Φωτοκόπια της επανάστασης ―χαστουκισμένοι συνειρμοί.

fwtotypia.jpg

Τις προάλλες βρέθηκα εξ ανάγκης σε ένα από αυτά τα παράξενα υποφωτισμένα καταστήματα που λειτουργούν υπό καθεστώς ημιπαρανομίας και κάτω από κανονικές συνθήκες θα ήταν υπόλογα στη δικαιοσύνη για σωρεία παραβάσεων του ποινικού (ή και άλλου) κώδικα. Τα απόμερα αυτά μέρη μυρίζουν σαν κάποιος να τηγανίζει κάρβουνο, αλάτι και αλεύρι χωρίς λάδι, ενώ κάρτα απεριορίστων επισκέψεων στην πτέρυγα με τους καρκινοπαθείς του Αγίου Σάββα κατέχουν οι ιδιοκτήτες τους, που είναι άλλωστε και οι μόνοι εργαζόμενοι, αφού είναι πολύ τσιγκούνηδες για να πληρώσουν επίδομα βαρέως και ανθυγιεινού επαγγέλματος σε άλλους πέρα από τα παιδιά τους (τα οποία, σημειωτέον, μισούν επειδή τούς βγήκαν ομοφυλόφιλα). Αναφέρομαι φυσικά στα φωτοτυπάδικα, που εκτός από τη μαζική αντιγραφή των βιβλίων προσφέρουν και υπηρεσίες δακτυλογράφησης, οι οποίες ενδείκνυνται αν επιθυμείτε να τυφλώσετε τον καθηγητή σας ή να του προκαλέσετε εγκεφαλικό επεισόδιο και να τόν ξεπαστρέψετε χωρίς να σάς χώσουν στη στενή (η τήρηση των ακαδημαϊκών υποχρεώσεων δεν είναι αναγνωρισμένη ακόμη ως κίνητρο εγκληματικής ενέργειας από τη σχετική βιβλιογραφία). Προφανώς θεωρώ δεδομένο πως λόγο εισόδου στα μαγαζιά αυτά έχουν μοναχά οι φοιτητές, και σε αυτό συνηγορούν και οι σχετικές κινήσεις που έχουν γίνει πρόσφατα από το συνδικαλιστικό όργανο των φωτοτυπάδων για την εγκατάσταση σεκιούριτι που θα εξασφαλίζουν ότι άδεια εισόδου έχουν μοναχά όσοι φέρουν φοιτητική ταυτότητα ή την ταυτότητα της κομματικής τους νεολαίας.

