Γεννήθηκα και μένω στην Αθήνα. Δεν κατάγομαι από πουθενά. Η πόλη αυτή είναι η πιο άσχημη απ’ όσες έχω επισκεφθεί ποτέ. Κάποτε το χειμώνα είχε δροσιά και το καλοκαίρι ζέστη, ενώ φθινόπωρο και άνοιξη φορούσες πουκάμισα ή μπλουζάκια μακρυμάνικα. Τα τελευταία χρόνια το χειμώνα χιονίζει και το καλοκαίρι βράζει, ενώ φθινόπωρο και άνοιξη κυκλοφορείς με φανελάκια. Συγκεκριμένα την άνοιξη φτερνίζεσαι σαν πούστης απ’ τις αλλεργίες. Στα σχετικά βιβλία του δημοτικού το κλίμα της Ελλάδας χαρακτηρίζεται ακόμα ως “εύκρατο, δηλαδή με ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια”.
Το επόμενο κακό είναι η φασαρία. Κάθε φορά που ανοίγεις ένα παράθυρο, κάθε φορά που ανεβαίνεις σε ένα υπερυψωμένο μέρος (λόφο, ταράτσα, κλπ), νιώθεις σαν να πατάς πάνω σε ένα τεράστιο μπαλόνι γεμάτο με θόρυβο. Αυτοκίνητα, μηχανάκια, όλα αυτά με βλακώδεις μετατροπές τύπου “φίλτρο-εξάτμιση-πρόγραμμα”, λεωφορεία, οι κόρνες τους, κλιματιστικά, ομιλίες σε κινητά, φωνές από κάποια διαδήλωση, διάφορα κτήρια που γκρεμίζονται για να χτιστούν άλλα, χιλιοτρυπήματα δρόμων για να περαστεί από κάτω ό,τι μαλακία μπορείς να φανταστείς και ένα σωρό άλλα. Αγοράζω πάντα ακουστικά κλειστού τύπου γιατί οι “ψείρρες” δεν εφαρμόζουν καλά στ’ αυτιά μου, έχουν χειρότερη ποιότητα ήχου και με πονάνε μετά από λίγη ώρα. Πολλές φορές φοράω τα ακουστικά μου χωρίς να παίζει κάποια μουσική, για να γλιτώσω απλά λίγο από τη φασαρία, μέχρι να μπω σε κάποιο κτήριο (αλλά και τότε συνεχίζω να τα φοράω για να γλιτώσω απ’ τις μαλακίες που ακούω δεξιά κι αριστερά). Οι μόνες ανάσες κάποιας σχετικής ησυχίας είναι το καλοκαίρι, πρώτη με δεκαπέντε αυγούστου, που τα βλήμματα πηγαίνουν διακοπές σε πιο θορυβώδη μέρη, και τα πρωινά των Κυριακών, που τα ζώα κοιμούνται μετά από ένα ξενύχτι κομπλεξισμού και καταχρήσεων.
Επίσης υπάρχει η ρύπανση. Έχω ταξιδέψει σε πόλεις τέσσερις και πέντε φορές μεγαλύτερες από την Αθήνα. Στα ταξίδια μου συνηθίζω να περπατάω μέσα στην πόλη και να χαζεύω χωρίς ιδιαίτερο σχέδιο στο νου. Όταν μετά από ώρες επιστρέφω στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, η πρώτη μου ενστικτώδης ενέργεια είναι να πλύνω με σαπούνι τα χέρια και το πρόσωπό μου. Στην Αθήνα, όταν κάνεις κάτι τέτοιο μετά από δυο τρεις ώρες …επαφής με την πόλη, μετά πρέπει να πλύνεις και το νιπτήρα. Καθώς δε επιστρέφεις στο σπίτι σου νιώθεις ένα στρώμα μπίχλας να έχει κατακάτσει πάνω σε όλα τα μέρη του σώματός σου που ήταν γυμνά. Στο Βερολίνο αφού ξεπλυθείς το νερό παραμένει διάφανο. Στη Βαρκελώνη άντε να μυρίζει λίγο θάλασσα, κι αυτό μόνο αν έχεις βολτάρει νότια. Στο Λονδίνο το πιο πιθανόν είναι να μυρίζει από τα αρώματα όλων των ηλίθιων Άγγλων που έχουν πέσει πάνω σου στο πεζοδρόμιο (κι αν είναι Σάββατο βράδυ προφανώς θα μυρίζουν και τα παπούτσια σου εμετό). Πέρα από τη βρώμα, είναι μέρες που από το καυσαέριο η ανάσα σου δεν την πολυπαλεύει στο κέντρο της Αθήνας. Ο ουρανός το μεσημέρι παίρνει πάντα το χρώμα που έχει το λαστιχότυρο ενός cheeseburger αν το αφήσεις δυο μέρες χωρίς να το φας. Εκτός αν φυσάει. Πολύ.
Τέλος είναι οι άνθρωποι. Γι’ αυτούς θα μιλήσω αργότερα, καθότι χρήζουν ειδικής μνοίας.