picture that he had recently cut out of an illustrated magazine and housed in a nice, gilded frame. It showed a lady fitted out with a fur hat and fur boa who sat upright, raising a heavy fur muff that covered the whole of her lower arm towards the viewer. Gregor then turned to look out the window at the dull weather.
Η περιορισμένη φαντασία του
Μετά ο ταγματάρχης ξανάπιασε τις συνηθισμένες του ασχολίες. Και τα χρόνια κύλησαν σαν ομοιόμορφες, στρογγυλές, αθόρυβες ρόδες. Ο γερο-ανάπηρος του Λάξενμπουργκ δεν ήταν ο τελευταίος νεκρός που αποχαιρέτησε ο βαρόνος. Αμέσως μετά έθαψε τον πεθερό του και λίγα χρόνια αργότερα και τη γυναίκα του, που πέθανε ξαφνικά, χωρίς κλάματα κι αποχαιρετισμούς, έπειτα από μια άσχημη πνευμονία. Έστειλε το γιο του εσωτερικό σ’ ένα σχολείο στη Βιέννη, ορίζοντας πως δεν έπρεπε ποτέ να γίνει εν ενεργεία στρατιωτικός. Έμεινε μόνος στα κτήματα, στο μεγάλο άσπρο σπίτι όπου ακούγονταν ακόμα οι ανάσες των πεθαμένων. Μιλούσε μόνο με τον δασοφύλακα, τον επιστάτη, τον υποηρέτη του και τον αμαξά του. Οι εκρήξεις της οργής του ήταν όλο και πιο σπάνιες. Αλλά το προσωπικό κι οι εργάτες ένιωθαν συχνά το χωριάτικο βαρύ του χέρι. Και ο αμίλητος θυμός του έπεφτε δυσβάσταχτος στις πλάτες τους.Όπου κι αν πήγαινε, τον υποδεχόταν φοβισμένη σιωπή ― σαν τη γαλήνη πριν από το ξέσπασμα της μπόρας. Κάθε δεκαπέντε έφταναν τα υπάκουα γράμματα του γιου του. Του απαντούσε μια φορά το μήνα, δυο λόγια όλα κι όλα, σε μικρά τσιγκούνικα φύλλα χαρτιού, στα περιθώρια τα κομμένα από τα γράμματα που λάβαινε. Μια φορά το χρόνο, στις 18 Αυγούστου, στα γενέθλια του αυτοκράτορα, φορούσε τη στολή του και πήγαινε στον κοντινό στρατώνα. Ο γιος του ερχόταν δυο φορές το χρόνο: τα Χριστούγεννα και στις καλοκαιρινές διακοπές. Κάθε παραμονή Χριστουγέννων ο πατέρας έδινε στο γιο τρία ασημένια φιορίνια, βάζοντάς τον να υπογράψει απόδειξη. Το παιδί υπέγραφε, αλλά δεν τά ‘παιρνε ποτέ. Τα χρήματα έμπαιναν το ίδιο βράδυ σε μια κασετίνα, στο συρτάρι του γέρου, δίπλα στους ελέγχους του σχολείου ― δίπλα στις αποδείξεις της επιμέλειας και των μετρημένων αλλά επαρκών επιδόσεων του νεαρού Τρόττα στα μαθήματά του. Το παιδί ποτέ δεν πήρε δώρα, παιχνίδια, χαρτζιλίκι, βιβλία άλλα πέρα από τα σχολικά του. Δεν έδειχνε ωστόσο να υποφέρει απ’ αυτές τις στερήσεις. Διέθετε μυαλό προσγειωμένο, λογικό, πρακτικό. Η περιορισμένη φαντασία του δεν λαχταρούσε τίποτα περισσότερο από το να ξεμπερδέψει το γρηγορότερο δυνατόν με τις υποχρεώσεις του σχολείου του.
του Joseph Roth από Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.