Διαψεύστηκα όμως. Αναμένοντας τον πάκο με τις φωτοτυπίες (που στην πιάτσα καλείται «το πράμα», ακολουθούμενο από τον τίτλο του μαθήματος με ανακατεμένες τις λέξεις ―πχ μπαίνεις και λες «Θέλω το πράμα “Ομάδων Ψυχολογία των”», μιλώντας κάπως σαν το Yoda) σε ένα από αυτά τα καταστήματα του οποίου το όνομα δεν έχει σημασία, αντιλήφθηκα την είσοδο μεσήλικης (και βάλε) κυρίας που προκάλεσε μια σοβαρή κινητικότητα στο χώρο. Εγώ το μόνο στο οποίο έδωσα σημασία ήταν το άγγιγμα στον ώμο και τα υπονοητικά βλέμματα της εκθαμβωτικής συνοδού μου, που στην περίπτωση που βρισκόμασταν σε κάποιο μαγαζί νυχτερινής διασκέδασης θα είχα σίγουρα παρεξηγήσει και μετά θα είχαμε άλλα. Πέραν τούτου, το μόνο που θεώρησα δεκτικό προσοχής στην εν λόγω κυρία ήταν το ύψος της που την κατατάσσει στους αστείους και με λίγη βοήθεια από τη φωνή της στους γελοίους ανθρώπους· αυτούς που όταν βλέπεις κάπου, ανοίγεις Terminal (ή κάποιο σχετικό command prompt σε άλλα λογισμικά συστήματα) και γράφεις «/point» και «/laugh». Η φωνή της πιο συγκεκριμένα ήταν αυτό που χαρακτηριστικά περιγράφει ο Dylan Moran ως «τον ήχο που κάνει μια γραφομηχανή όταν γράφει πάνω σε αλουμινόχαρτο ενώ ταυτόχρονα πέφτει από τις σκάλες». Η κυρία διεκπεραίωσε την υπόθεσή της και αποχώρησε, ενώ από το σούσουρο που ακολούθησε στο μαγαζί διαπίστωσα πως το όνομά της αρχίζει από Αθ- και τελειώνει σε -ήνη (με το συμπάθειο για τη μη αναφορά, αλλά χαλεποί γαρ οι καιροί για τους ιστολογούντες) και ήταν αυτή που χαστούκισε δημοσίως πριν από κάμποσα χρόνια πρώην γυναίκα πρώην πρωθυπουργού του (πρώην) ΠΑΣΟΚ. Αγνοώντας την πραγματική της υπόσταση και το original παρουσιαστικό της, η μόνη εικόνα που είχα στο νου μού για την κυρία Αθ-;-νη ήταν ο Λαζόπουλος ντυμένος λαϊκή τραγουδίστρια να χαστουκίζει στη σειρά τα παρατεταγμένα μέλη του ανδρικού μπαλέτου του, με το χαστούκι να αφήνει στο μάγουλο του καθενός τυπωμένο το όνομά της!

Όπως και νά ‘χει, το γεγονός αυτό με ώθησε να συλλογιστώ τον κοινωνικό ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν οι μικρές αυτές παραγκωνισμένες και διάσπαρτες οικογενειακές επιχειρήσεις. Εκμεταλλευόμενες το γεγονός πως εδώ και τόσες δεκαετίες παραμένουν ανέγγιχτες από το χέρι του νόμου, θα μπορούσαν να γίνουν τα μέρη όπου πρώην καταδικασμένοι από τη δικαιοσύνη της τηλεόρασης θα μπορούν να πραγματοποιούν κατά διαστήματα εμφανίσεις, ελεύθεροι από κάμερες και φώτα δημοσιότητας που αναμοχλεύουν τα περασμένα γεγονότα για να φέρουν στην επιφάνεια νέα σκάνδαλα. Φανταστείτε τριανταπεντάχρονες, δωροδοκούμενους, απόστρατους αστυνομικούς, πρώην φασίστες, τριτοκλασάτες προσωπικότητες της τηλεοπτικής ζωής ―που ούτε να τούς φτύσεις στο δρόμο― να αγορεύουν και να αναλύουν την καθημερινότητα και τα τεκταινόμενα στο κοινωνικό σκηνικό, συνοδεία κανενός ξέμπαρκου μπαγλαμά κάποιου περαστικού εθνικιστή κνίτη και φτηνού κρασιού ανακατεμένου με καρβουνόνερο από τα μηχανήματα αντιγραφής! Από τέτοιες δεξαμενές σκέψης (think tanks) θα μπορούσε να ξεκινήσει η επανάσταση της νεωτερικότητας και σιγά σιγά να (εξ)απλωθεί στον ελλαδικό χώρο! Το μόνο που θα χρειαστεί είναι κάποιος να κάνει την αρχή και με τόση σωρευμένη βλακεία κάτι τέτοιο δεν θα είναι διόλου δύσκολο: στα πλαίσια ενός τσιτωμένου δημοσίου πνεύματος όπου ο καθένας υποπτεύεται το διπλανό του και τηλεφωνεί στα κανάλια επειδή νομίζει πως ο τρόπος που οι σταγόνες πέφτουν από τα απλωμένα του ρούχα και ενώνονται με τις σταγόνες από τη συναχωμένη του μύτη υποδηλώνουν ενεργό τρομοκρατική δράση και casus belli, το να πνίξει κάποιος τους γείτονές του έναν έναν με το σκοινί της απλώστρας και να σοδομίσει τα πτώματά τους με χωριάτικα λουκάνικα φαντάζει παραπάνω από πιθανό. Το χάος που αλυσιδωτά θα ακολουθήσει θα ενώσει τα μεμονωμένα περιστατικά βίας σε μια ομίχλη συλλογικής παράκρουσης όπου κομπλεξικοί πρώην τηλεθεατές με πιξελιασμένα RGB μάτια θα πετούν καδρόνια και τόνερ-μολότωφ σε βρικολακιασμένους παρουσιαστές δελτίων ειδήσεων και αστυνομικούς που θα εκτοξεύουν αέριο μαγιονέζας στους πράσινους εξωγήινους του Λιακόπουλου που θα πέφτουν από τον πέμπτο όροφο των ούφο τους για να διεκδικήσουν τα πνευματικά δικαιώματα της Ακρόπολης και των πυραμίδων του Χέοπα.

