Ποτέ δεν γούσταρα τα θερινά.

Ποτέ δεν γούσταρα τα θερινά. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που συμπεριφέρονται σαν να είναι αραχτοί στον καναπέ τους και μουρμουρίζουν. Την ώρα που παρακολουθείς μια ταινία κάποια καθαρίστρια βγάζει τα σκουπίδια στον ακάλυπτο και κάνει θόρυβο ή οι φοιτητές στο γειτονικό μπακόνι τραγουδάνε ότι πήρανε τη ζωή τους λάθος. Μου αρέσουν τα σινεμά τον χειμώνα. Μπορείς να ακούσεις τις ανάσες των ηθοποιών, να προσέξεις τα βλέμματα. Κάθε φορά που πήγαινα θερινό το μετάνιωνα. Θυμάμα είχα δει το «Επάγγελμα Ρεπόρτερ» του Αντονιόνι στη Νέα Υόρκη. Έβλεπα την έρημο, τη Βόρεια Αφρική, τη Μπαρσελόνα, Τον Τζάκ Νίκολσον με το καρό αμερικάνικο πουκάμισο και με είχε συνεπάρει αυτή η ανάγκη να αλλάξεις τον κόσμο. Βγήκα μετά έξω και ήταν χιονισμένα. Το καλοκαίρι που ήρθα στην Ελλάδα το ξαναείδα σε θερινό. Κάτω από τα χαλίκια είχε μπουκάλια, τα μακριά μου πόδια δεν βολεύονταν στα στενά χωρίσματα των καθισμάτων και κάτι τύπισσες έτρωγαν πασατέμπο. Πηγαίνω ακόμα στα θερινά, αλλά σπανιότερα, γιατί όλο και κάποιος με βουλιμική διάθεση θα σκάσει μύτη, θα τρώει ποπ κορν, θα ξετυλίγει το χρυσόχαρτο της σοκολάτας. Δεν μου αρέσουν καθόλου τα σύγχρονα ήθη των θεατών. Είναι κακομαθημένοι. Εγώ θέλω να λειτουργώ με όλες τις αισθήσεις. Αν είναι δυνατόν να βγάζει μυρωδιές η ταινία. Το σινεμά είναι ιεροτελεστία.

ο Κωνσταντίνος Τζούμας απέναντι στη μυξοσυντηρητική θερινή λαγνεία των καμπριολέ κινηματογράφων· από το ΠΟΝΤΙΚΙart (τ. 6208)

Η Μπγιορκ στην Καισαριανή

Υπολογίστε τώρα αυτό το ολοκληρωμένο αποψινό σετ, στιχουργός ετών 99 και τραγουδιστής ο Μπακιρτζής, ευρισκόμενοι όλοι μαζί πίσω από το γήπεδο της Καισαριανής, που είναι γεμάτο αγωνιστές της Αντίστασης και συνδικαλιστές, μαμάδες και παιδάκια, να τραγουδάμε όλοι κατά των γυναικών και να διαβάζουμε τη νύχτα «Ριζοσπάστη» ―δεν είναι σούπερ; Εδώ να φέρουμε την Μπγιορκ, να πάθει επιτόπου έμφραγμα και να εγκαταλείψει οριστικώς το τραγούδι. Και να απομονωθεί στην Ισλανδία ψαρεύοντας. Διότι εμείς εδώ στην Ελλάδα δεν πάμε με τις μόδες και τους εξυπνακισμούς. Είμαστε ιστορικός λαός, δεν είμαστε περαστικοί. Τουτέστιν, δεν μασάμε από εφέ. Θέλουμε ουσία στα πράγματα. Και προτιμάμε να ακούμε Μπακιρτζή να φαλτσάρει ωραία, παρά να τρέχουμε σα χάνοι στις Επιδαύρους, να σκοτώνουμε τα ελληνικά έργα μαϊμουδίζοντας.

του Απόστολου Διαμαντή από το Έψιλον (τ.905)

Προσεχώς Βουλγάρες!