Η πορεία του App Store προς τους προσωπικούς υπολογιστές
Τα νέα και οι συζητήσεις των τελευταίων ημερών που αναφέρονται στην τεχνολογία των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των φορητών ηλεκτρονικών συσκευών περιστρέφονται σε ένα μεγάλο βαθμό γύρω από την Apple. Η έλευση του iPad, η μέχρι τώρα αποδοχή του από το αγοραστικό κοινό αλλά και το επερχόμενο iOS 4, το λειτουργικό σύστημα που θα υιοθετηθεί από αυτό το καλοκαίρι στα iPhone, iPod touch και (λίγο αργότερα) στα iPad έχουν δώσει τροφή σε ένα μεγάλο διάλογο για τις δυνατότητες του μέλλοντος, το οποίο μόλις πλησιάσαμε με ένα σημαντικό βήμα.
Το μέλλον φυσικά δεν σημαίνει μόνο περισσότερη επεξεργαστική ταχύτητα, μεγαλύτερη χωρητικότητα και ουσιαστικότερη (;) συνδεσιμότητα· φέρνει μαζί του επίσης και μεταξύ πολλών άλλων αλλαγές σε διάφορες πτυχές των εργασιακών σχέσεων αλλά και στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το λογισμικό. To AppStore από τον Ιούλη του 2008 τροφοδοτεί με εφαρμογές κάθε είδους το iPhone και το iPod touch, ενώ εδώ και λίγες ημέρες είναι η πηγή του λογισμικού και για το iPad. Μπορεί το επόμενο βήμα να είναι το AppStore για εφαρμογές του Mac OS;
Το Ντύσσελντορφ σε τρεις κινήσεις: πρόπλυση, πλύση, στέγνωμα
Γύρω στον ένα μήνα και κάτι ψιλά πριν έκλεισα ένα μήνα ακόμα αποκριάτικες διακοπές μεταμφιεσμένες σε μαθήματα γερμανικών στο Ντύσσελντορφ, με τη σκέψη πως μετά τη Λειψία είναι η σειρά και μιας δυτικογερμανικής πόλης να φιλοξενήσει τη μεγαλειότητά μου. Κατά τα φαινόμενα, όπως υποστηρίζει κι ο σοφός (=ελληνικός) λαός, λέγε-λέγε μαλακίες, κάποια στιγμή θα την πληρώσεις.
Το Ντύσσελντορφ είναι μια πόλη που μπορεί να χρησιμεύσει άνετα ως παράδειγμα της γερμανικής δυτικής κουλτούρας: κάτι αιώνες πριν, άγνωστο και αδιάφορο πόσοι, μια μούτζα τσομπάνηδες βοσκάγανε τα ζωντανά τους γύρω από τον ποταμό Ντύσσελ, του οποίου το όνομα ελλείψει φαντασίας χρησιμοποίησαν για να ονομάσουν το χωριό που ίδρυσαν γύρω του, μιας που το να το πουν «Ρηνοχώρι» δεν θα το όριζε ξεκάθαρα στο χάρτη. Έκτοτε επιδόθηκαν με ζήλο στο άθλημα του να βγάζουν χρήματα, κάνοντας μόνο μια-δυο στάσεις όταν το Ντύσσελντορφ ισοπεδώθηκε και χρειαζόταν να το ξαναχτίσουν για να συνεχίσουν ακάθεκτοι. Όσοι από εσάς παίζετε βιντεοπαιχνίδια στρατηγικής, θα βρείτε σίγουρα πολλές ομοιότητες με μονάδες όπως π.χ. οι peons του Warcraft. Με μια σύντομη επίσκεψη σ’ αυτήν την καταβόθρα του πολιτισμού, θα διαπιστώσετε πως οι κάτοικοι φέρνουν στη συμπαθή, αμόρφωτη, βλαμμένη, γκρινιάρα τάξη του παιχνιδιού της Blizzard πρωτίστως εξωτερικά αλλά και εσωτερικά: είναι βρωμιάρηδες, φωνακλάδες, πίνουν μπύρα ανεξαρτήτως ώρας της ημέρας, ρεύονται μπύρα ανεξαρτήτως συνοδεύουσας παρέας, και επιπλέον στην τηλεόραση βλέπουν μόνο και σταθερά ποδόσφαιρο ενώ διαβάζουν καθημερινά κι ανελλιπώς τη Bild (για όσους αγνοούν, πρόκειται για την κωλοτρυπίδα του καθημερινού τύπου). Όποια σκατογνώμη κι αν έχετε σχηματίσει για τους Γερμανούς, οι Ντυσσελντόρφιοι την επιβεβαιώνουν στο διπλάσιο με δύο επιπρόσθετα σημαντικά χαρακτηριστικά.