Ενώ ήδη είχα αρχίσει να εικονοποιώ στο μυαλό μου σκηνές όπου στόκοι Καρατζαφερο-Τσιπρο-μάχοι θα έβγαιναν αλαλάζοντας από τα φωτοτυπάδικα και θα επιτίθονταν στα ελληνικά SWAT με το φραπέ στο χέρι και το κομπολόι στο άλλο, παρασέρνοντας στο διάβα τους πνεύμα εκατοντάδων ετών, σημαίνοντας έτσι το τέλος του παγκόσμιου πολιτισμού, μια θωπεία της συνοδού μου κάποιες στιγμές αργότερα μέ έβγαλε από το παραλήρημα των σκέψεών μου· ένδειξη πως το χαστούκι δεν είναι πάντα η ενδεδειγμένη μέθοδος εξισορρόπησης.

Born to be wild, dead to be something.

– They’re not scared of you. They’re scared of what you represent to ’em.
– Hey, man. All we represent to them, man, is somebody who needs a haircut.
– Oh, no. What you represent to them is freedom.
– What the hell is wrong with freedom? That’s what it’s all about.
– Oh, yeah, that’s right. That’s what’s it’s all about, all right. But talkin’ about it and bein’ it, that’s two different things. I mean, it’s real hard to be free when you are bought and sold in the marketplace. Of course, don’t ever tell anybody that they’re not free, ’cause then they’re gonna get real busy killin’ and maimin’ to prove to you that they are. Oh, yeah, they’re gonna talk to you, and talk to you, and talk to you about individual freedom. But they see a free individual, it’s gonna scare ’em.

1.jpg

Το μοτέλ Hillcrest στο Τορόντο του Καναδά, το μέρος όπου γράφτηκαν μεταξύ των παραπάνω και πολλές άλλες γραμμές, ανακοινώθηκε πως θα κατεδαφιστεί χωρίς ορισμένη ημερομηνία μέσα στο προσεχές διάστημα. Η διεύθυνσή του είναι 2143 Lakeshore Boulevard, Toronto, ON, M8V 1A1, Canada.

Μοτοσυκλετιστική συμπεριφορά [τέταρτο μέρος και φαρμακερό – ειδικές περιπτώσεις]

honda-super-cub-1.jpg

Στο νοσοκομείο

Αν παρ’ ελπίδα βρεθείτε στο νοσοκομείο, προσπαθείστε να κρύψετε τους λόγους του ατυχήματός σας ή, αν σας καταλάβουν, εκδηλώστε απεριόριστη μεταμέλεια.

Στους γιατρούς που τό ξέρουν, λέτε: «Ανάθεμα και αν το ξανακαβαλήσω! Έβαλα αγγελία να το πουλήσω όσο-όσο! Δεν με νοιάζει που έσπασα το πόδι μου! Αυτό που μέ στεναχωρεί είναι ότι απο τη βλακεία μου σάς απασχολώ και δεν μπορείτε να μιλήσετε με την ησυχία σας για τις υπερωρίες των εφημεριών. Μακριά, γιατρέ μου, αυτοί οι διάολοι, μακριά! Να, έβγαλα και κάρτα λεωφορείου απεριορίστων διαδρομών».