Με ευχαρίστηση θυμάμαι στις κινηματογραφικές αίθουσες να πηγαίνω τις Πέμπτες ή τις Παρασκευές και να βλέπω πριν από την ταινία τα «Προσεχώς» που κατηγοριοποιούνταν περαιτέρω σε «Δευτέρα» και «Τετάρτη» (καθώς το πρόγραμμα πολλών αιθουσών άλλαζε μεσούσης της εβδομάδας για οικονομικούς λόγους) και όλα αυτά με το γνωστό φουτουριστικό σχεδιασμό σε χρώματα μωβ, φούξια, κίτρινο και μπλε όλα ξεβαμμένα και τα τετραγωνάκια του grid να περνούν από κάτω. Κι εκεί που έλεγα ότι «η μισή αξία του σινεμά είναι στα προσεχώς», ξεφύτρωσαν τα multiplex με τα trailers και την ψευδοϊδέα των επιλογών: τρεις φορές την εβδομάδα σε διαφορετικές αίθουσες βλέπεις τα ίδια και τα ίδια trailers που κρατάνε και ένα δύωρο! Πάλι καλά που ταυτόχρονα ήρθε και το σβέλτο internet και μπορούμε οι «προσεχάκηδες» να τη βρίσκουμε κάθε ώρα και στιγμή.

Το πιο φρέσκο site με trailers είναι παραδόξως αυτό της Apple: αν και αναφέρεται μοναχά στις αίθουσες των ΗΠΑ είναι πολύ ενημερωμένο και ανανεώνεται συχνότατα, έχει rss (και widget για τους χρήστες mac) για όσους βαριούνται που ζουν, τα βίντεο είναι σε μορφή quicktime (γραμμένους τους έχω τους youtubάδες) και οι ψωνάρες με τις 24άρες συνδέσεις που κλειδώνουν στο 1mbit μπορούν να κατεβάζουν και σε HD. Μιας που σκυλοβαριέμαι περιμένοντας να ξημερώσει και να ξανανυχτώσει σ’ αυτή τη βρωμοπόλη, ορίστε για όλους εσάς τους κακομοίρηδες τα πιο αντιπροσωπευτικά trailers των τελευταίων εβδομάδων της απουσίας μου.

Continue reading…

εμείς

Ως εκ θαύματος

…Και γιατί πρέπει να κάνουμε οικογένεια, και γιατί οι άντρες πρέπει να συμπεριφέρονται έτσι κι οι γυναίκες αλλιώς… και γιατί ο άντρας πρέπει νά ‘ναι βαρύς κι ασήκωτος και η γυναίκα σιωπηλή και ό,τι απαλό μυρωδάτο και πολύχρωμο να είναι γυναικείο κι ό,τι τραχύ γκρίζο κι άκαμπτο να είναι αντρικό… Μας την σπάνε τα πρέπει και τα μη που μας βάζουν σαν βαρύ χρέος πάνω στους άψητους ώμους μας και που πρέπει με μπέσα και λεβεντιά να το κουβαλάμε εφ’ όρου ζωής… αυτή η ακαλλιέργητη λεβεντιά και η ευαίσθητη κλαψομουνίαση… δεν έχουμε σκοπό να κρατήσουμε τίποτα απ’ όλα αυτά τα… ΑΠΑΡΑΒΑΤΑ… Εμείς θα κάνουμε ό,τι μας κατέβει στο κεφάλι έτσι για πλάκα, από αντίδραση, διότι… ροκ εντ ρολ.