…και το Έθνος ας ψοφήσει
Τα άπλυτά μας στη φόρα. Αυτό έγινε. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Λες και δεν το ξέραμε.
Ξαφνικά, αντιληφθήκαμε ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με πρασιτική οικονομία και διογκωμένο δημόσιο τομέα. Δεν γνωρίζαμε για το πρωτογενές έλλειμμα, το δημόσιο χρέος ή το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δεν είχαμε ιδέα. Γουί ντίντεν’τ χεβ ε κλου.
Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας μάγκες που τόσα χρόνια τρώγαμε τζάμπα από τους κοινοτικούς κορβανάδες και δεν ανησυχούσαμε για τίποτα. Να τα πακέτα Ντελόρ, να οι χρηματοδοτήσεις του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, να οι επιχορηγήσεις των Ταμείων Ανταγωνιστικότητας και Προαγωγής της Ελληνικής Ρεμαλοσύνης. Κύριος οίδε πόσο κοινοτικό και εθνικό χρήμα (γιατί κοντά στο βασιλικό…ποτίζεται και η γλάστρα, δηλαδή μαζί με των ευρωπαίων ας φάμε και τα ελληνικά) έχει κατασπαταληθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια.
Και να σου οι βίλες, οι μίζες και τα κότερα (για τους πολιτικούς άρχοντες). Να σου τα επιδόματα, οι αυξήσεις και οι προσλήψεις στο δημόσιο. Κάπου εδώ κολλάνε και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 (γιατί πάνω από όλα είμαστε και εθνικόφρονες και άξιοι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων) και έρχεται όλο και γίνεται μια ομορφιά. Γιατί, σου λέει μέχρι το 2000 είμασταν πολύ κοντά στα πλαίσια της Ευρωζώνης. Από το 2004 και μετά, μας πήρε και μας σήκωσε.
Θεωρούσαμε ότι λαμβάνουμε δωρεάν χρήμα, αλλά οι Ευρωπαίοι το μόνο που έκαναν ήταν να μας δανείζουν για να χρηματοδοτήσουμε με τη σειρά μας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους (ανοιχτές αγορές, γαρ). Οι καλοί μας οι εταίροι, μας έδιναν λεφτά για να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα, να εκσυγχρονίσουμε και να εξυγιάνουμε τη δημόσια διοίκηση, να αναμορφώσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα, το ασφαλιστικό σύστημα, να λάβουμε μέτρα υπέρ του κοινωνικού συνόλου, να αναβαθμίσουμε τέλος πάντων, αυτή την καημένη χώρα ώστε να μπορεί να σταθεί αντάξια δίπλα στο λήμμα «ευρωπαϊκή».
Κάποια στιγμή όμως, όλα τα ωραία τελειώνουν και μαζί τους οι μάσες. Το κοινοτικό χρήμα κάποια στιγμή άρχισε να στερεύει (you know, υπάρχουν κι αλλού…πορτοκαλιές, κοινώς χώρες που χρήζουν οικονομικής και όχι μόνο βοήθειας με στόχο την αειφόρο και συμμετρική ανάπτυξη (λέγε με Ανατολική Ευρώπη). Αλλά ο Ελληνάρας, ο σωστός, ο πρόστυχος δε μάσησε φυσικά. Σου λέει «δε μου δίνεις ευρωπαίε φίλε μου; Σκασίλα μου! Θα δανειστώ από τις αγορές». Και κάπως έτσι ξεκινάει ο φαύλος κύκλος μας, από τον οποίο Θεού και Δου-Νου-Του θέλοντος, θα αργήσουμε να βγούμε.