Στις μανάδες των άλλων τραυματιών, ψεύδεστε: «Είχα πάρει άδεια και πήγα με τη μάνα μου στο χωριό να μαζέψουμε ελιές. Είχαμε και κάτι Αλβανούς και ένας απ’ αυτούς μέ πέτυχε στο πόδι με τη βέργα και μου τό ‘σπασε». Η φράση είναι ιδανική, γιατί υποδηλώνει ότι είστε από χωριό, τραπεζικός, αγαπάτε τη μάνα σας, έχετε κτήματα με ελιές και θεωρείτε τους Αλβανούς βλάκες. Οι μανάδες εκτιμούν όλες τις ανωτέρω ιδιότητες και μπορείτε να ‘κονομήσετε συμπυκνωμένη πορτοκαλάδα ΗΒΗ στο τσάμπα.

Σε άλλους τραυματίες μοτοσικλετιστές αποκαλύπτετε ―φυσικά― την αλήθεια αλλά δηλώνετε ότι τρακάρατε επειδή «σάς έκλεισε ένα μαλάκας γιωταχής» ή «πέσατε σε λάδια». Ως γνωστόν, κανένας μτοσικλετιστής δεν τραυματίζεται από δική του υπαιτιότητα και όλοι ξέρουμε για τους εγκληματίες των υπουργείων που βάζουν μπαριέρες στην άκρη των δρόμων αντί για μπάλες σανό, όπως βλέπουμε στο παγκόσμιο.

Στο δικαστήριο

Αν σάς έχουν κόψει κλήση για κράνος, δίπλωμα, ασφάλεια, άδεια κλπ, τά παίρνετε μαζί και τα δείχνετε στο δικαστή. Τώρα το γιατί το να έχεις κράνος σε απαλλάσει από το ότι δεν φορούσες κράνος, ανήκει στη συζητήσιμη λογική των ελληνικών δικαστηρίων. Ντύνεστε καλά, αλλά μην τό παρακάνετε. Μια εμφάνιση όπως του πρεσβευτή της Τυνησίας όταν επιδίδει τα διαπιστευτήριά του στον Παπούλια, μπορεί να αποτελέσει μια πινελιά καλού γούστου, αλλά δεν θα σάς απαλλάξει από την κατηγορία ότι παραβιάσατε «απαγορευτική πινακίδα μονής κατεύθυνσης στην οδό Σόλωνος».

Ο δικαστής έχει πάντα δίκιο. Αν σας πει «μ’ αυτά τα μηχανάκια θα σκοτωθείς κάποια ώρα», πέστε αμέσως στο πάτωμα και κάντε τον νεκρό. Το ότι βγήκαν τα λόγια του αληθινά ικανοποιεί το εγώ του.

Μην επαναλαμβάνετε τον όρκο που σάς λέει ο δικαστής. Στο «Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνον την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος…», θα απαντάτε «…ίζομαι». Ο δικαστής λέει 50 φορές την ημέρα τον όρκο και δεν θα σάς παρεξηγήσει αν δεν ξέρετε τα λόγια.

Μην μακρυγορείτε. Λόγος όπως «Είχα φύγει πρωί στις 9· όχι, μάλλον 9 και μισή· όχι, 9 ήταν τελικά· τέλος πάντων, πρωί…» είναι ανεπίτρεπτος.

Στην κλήση για απολογία, απαντήστε με το αλάθητο. Να λέτε μόνο: «Δεν το είδα», έστω κι αν η κλήση είναι για κράνος!

Στο βενζινάδικο

Όλοι οι βενζινάδες είναι βαρώνοι που ξέπεσαν. Τούς έχει μείνει λοιπόν η συνήθεια να μην συναλλάσονται σε κέρματα. Στο βενζινάδικο πρέπει να υπολογίσεις πόση ακριβώς βενζίνη παίρνει το τεπόζιτο και να ζητήσεις την ποσότητα υπολογισμένη σε κατοστάρικα*. Αν κάνετε λάθος, τα αποτελέσματα είναι επώδυνα.