Να μας αφήσουν ήσυχους οι δυσκοίλιοι ηθικολόγοι και οι συγκαμένοι αρχαιόπληκτοι, που μες στη σκόνη από αρχαία σκουριά κουνάνε το δάχτυλο αυστηρά μπρος στ’ ανήσυχα πρόσωπά μας. Εμείς θα ζήσουμε όπως γουστάρουμε. Θ’ ακούμε άλλες μουσικές, θα ντυνόμαστε αλλιώς, θα γράφουμε διαφορετικά, θα διαβάζουμε αμφιλεγόμενους και οργισμένους συγγραφείς, θα χαϊδευόμαστε με κορίτσια κι αγόρια κατά το κέφι μας, θα φουμάρουμε ταξιδιάρικα καπνά, κι όχι ρετσίνα και φτωχό κομπολογάκι, ούτε τρεχαλητά Βέγγου και νάζια Βουγιουκλάκη. Τους λαϊκούς εραστές των ελληνικών ταινιών τούς έχουμε για γέλια… κάτι δύσκαμπτοι που γυρίζουνε να μιλήσουν με υγρές λιμασμένες ματιές λες κι έχουν περίοδο, τριχωτοί μέχρι πάνω στον αγκυλωμένο σβέρκο, που αναστενάζουνε και νταβραντίζονται τίγκα στο δράμα και στη μιζέρια. Έξω από μας αυτά… θα ζήσουμε ξένοιαστα, κοσμοπολίτικα, κομψά, όπως οι ήρωες του Μπουνιουέλ, του Αντονιόνι, του Φελλίνι, ίσως λίγο μελαγχολικά αλλά με σουρεάλ χιούμορ κι αριστοκρατικότητα… Γύρω μας οι οικοδόμοι, τα συλλαλητήρια, οι νεολαίες, τα φαντάσματα του Εμφυλίου, τα ξωκλήσια και το σήμαντρο, το αιγαιοπελαγίτικο μούχρωμα· οι χαροκαμένες μάνες λυσσομανάνε, ξαφνικά όλοι είναι θύματα του φασισμού και της προκλητικής παλατιανής διαχείρισης. Και πρέπει να ‘σαι, ή το ένα ή το άλλο… ή με τους αριστερούς ή με τους δεξιούς, με το λαό ή με την εξουσία. Ε, όχι, ούτε το ‘να ούτε τ’ άλλο. Άστε μας ήσυχους, άρρωστοι… Μανία με την αδικία και ποιος έκλαψε και έκλεψε πιο πολύ και ποια διόρισε το χαζοβιόλικο παιδί ποιανού στο δημόσιο. Τι λύσσα να θέλετε να πάρετε τη θέση τους και να νομίζετε κι από πάνω πως μας ενδιαφέρουν τα παιχνίδια σας και θα κάνουμε και μεις τα ίδια, χα, χα, χα.

Δεν γουστάρουμε ούτε θέσεις ούτε χοντρά φράγκα, ούτε πρωτιές ούτε τρικλοποδιές και αγκωνιές… Καλοί παίχες θέλουμε να γίνουμε στο παιχνίδι της ζωής, ανάλαφροι, συνεργάσιμοι, μ’ όσο γίνεται λιγότερο πόνο, να ζούμε με χιούμορ, ν’ ακούμε τον άλλο, να συωρούμε… και πού και πού να ξενυχτάμε μ’ έρωτες και μουσική, γιατί το ηλιοβασίλεμα και η ανατολή μάς πήραν τα μυαλά και η ελληνική μυθολογία ήρθε και μας μάγεψε.

του Κωνσταντίνου Τζούμα από το Ως εκ θαύματος· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

μόνος

λίγο από το αίμα σου

Πριν από λίγο, ενώ έπεφτε η νύχτα ―2 Ιανουαρίου 1968―, στάθηκα όρθιος μπροστά στο παράθυρο και, κοιτώντας έξω, έκλαψα. Είμαι ένας μοναχικός άνθρωπος που δεν περιμένει τίποτα από τον εξωτερικό κόσμο: όλα συμβαίνουν μέσα μου· ό,τι αλλάζει, αλλάζει μέσα μου. Συχνά με φαντάζομαι όρθιο σε μια έρημη αποβάθρα, σαν έναν ταξιδιώτη που έφτασε στην πόλη έχοντας χάσει το μνημονικό του: κι όμως είμαι γεμάτος από αναμνήσεις ευωδιάς και μουσικής, αναμνήσεις προσδοκίας και πόνου· και μόνος. (Λύντια, νομίζεις πως εσύ είσαι η αιτία; Τι αυταρέσκεια!) Καμιά φορά φοβάμαι ότι θα καταντήσω σαν τον Μπέντοκ Σκοτ, τον δούκα του Πόρτλαντ, που, μόλις κληρονόμησε το αββαείο Γουέλμπεκ στο Νότινγκχαμσάιρ, βάλθηκε να χτίζει μια υπόγεια σήραγγα μέσα στην οποία πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Δεν μένω σε υπόγεια σήραγγα: μένω σε μια έπαυλη από ουαλική πέτρα δίπλα στο γήπεδο του κρίκετ, στο Σαιντ Τζον’ς Γουντ· σ’ ένα σπίτι που μπορεί να φιλοξενήσει σαράντα άτομα, αλλά που δεν φιλοξενεί κανέναν. Και ο Μπέντοκ Σκοτ διέθετε χώρο για φιλοξενία ―στο κάστρο του η αίθουσα μπιλιάρδου χωρούσε μια ντουζίνα τραπέζια―, όμως δεν φιλοξενούσε ποτέ κανέναν.

της Σώτης Τριανταφύλλου από το λίγο από το αίμα σου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.