Τα επιμέρους κοινωνικά προβλήματα ουδέποτε μας απασχόλησαν – χαμηλές μαθησιακές επιδόσεις των ελληνόπουλων, ανυπαρξία κράτους πρόνοιας και δικαίου, ανισότητες στην κατανομή του πλούτου, εξαιτίας της ελλειπούς λειτουργίας των εισπρακτικών μηχανισμών – αυτό θα πει να έχεις σκατώσει το αξιακό σου σύστημα. Καλά, δεν το συζητώ για τα ελλείμματα…αυτά υπήρχαν μόνο στην αρρωστημένη φαντασία όσων έκρουαν των κώδωνα του κινδύνου εδώ και καιρό. Μέχρι το σήμερα… Πού βρισκόμαστε σήμερα; Πουθενά.
Ναι, ναι καλά ακούσατε, δεν κάνουν πουλάκια τα αυτιά σας. Πουθενά. Δεν ανήκουμε ούτε στην πρώτη, ούτε στη δεύτερη ταχύτητα της Ευρωζώνης. Δεν είμαστε ούτε στο Βορρά, ούτε στο Νότο. Ούτε καν στα Βαλκάνια (και ερωτώ: ξέρετε ποιά είναι η μοναδική χώρα, όχι μόνο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο που δεν έχει δημόσιο χρέος; Σας αφήνω με την απορία, για να διαβάσετε όλο το κείμενο).
Είμαστε μια ειδική κατηγορία εντός της νομισματικής ένωσης – πρωτοπόροι και σε αυτό, τρομάρα μας! Και η σύμπραξη της Ε.Ε. με το Δ.Ν.Τ. γίνεται για πρώτη φορά στα χρονικά. Και σας παρακαλώ πολύ να μη φαντάζεστε το Δ.Ν.Τ. ως τίποτα αιμοβόρους δράκουλες που ήρθαν να μας πιουν το αίμα. Όόόόχι, όχι. Τεχνοκράτες είναι οι άνθρωποι. Να βοηθήσουν ήρθαν. Και όχι αμισθί. Μας δανείζουν με χαμηλό κόστος, ναι, αλλά θέλουν να διασφαλιστούν ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Και αν με ρωτάτε, είμαι υπέρ. Δε διαφωνώ με τις προβλέψεις περί των μέτρων που θα επιβάλλουν (είπαμε, δεν είναι φιλόπτωχο), ότι θα είναι σκληρά και όλοι θα υποφέρουμε, αλλά πιστέψτε με, είναι αναγκαίο. Πρέπει αυτή η χώρα να αλλάξει πρόσωπο και πορεία πλεύσης. Ο Γεώργιος Σουρής (και Υδροχόος, παρακαλώ) είχε γράψει κάποιους στίχους πριν εκατό και πλέον χρόνια:
Ποιός είδε κράτος λιγοστό, σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να ξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Και δεν ήταν καν Γερμανός! Να πεις ότι είχε και προηγούμενα μαζί μας. Και δεν καταλαβαίνω δηλαδή, γιατί ο Γερμανός, και ο κάθε Γερμανός ή Γάλλος να πρέπει να πληρώνει για το μάγκα τον Ελληνάρα που χαλβαδιάζει τα μπούτια των Γερμανίδων και των Γαλλίδων τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες στα νησιά και κοπροσκυλιάζει τους υπόλοιπους εννιά;
Δύο έργα σεξ, η αίθουσα κλιματίζεται.
Δε θέλετε Δ.Ν.Τ.; Με γειά σας, με χαρά σας. Μαζί σας. Διακανονισμός του χρέους (αποπληρωμή των ελληνικών περιπαθών ομολόγων στο 70% και ουχί στο 100% – έτσι για να σπάσουνε και λίγο τα μούτρα τους οι κερδοσκόποι) και άντε γεια. Κλαμπ Παρισιού, αγκαλιά με το Αφγανιστάν. Εκτός Ευρωζώνης, εκτός Ε.Ε., εκτός…γενικότερα. Μη σας πω ότι θα μας αλλάξουν και ήπειρο.
Γι’ αυτό να μην ακούω αηδίες του στυλ «πω, πω, ήρθαν αυτοί οι ΔΝΤ-δες και θα μας πιουν το αίμα». Οι πολιτικοί που ψηφίζατε τόσα χρόνια σας το έπιναν.