Το τραίνο σταματάει, ο βενζινάς ΠΟΤΕ. Αν πείτε λοιπόν «βάλε 700» και το τεπόζιτο παίρνει 630, θα έχετε 630 στο τεπόζιτο και 70 στα αρχίδια σας. Πάρτε αμέσως το μπουγέλο με το νερό για τα τζάμια και αδειάστε το στο παντελόνι σας. Αν έχετε ιδιαίτερα ευαίσθητα γεννητικά όργανα, πάρτε το σφουγγάρι και τριφτείτε προσεκτικά. Μετά ξεβγάζετε με το νερό για το πλύσιμο των αυτοκινήτων και στεγνώνετε με τον αέρα για το φούσκωμα των ελαστικών. Για τις μοτοσικλετίστριες δεν ξέρω ακριβώς, αλλά υποθέτω κάτι αντίστοιχο, με τη δέουσα πάντα προσοχή.

Ο βενζινάς αρέσκεται στα μεγάλα νούμερα και σιχαίνεται τα παπιά. Αν είναι διανυκτερεύον βενζινάδικο και πάτε με παπί, μια αρχοντική φράση για να σάς σεβαστεί και να τόν σηκώσετε από την θέση του είναι: «Βάλε εκατό στο παπί και ρίξε και 900 στο βόθρο». Εντυπωσιάζει πάντα.

Ο τελευταίος βενζινάς που φούσκωνε λάστιχα μοτοσικλέτας πέθανε πριν από 45 χρόνια. Μπορείτε όμως να ζητάτε να σάς καθαρίζουν την ζελατίνα του κράνους.

*Οι τιμές παραμένουν στο νόμισμα της δραχμής, καθώς εντείνουν την απολαυστικότητα του κειμένου. 🙂

Ο μικρός τρελοκώλης!

2008madass.jpg

Πριν από την αγορά προϊόντος σε κάποιο άγνωστο μέχρι τότε σε μένα τομέα, απολαμβάνω πολύ την έρευνα, η οποία κρατάει περί τον ενάμισο μήνα κατά μέσο όρο. Διαβάζω, μαθαίνω και ενημερώνομαι, ώστε και να είμαι σίγουρος για το πού θα δώσω τα χρήματά μου αλλά και, όταν θα έρθει η ώρα της αντικατάστασης, να χρειάζεται να διαβάσω απλά καταλόγους τεχνικών χαρακτηριστικών για να διαλέξω απ’ αυτό που θα καλύπτει περισσότερο τις ανάγκες μου. Έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν τρεις μεγάλες κατηγορίες προϊόντων: αυτά που είναι μπροστά από την εποχή τους, ενσωματώνοντας καινοτομίες άγνωστες ακόμα, που μπορεί και να μην καταφέρουν ποτέ να βρουν τη θέση τους στην αγορά· αυτά που ενσωματώνουν ήδη υπάρχουσες τεχνολογίες βελτιωμένες όμως στο έπακρο και αρμονικά συνδεδεμένες μεταξύ τους, ώστε το τελικό προϊόν να ικανοποιεί (σχεδόν) απόλυτα· και τα υπόλοιπα, αδιάφορα τις περισσότερες φορές, που κάνουν αξιοπρεπώς τη δουλειά τους χωρίς να διαπρέπουν πουθενά και τα βρίσκεις παντού.

