Κατάλληλη

Είναι ακόμα στο κρεβάτι να μελετά πάνω στον τοίχο τις διαδρομές που κάνουν οι ακτίνες του ήλιου καθώς φιλτράρονται από το τζάμι, όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι εκείνος και δεν το πιστεύει ότι της τηλεφωνεί τόσο νωρίς, μόλις είκοσι τέσσερις ώρες από την τελευταία τους συνάντηση. Είναι βιαστικός και κόβει τις λέξεις του με έναν τρόπο που επιτρέπει να διακρίνει ότι είναι αγχωμένος. Αναμφίβολα, είναι εξαιτίας του πουλόβερ. Η Ανζ δε θα πρέπει να εκτίμησε το γεγονός ότι ένα κομμάτι πλαστικό έχει μείνει κρεμασμένο στο πλεκτό, και τώρα εκείνος θα τη διατάξει να βρει έναν τρόπο να βγάλει αυτό το γαμημένο αντικλεπτικό. Θα πρέπει να βασανίστηκε ήδη όλο το πρωινό υπό τη διεύθυνση των πυρετωδών διαταγών της Ανζ. Όχι, δεν κοιμάμαι. Σε παίρνω για χτες βράδυ. Έχει την εντύπωση ότι νιώθει άσχημα, κι αυτό την κάνει να νιώσει άσχημα κι εκείνη. Θα μπορούσε να του ομολογήσει την κλοπή που έκανε με γυμνά χέρια στο Προμό, αλλά φοβάται την εντύπωση που θα του προκαλούσε η αποκάλυψη αυτού του αυθόρμητου εγκλήματος. Είναι γι’ αυτά που κάθισες και είπες. Λέει ότι οι φίλοι του πίστεψαν όλοι πως είναι στ’ αλήθεια πόρνη. Δεν πρέπει να τους πείραξε που γνώρισαν μια πόρνη. Νομίζεις ότι έκανες εξυπνάδα; Του φαίνεται περίεργο να λέει κανείς ψευτιές έτσι στα καλά καθούμενα. Αυτό είναι το παράδοξο του ψέματος. Ο καθένας είναι έτοιμος να το δεχτεί όσο ενσωματώνεται στην πραγματικότητα, αλλά από τη στιγμή που το εντοπίζει το θεωρεί κάτι σαν προσωπική προσβολή. Γιατί να χρειάζονται πάντα περίπλοκοι λόγοι για να πει κανείς ψέματα; Η αλήθεια, αυτή η διαρκής ενατένιση της αβύσσου, δεν έχει τίποτα το θελκτικό. Απόδειξη ότι πάντα κρύβει κανείς κάποιο κομμάτι της. Το ψέμα τουλάχιστον έχει το καλό ότι είναι πάντα ολόκληρο και πολύ πιο λογικό από το αντίθετό του. Προφανώς είχε καταφέρει να αποθαρρύνει τον τύπο που είχε βάλει υποψηφιότητα για τη θέση του γκόμενού της. Αυτοί είναι που με πίστεψαν, θα πρέπει να έχω φάτσα κατάλληλη για τη δουλειά. Από την ήχο της αναπνοής του στο ακουστικό νιώθει ότι λίγο χαλάρωσε. Κι αυτή η αλλαγή διάθεσης τη βεβαιώνει πως κατάλαβε. Η καρδιά της γυρίζει στον τόπο της, κάτι συρρικνώνεται και μεγαλώνει ταυτόχρονα μέσα στο στήθος της. Δε μιλά κανείς τους. Περιμένει να της πει εκείνος τις συνηθισμένες λέξεις, αυτές που θα την περιορίσουν σε μια ξεκάθαρη κατηγορία: της φίλης. Αλλά αυτήν τη φορά η σιωπή δεν φτάνει να τον ωθήσει να προφέρει τη σειρά από τις συνηθισμένες του φράσεις, τις σχηματισμένες. Σωπαίνουν σαν να θέλουν να μετρήσουν την αλλαγή που λαμβάνει χώρα. Και με αυτήν τη διακοπή του μηχανικού ρυθμού των λεκτικών ανταλλαγών τους έχει το συναίσθημα ότι πλησιάζονται για πρώτη φορά. Για πρώτη φορά, το νιώθει, η ιδέα μιας σχέσης μαζί της του διαπερνά το νου. Τέλος λέει, με φωνάζει η Ανζ, πρέπει να πάω.

της Céline Curiol, από τη Φωνή χωρίς ήχο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ποταμός.

Leave a Reply

Your email address will not be published.