Και by the way, η χώρα με μηδενικό δημόσιο χρέος είναι η Αλβανία. Για να μάθετε να κοροιδεύετε τους Αλβανούς, που παρεπιπτόντως δουλεύουν σαν τα σκυλιά, ενώ οι δικοί μας οι ρεμπεσκέδες είναι μόνο φραπέ και χωρίστρα με τζελ. Ουστ!
(*βέβαια, πήρε το αυτί μου ότι σκοπεύει και η Αλβανία να εισέλθει στις διεθνείς αγορές, σχεδιάζοντας να λάβει δάνειο ύψους 400 εκ. Ευρώ με το οποίο θα χρηματοδοτήσει ένα μέρος του κρατικού προϋπολογισμού και ορισμένες άλλες λειτουργικές δαπάνες).
[ Το παρόν κείμενο αποτελεί πόνημα της pennystock83 ]
Μάο τσε Μέρκελ
Μαθαίνω γερμανικά. Το επίπεδό μου βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο καλούτσικα και στο αρκετούτσικα καλά, σίγουρα πάντως κάτι που να τελειώνει σε -ούτσικα. Μπορώ να συνεννοηθώ αρκετά καλά και να κάνω μέρος σε σχετικά απλές φιλοσοφικές συζητήσεις με πολιτικό, κοινωνικό, μουσικό ή σεξουαλικό περιεχόμενο. Οι κατηγορίες ηλικίας όμως με τις οποίες μπορώ να συζητήσω άνετα είναι τα παιδάκια από 4 έως 7 ετών και οι ηλικιωμένοι άνω των 70, οι οποίοι έχουν υποστεί τουλάχιστον ένα καρδιακό επεισόδιο· αυτό συμβαίνει καθώς τα μέλη των δύο αυτών ηλικιακών κατηγοριών μιλούν αργά, για απλά θέματα και συνήθως συγχωρούν λάθη. Αφ’ ενός όμως είναι κάπως δύσκολο να κάνεις έναν 70άρη καρδιακό να ενδιαφερθεί για κάτι που έχεις να του πεις κι αφ’ ετέρου το να μιλάς σε εξάχρονα παιδάκια θα τραβήξει το ενδιαφέρον των οργάνων τήρησης της τάξης.
Ως εκ τούτου είχα τη φαεινή ιδέα, πριν πάω φαντάρος στα 26 μου να ξοδέψω όλα τα χρήματα που έβγαλα τα προηγούμενα τριανταεπτά χρόνια (τριανταεννέα, αν υπολογίσεις τις υπερωρίες) δουλεύοντας μαύρα από ‘δώ, από ‘κεί κι από πιο κάτω. Έτσι γύρω στο Γενάρη επισκέφτηκα το DAAD, το οποίο διαβάζεται «Ντε Α Α Ντε», αλλά εκ του αποτελέσματος, ήτοι για να δεις την έκφραση όσων σε ακούν, συμφέρει να το προφέρεις «Νταάντ». Το DAAD είναι μια υπηρεσία των φίλων μας των Γερμανών που αναλαμβάνει να παίρνει φοιτητές και μαθητές από άλλες χώρες και να τους στέλνει σούμπιτους στη Γερμανία, ενώ διατείνεται ότι κάνει και το αντίθετο, πράγμα που είναι φυσικά μύθος. Η ευγενέστατη και ολιγόλογη κυρία που εργάζεται στο Νταάντ της Αθήνας (γραφεία υπάρχουν επίσης στη Θεσσαλονίκη και στο Σουφλί) μου πρότεινε τη Λειψία με έναν πολύ διακριτικό τρόπο: μου έδωσε φυλλάδια με το αναλυτικό πρόγραμμα κάθε επιπέδου, ημερομηνίες, τιμές, καθώς και το κλασικό φυλλάδιο που διαθέτει κάθε ινστιτούτο ξένων γλωσσών και έχει φωτογραφίες από μαθητές και καθηγητές γελαστούς να τη βρίσκουν πάνω από βιβλία και μπροστά σε πισιά· για τα υπόλοιπα σχετικά ινστιτούτα, μου έδωσε δυο διευθύνσεις στο ίντερνετ να ψάξω κι έτσι νομίζω πως ήταν ξεκάθαρη πως φέτος η κυρία Μέρκελ σπρώχνει Λειψία. Κάτι το οποίο δεν είναι απαραίτητα κακό, αν σκεφτείς πως από πίσω υπάρχει μια κάποιου είδους οργάνωση που κοιτάει κάθε χρόνο ποιος κλαίγεται περισσότερο για λεφτά, τηλεφωνεί στα Νταάντ όλου του κόσμου και λέει «στείλτε εκεί τα θύματα φέτος».