Ομολογώ πως πριν αγοράσω το σκούτερ που έχω τώρα γλυκοκοίταζα πολύ το MadAss της Sachs. Ψάχνοντας κυρίως για ένα δίτροχο όχημα πόλης που να καίει λίγο, να είναι ασφαλές και να είναι ωραίο (με αυτή τη σειρά, αλλά και τα τρία χαρακτηριστικά). Με κέρδισε αμέσως, καθώς θυμίζει την παλιά μου αγάπη, το ποδήλατο, που πια λόγω αδυναμίας οργανισμού δεν μπορώ να χαίρομαι, γι’ αυτό και αποφεύγω να κατέχω. Ζυγίζει 95 κιλά στεγνό, έχει τετράχρονο κινητήρα 125cc, τροφοδοσία με καρμπυρατέρ, μονό πίσω αμορτισέρ και δισκόφρενα και στις δύο ρόδες. Καίει ελάχιστα (προφανώς!) και διαθέτει και μανιβέλλα για την εκκίνηση, γεγονός που αν δεν έχεις ζήσει δεν μπορείς να νιώσεις πόσο πολύ βολεύει! Η εξάτμιση βρίσκεται κάτω από τη σέλα και προκαλώ τους μη γνώστες να μαντέψουν πού βρίσκεται το ρεζερβουάρ! Κοστίζει περί τα €2000 και, μιας που ήταν μέσα στο διαθέσιμο μπάτζετ μου, δεν μπόρεσα να βρω κάπου κάποιο διαθέσιμο για δοκιμή, κυρίως επειδή αμέσως μετά ενθουσιάστηκα από το μοντέλο που αυτή τη στιγμή κατέχω. Θεωρώ όμως πως είναι μια εξαιρετική πρόταση για αυτά τα χρήματα, αν επιθυμείτε κάτι διαφορετικό και πιο ασφαλές από παπί για μετακινήσεις μέσα στα όρια της πόλης ―κουβέντα που χωράει πολύ …νερό.

Βεβαίως στην Ελλάδα του πάρε-γιαπωνέζικο-δε-σπάει-δε-χαλάει τέτοιες προτάσεις είναι εξαρχής καταδικασμένες (συγκεκριμένα MadAss δεν πρέπει να έχω δει πάνω από δύο), αλλά ευτυχώς που αλλού υπάρχουν συνειδητοποιημένοι αναβάτες που διαβάζουν, συγκρίνουν και δοκιμάζουν τα πάντα πριν προβούν σε αγορές. Γι’ αυτό και τέτοιες εταιρείες συνεχίζουν να εξελίσουν μοντέλα καθώς και να αναβαθμίζουν τα ήδη υπάρχοντα. Για το 2008 το MadAss συγκεκριμένα διαθέτει μοναχά (δια)κοσμητικές αλλαγές, όπως είναι οι ματ μαύρες ζάντες με την ασημένια περίμετρο και η ανοξείδωτη πια εξάτμιση με τη χρωμιομένη απόληξη. Tα μοντέλα της Sachs στην Ελλάδα αντιπροσωπεύονται από την Καραθανάσης Α.Ε. (τηλ. 243 103 5779) με υποκατάστημα στην Αθήνα επί της Μιχαλακοπούλου (τηλ. 210 775 5881).