Έτσι λοιπόν, κάπως τυχαία, κάπως μην ξέροντας που πάν’ τα τρία, βρέθηκα στη Λειψία να κάνω μαθήματα γερμανικών στην InterDaF e.V., όπου e.V. βλέπε eingetragener Verein, δηλαδή εγγεγραμμένο σωματείο. Δεν κάνω πλάκα. Η InterDaF βρίσκεται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Herder, το οποίο με τη σειρά του συνεργάζεται με το πανεπιστήμιο της Λειψίας. Όπερ σημαίνει πως πρόκειται για ένα φροντιστήριο της κακιάς ώρας επιπέδου PALSO, αλλά στο γερμανικό αντίστοιχο: είναι ένα κτήριο που πιάνει μισό γερμανικό οικοδομικό τετράγωνο, έχει δώδεκα ορόφους, εκατό αίθουσες, τρία ασύρματα δίκτυα, ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, κανέναν ψύκτη, στελεχώνεται μοναχά από γυναίκες από τη βάση ως την κορυφή της πυραμίδας της ιεραρχίας και στο οποίο μαθαίνουν γερμανικά αποκλειστικά Κινέζοι. Η αναλογία των Κινέζων προς τους μη Κινέζους θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή όταν είναι δέκα προς ένα. Υπάρχουν τάξεις που είναι η καθηγήτρια, δώδεκα Κινέζοι κι ο μαλάκας.
Μας κάνουν μάθημα δύο εξαιρετικές κυρίες της άνω μέσης ηλικίας, των οποίων η εξωτερική όψη σε συνδυασμό με την οικογενειακή κατάσταση δείχνουν ότι ακόμα κι εμείς οι ασχημούληδες έχουμε τρελές ελπίδες στην ανατολική Γερμανία. Οι μαθητές είναι απ’ όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, κατά βάση όμως κι αν το καλοσκεφτεί κανείς οι χώρες καταγωγής τους έχουν ένα κοινό σημείο: είναι χωρισμένες στα δύο ή και στα περισσότερα και το ένα μέρος σφάζει το άλλο (ή τα άλλα), οπότε μαντέψτε από ποιο μέρος προέρχονται τα φυντάνια μας. Εκτός φυσικά από την Κίνα όπου ο καθένας δουλεύει ανάλογα με τις δυνατότητές του και τσεπώνει ανάλογα με τις ανάγκες του, κάτι που είναι εν ολίγοις η απαιτούμενη μαλακία που λέγεται περιοδικά για να περάσει η ώρα. Γενικότερα διαθέτουμε ατραξιόν όπως μια κραγμένη Μολδαβό, ένα Βραζιλιάνο με αίσθηση του χιούμορ ανεπτυγμένη αντιστρόφως ανάλογα με το ποδόσφαιρο στη χώρα του, μια Γιαπωνέζα με φωνή αρνητικών ντεσιμπέλ, που έχει σπουδάσει γερμανική φιλολογία στην Ιαπωνία, παίζει ποδόσφαιρο και θέλει να ανοίξει ζαχαροπλαστείο στη Γερμανία, έναν Σύριο με μπάκα και ροζ μάγουλα και μια στραβοχυμένη Περουβιανή σαραντακάτι ετών, που από ένα σημείο και μετά νομίζεις ότι σε διακόπτει όταν μιλάς επειδή γουστάρει να ζει στο όριο και να προκαλεί τον αγκώνα και το γόνατό σου.
Βεβαίως η άρχουσα τάξη είναι φυσικά οι Κινέζοι. Ο ανυποψίαστος καμμένος θα πρέπει να απομυθοποιήσει τις χυμώδεις Κινέζες με τα πελώρια μπούτια και τα αβυσσαλέα ντεκολτέ που βλέπει στις τσόντες, καθώς αυτές είναι ένα φετίχ τόσο σπάνιο όσο ένας τριχωτός χοντρομπαλάς με δαχτυλίδι στον αφαλό που κρέμεται από μια οικολογική λάμπα Philips δώρο του ΣΚΑΪ, κάνει κακά του και παραλλήλως τον παίρνει από το δεξί ρουθούνι. Οι Κινέζες γενικότερα μοιάζουν περισσότερο με σελιδοδείκτες παρά με τις γυναίκες που βλέπουμε στα περιοδικά. Πρόκειται για κοριτσάκια με καμπύλες σχεδιασμένες με νήμα της στάθμης, με στήθη μεγέθους αγκινάρας (καθαρισμένης φυσικά), ενίοτε με περιποιημένο μουστάκι, οι οποίες προκαλούν κίνηση στο δείκτη της ζυγαριάς μοναχά αν έχουν φορέσει παλτό Μοντγκόμερυ κι έχουν πέσει πριν σε πισίνα. Οι Κινέζοι από τη μεριά τους είναι δημιουργημένοι επειδή η φύση είχε όρεξη για πολύ, μα πολύ χοντρά αστεία. Μπαλαντζάρουν με τρομερή επιτυχία ανάμεσα στο εξαιρετικά αδιάφορο και στο εξαιρετικά ενοχλητικό, ενώ η εξωτερική τους εμφάνιση είναι η δεύτερη τραγωδία μετά την Ορέστεια που σώζεται ολόκληρη και διαθέτει ως μπόνους και το σατυρικό δράμα: π.χ. ένας παχύσαρκος με βλεφαρόπτωση που σπουδάζει γλωσσολογία και τρώει Χάριμπο κι ένας άλλος που πριν μιλήσει γερμανικά ρουφάει στιγμιαία μια μεγάλη ποσότητα αέρα προσομοιώντας ηχητικά το ram air της Kawasaki ZX10R και που έχει 9 μετρημένες διάπαρτες και με διάφορα μήκη τρίχες κάτω από τη μύτη του, τις οποίες συντηρεί προφανώς γιατί ψάχνοντας για το «μουνί» στο λεξικό έπεσε πάνω στη λέξη «μουστάκι» και οι οποίες δίνουν πολλές νέες ιδέες για βασανιστήρια. Σε γενικές γραμμές οι Κινέζοι και των δύο φύλων μιλούν ελεϊνά πολύ και πάντα στη γλώσσα τους, σίγουροι για το ότι δεν τους καταλαβαίνει κανείς, με μοναδικές εξαιρέσεις τη διάρκεια του μαθήματος και την περίπτωση που θέλουν να σε ρωτήσουν κάτι προσωπικά. Αν είσαι ένας κι έχεις βγει με δέκα Κινέζους, θεωρείται πως απλά ήθελες να μείνεις μόνος σου. Επίσης πίνουν ζεστό νερό με γρασίδι, μασουλάνε με ορθάνοιχτο στόμα, ενίοτε ρεύονται και τρώνε οτιδήποτε μπορεί να μασηθεί, κάτι αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς τι έχουν στο εθνικό τους διαιτολόγιο.
Μοναδική εξαίρεση που οφείλει να σημειωθεί είναι ένα εικοσιτριάχρονο πιπίνι σε συσκευασία τσιχλόφουσκας που τρώει με μαχαιροπίρουνα και κλειστό στόμα, που θέλει να σπουδάσει Ιστορία, που μιλάει γερμανικά, που γράφει ποιήματα, που παίζει τέσσερα μουσικά όργανα, που πιστεύει ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τα μπάζα και που τη φτιάχνουν οι επιστήμονες.