Τέλος (κι άλλης) εποχής

polaroid_2.jpg

Στα ελληνικά μίντια σιχαίνομαι τρία πράγματα: τη λέξη «μίντια», το γλύψιμο της τηλεόρασης από τη μεριά των υπολοίπων μέσων και τους τίτλους «Τέλος εποχής». Όσον αφορά το τελευταίο, πέρα από τη ξεφτισμένη από το χιλιοφόρεμα εικόνα του όρου που σού προκαλεί εκείνην την ελαφρώς οξεία ενόχληση στο πίσω μέρος του αμφιβληστροειδή του ματιού σου ή του τυμπάνου του αυτιού σου (ανάλογα με το όργανο με το οποίο προσλαμβάνεις την είδηση), αισθάνομαι να με διαπερνά κάθε φορά μια σιχαμάρα για όλο αυτό το κλίμα μουχλιασμένης νοσταλγίας μέσα στο οποίο παρασιτεί αυτή η ―σαν σκωληκοειδής απόφυση― άκρη των Βαλκανίων. Πεθαίνει ο Χριστόδουλος, «τέλος εποχής»· πωλείται η Ολυμπιακή, «τέλος εποχής»· πεζοδρομείται η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, «τέλος εποχής». Οι αμέσως επόμενες σκέψεις οφείλουν ―σύμφωνα με τα μέσα― να είναι «Τι κρίμα, πάει κι αυτός/ή/ό» και έπειτα, υποβοηθούμενοι από ένα τηλεοπτικού τύπου φλασμπάκ με τις σημαντικότερες στιγμές αυτού/ής που «χάθηκε», η νοσταλγία φέρνει σκέψεις που μοιάζουν ή καταλήγουν να είναι κάπως έτσι: «Δεν ξαναβγαίνουν τέτοιοι άνθρωποι», «Δεν θα ξαναγίνουμε ποτέ όπως παλιά» και «Πάμε κατά διαόλου». Με κάθε ευκαιρία τονώνεται ένα εθνικό αίσθημα απογοήτευσης (a.k.a. μίρλας) που με τη σειρά του δίνει αφενός το ελεύθερο σε φράσεις τύπου «Και η Χούντα καλά πράγματα έκανε τελικά» να κόβουν βόλτες αναπάντητες και αφετέρου ψήφους (και αργότερα βουλευτική σύνταξη) στα γνωστά ούφο που κάποτε τριγυρνούσαν πειρατικές ραδιοσυχνότητες πουλώντας βιβλία ενώ τώρα φιγουράρουν στο κανάλι της βουλής.

Η Polaroid έκλεισε τα τρία βασικά της εργοστάσια στη Μασσαχουσέττη, στο Μεξικό και στην Ολλανδία. Πέρα από τους 450 ανθρώπους που βρέθηκαν αποζημιωμένοι μεν άνεργοι δε, διακόπηκε οριστικά πια και τύποις η γραμμή παραγωγής για τα φιλμ που χρησιμοποιούσαν ως αναλώσιμα οι φωτογραφικές μηχανές ταχείας εμφάνισης, αυτές που διέθεταν οι πλανόδιοι φωτογράφοι στο Σύνταγμα, στον Εθνικό Κήπο και σε όλα τα υπόλοιπα αξιοθέατα που γράφονται με κεφαλαίο, την εποχή που τα περιστέρια δεν ήταν γουρούνια με διακοσμητικά φτερά και οι πάπιες είτε δεν είχαν γίνει σαν φορτηγά από το φαγητό (γιατί οι άνθρωποι δεν είχαν λεφτά να τις ταΐζουν) είτε δεν είχαν πεθάνει τρώγοντας πεταμμένα μυξομάντιλα. Όπως και νά ‘χει, οι εργαζόμενοι της Polaroid, από 21.000 το 1978, είναι πια 150 και μοιράζονται στα γραφεία της (που συστεγάζονται με τα γραφεία του συνεταιρισμού φωτογραφίας Concord) και σε μια βιοτεχνία-style εγκατάσταση στα προάστια της Βοστώνης. Ασχολούνται δε με προϊόντα όπως μικρούς εκτυπωτές φωτογραφιών για κινητά τηλέφωνα, DVD players, τηλεοράσεις και ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές.
Επιθετική στην πολιτική της για τις άδειες ευρεσιτεχνίας και πνευματικών δημιουργημάτων, η Polaroid αντιμετώπισε και νίκησε κατά κράτος την Kodak στα μέσα της δεκαετίας του ’80, δεν κατάφερε όμως να απαγορεύσει στη Fujifilm να παράγει φιλμ ταχείας εμφάνισης συμβατό με το Type 100 της Polaroid. Στη γιαπωνέζικη εταιρεία στρέφονται λοιπόν τώρα οι ελπίδες συλλεκτών, νοσταλγών, ευκατάστατων ή/και συντηρητικών φωτογράφων, κατόχων μοντέλων όπως η SX-70, η J66 και η Square Shooter 2.