Για να επιστρέψω στα μαθήματα, κάνουμε καθημερινά από τις 8:00 ως τις 13:15 με δύο διαλείμματα: ένα στις 9:30 διάρκειας μισής ώρας και ένα στις 11:30 διάρκειας ενός τετάρτου. Χρησιμοποιούμε το πρώτο διάλειμμα για να κοιμηθούμε, να ξυριστούμε, να πλύνουμε τα δόντια μας, να καθαρίσουμε τα αυτιά μας και γενικότερα να κάνουμε οτιδήποτε δεν προλαβαίνει να κάνει ο άνθρωπος, όταν μαζί με τον εαυτό του το πρωί έχει να ξυπνήσει και τα κοκόρια και το δεύτερο για να συζητήσουμε για τις απόψεις του Φρόυντ σχετικά με την καλλιέργεια της αγκινάρας. Κατά τη διάρκεια των διδακτικών ωρών οι καθηγήτριες μας παροτρύνουν πολύ να μιλήσουμε, να επικοινωνήσουμε και να κάνουμε εργασίες σε ομάδες, ενώ πραγματοποιούν κάθε μορφής περίπλοκους μαθηματικούς αλγορίθμους για να χωρίσουν τον κάθε Κινέζο από τους συμπατριώτες του. Μια στο τόσο έχουμε διαγώνισμα ενώ τουλάχιστον μια φορά στις δυο μέρες θα εξεταστούμε στην κατανόηση ακουστικού κειμένου από ένα μηχάνημα τρομακτικής ανατολικογερμανικής αισθητικής, που παίζει κασσέττες και σιντί και είναι ειδική παραγγελία από τη Μαλαισία, ώστε να μη διαθέτει ραδιοφωνικό δέκτη, καθότι όπως ίσως θα ξέρετε, η κρατική γερμανική τηλεόραση και το κρατικό γερμανικό ραδιόφωνο δεν πληρώνονται φασιστικά από τη ΔΕΗ, αλλά από ρουφιάνους που μπουκάρουν ξαφνικά με το έτσι θέλω σπίτι σου, όταν εσύ κάνεις κακά σου, τρως, ξύνεις τη μύτη σου ή αυνανίζεσαι, και ελέγχουν αν έχεις τηλεόραση και ραδιόφωνο. Το κάθε επίπεδο στην InterDaF δεν είναι ουσιαστικά αυτόνομο, αλλά είναι μέρος μιας μεγαλύτερης προετοιμασίας για την εισαγωγή των Κινέζων στα γερμανικά πανεπιστήμια. Διαθέτουμε τρία βιβλία τα οποία κάνουμε σχεδόν ολόκληρα και τα οποία ―να σημειωθεί― μαζί με εισιτήρια για εκδηλώσεις, θέατρα, κινηματογράφους, μπουρδέλα, μουσεία και επισκέψεις που κατά καιρούς μας πηγαίνουν συμπεριλαμβάνονται στο πληρωτέο ποσόν, ενώ σε πολλά μαγαζιά μας κάνουν έκπτωση όταν επιδεικνύουμε την κάρτα της InterDaF. Στις εξετάσεις, οι οποίες (δι)ενεργούνται μέσα στο ινστιτούτο, δικαιούμαστε να χρησιμοποιήσουμε γερμανογερμανικό λεξικό και μάλιστα, αν για οποιοδήποτε λόγο δεν έχουμε, μας δανείζουν ένα από αυτά της συλλογής του ινστιτούτου.
Τα γερμανικά είναι μια και μάλλον η ευκολώτερη από όλες αυτές τις γαμάτες γλώσσες, όπου είσαι αναγκασμένος, αν θέλεις να μιλήσεις σωστά, να σκεφτείς και διαφορετικά και, όταν είσαι υποχρεωμένος να κατακερματίσεις τη σκέψη σου για να την επαναδομήσεις σύμφωνα με τους κανόνες τις γλώσσας, μπορείς άμεσα να καταλάβεις αν αυτό που πας να πεις είναι μπαρούφα ή στέκει. Είναι επίσης σαν τη μουσική, όπου ακόμη και ο πιο σκαλωμένος αυτοσχεδιασμός, ακολουθεί κανόνες και γράφεται πάνω στο πεντάγραμμο, ενώ όποιος μπορεί να ακουστεί ερωτικός μιλώντας αυτό το πράμα έχει τεράστια μα τεράστια κότσια.
Με την τελευταία παράγραφο έχω κλείσει ως τώρα γύρω στις τέσσερις εκθέσεις και παρά το γλύψιμο ακόμα να πάρω ένα βαθμό της προκοπής.