Το ζήτημα που με απασχολεί είναι πως ανέφερα την παραπάνω είδηση σε τρεις ανθρώπους. Και οι τρεις στενοχωρέθηκαν, ενώ ο ένας έφερε και ―for fuck’s sake!― την παλάμη του πάνω στα δαγκωμένα του χείλη. Αρχίζω να φοβάμαι ότι κάνω πολύ παρέα με δεξιούς. Δε βαριέσαι; Ελπίζω να τη βγάλω σχετικά ήρεμα στο επόμενο πραξικόπημα.

Να κάτσω ή όχι καλύτερα;

rolling_bench.jpg

Ας πούμε πως είστε ένας περιζήτητος τριανταπεντάρης, ευκατάστατος γόνος ζεύγους δημάρχου και συμβολαιογράφου, ζείτε από τέσσερα ιδιόκτητα κτήρια που νοικιάζετε στη Σταδίου, πηγαίνετε σε εκδηλώσεις, γκαλά και χάπενινγκς και στο δωμάτιό σας έχετε βιβλία που δεν έχουν ανοιχτεί και μια κιθάρα που δεν έχει κουρδιστεί ποτέ. Αν δεν ακολουθείτε τη μόδα και δεν είστε ομοφυλόφιλος, τότε κατά πάσα πιθανότητα έχετε την τύχη να συνοδεύεστε από μια εντυπωσιακή γυναίκα, απ’ αυτές με τη λαμπερή οδοντοστοιχία, το απαστράπτον πρόσωπο και το φουσκωτό στήθος που μακιγιάρονται για να βγουν στο μπαλκόνι.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα μπορούσατε να αντιμετωπίσετε στη ζωή σας θα συμβεί μια Κυριακή πρωί, καθώς θα γυρνάτε από τα μπουζούκια αγκαλιά και ο οδηγός σας θα σάς αφήσει ένα τετράγωνο μακριά απ’ το σπίτι σας για να περπατήσετε στην ακροθαλασσιά και να απολαύσετε την πρωινή μυρωδιά της αρμύρας πριν ξεράσετε τις μπόμπες και τα φυστίκια στην πολυτελή τουαλέτα σας. Θα θελήσετε να καθήσετε με την αγαπημένη σας αγκαλιά σε ένα παγκάκι· χωρίς ενδοιασμούς για το πανάκριβο παντελόνι σας που όζει τσιγαρίλα, θα καθίσετε στο νοτισμένο ξύλο τείνοντας το χέρι στην εκλεκτή της καρδιά σας. Εκείνη όμως θα διστάσει και εν τέλει θα αρνηθεί· θέλεις η εγγενής σιχαμάρα του γυναικείου φύλου, θέλεις το γεγονός ότι μεγάλωσε φτωχικά με ένα φόρεμα και ένα παντελόνι πριν ακολουθήσει καριέρα μοντέλου και της έχει μείνει τραύμα, θέλεις ότι της θυμίζει τη σανίδα που την έδερνε ο πατέρας της μικρή… δεν θα κάτσει. Πρόβλημα;

Κανένα! Αρκεί να έχεις προνοήσει να δασκαλέψεις το γονιό σου να έχει πάρει μίζα απ’ τη Yanko Design και να έχει εγκαταστήσει στο μέρος της παραλίας που σού αναλογεί κάνα δυο από τούτα τα συμπαθέστατα παγκάκια. Η διακριτική μανιβέλα στο πλάι φροντίζει με μια μικρή κίνηση απ’ τα στιβαρά σου χέρια να αποκρύψει το νοτισμένο μέρος του καθίσματος και να φέρει στην επιφάνεια το στεγνό. Επιπρόσθετα είναι ντιζαϊνάτα και χτυπούν καλά στο μάτι. Έτσι, αγκαλιά με την άκρως ικανοποιημένη και χρυσοπληρωμένη σου σύντροφο, θα απολαύσετε την ανατολή του ήλιου φορώντας τα μοδάτα σας Rayban.

Σημ: Το συγκεκριμένο προϊόν απευθύνεται σε καταστάσεις για πιο low-budget ζευγάρια, ήτοι «κρέπα, πάρκο, τσιγάρο και πεταμένο προφυλακτικό λίγο πιο πίσω».