Είναι αδύνατον να περιγράψω το σοκ του επαναπατρισμού. Θυμάμαι ότι στάθηκα για ώρα ατελείωτη κοιτάζοντας μια στρωτά βαμμένη κίτρινη γραμμή δίπλα στη στροφή ενός τσιμεντένιου πεζοδρομίου. Κίτρινη κίτρινη γραμμή γραμμή. Στοχάστηκα επάνω στο ανθρώπινο έργο, την μπογιά, το φορτηγό με το στιμέντο και τα καλούπια που χρησιμοποιήθηκαν, όλα τα εφόδια που χρειάστηκαν γι’ αυτή την απλή στροφή του δρόμου. Προς τι; Δεν μπορούσα να βρω ακριβώς την απάντηση. Για να μην παρκάρει εκεί κανένα αμάξι; Υπάρχουν τόσο πολλά αυτοκίνητα που η Αμερική πρέπει να χωριστεί σε μέρη όπου μπορούν και μέρη όπου δεν μπορούν να πάνε; Ήταν πάντα έτσι, ή πολλαπλασιάστηκαν απίστευτα, μαζί με τα τηλέφωνα και τα καινούργια παπούτσια και τα ραδιόφωνα τρανζίστορ και τις τομάτες τις τυλιγμένες σε σελοφάν, κατά τη διάρκεια της απουσίας μας;
Δεν γράφω πια. Γιατί;
Δεν γράφω πια. Στην αρχή νόμιζα ότι δεν έγραφα επειδή δεν είχα τι να γράψω, επειδή στο στρατό έμεινα πολύ καιρό μακριά απ’ την καθημερινότητα κι από την απόλυση ως τώρα δεν έχω καταφέρει να ξαναμπώ στο ρυθμό αυτό. Δεν ήταν αυτό. Μετά νόμιζα πως έχω σταματήσει να μπορώ να γράφω σχετικά ωραία, όπως θεωρούσα ότι έγραφα, μιας που (πάλι) στο στρατό διάβασα ελάχιστα και τώρα ακόμα δεν διαβάζω και πολύ κι είμαι της άποψης ότι όποιος δεν διαβάζει δεν μπορεί και να γράψει. Η άποψη αυτή είναι σωστή αλλά δεν είναι ούτε αυτό. Τις τελευταίες δυο-τρεις μέρες σκέφτομαι τι μπορεί να είναι και ως τώρα δεν βρίσκω γιατί να μην είναι αυτό: δεν σε έχω ανάγκη.
Continue reading…
Η κληρονομιά του μουσικού «γούστου»
Για το πώς το μουσικό γούστο περνάει από γενιά σε γενιά, το λόγο έχει το απολαυστικό αυτό infographic από το daily infographic.
Ο Χριστός, ο θάνατος κι η απόγνωση
Ήταν αναγκασμένοι να κείτονται σιωπηλοί στο κρεβάτι τους, υποταγμένοι στους σωματικούς πόνους, που τους κατασπάραζαν ζωντανούς. Και για να χλευάσει, θαρρείς, τα πάθη τους, για να τους θυμίζει αδιάκοπα την αδυναμία τους, κρεμόταν στην κάτω άκρη κάθε κρεβατιού ο ετοιμοθάνατος Χριστός πάνω σ’ έναν πελώριο λευκό σταυρό μπροστά από έναν σκοτεινιασμένο ουρανό. Ο φτωχός Χριστός, αυτός που είχε σηκώσει θλιμμένα τους ώμους, όταν οι Ιουδαίοι του ζήτησαν να κάνει το θαύμα του: «Ει υιός ει του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού». Και από τα τσακισμένα του μάτια, που είχαν αντικρίσει αμέτρητους αρρώστους πάνω σε όλα αυτά τα κρεβάτια, από το στόμα του, που, παραμορφωμένο από τον πόνο, είχε εισπνεύσει αναρίθμητες φορές το άρωμα των φριχτών πληγών, από τον κάθε πόρο αυτού του σταυρωμένου ληστή, ανάβλυζε μια νοσηρή εξάντληση, βουτώντας στο σκοτάδι τις ψυχές των αρρώστων και πνίγοντας όλα όσα δεν είχαν αποτελειώσει ακόμη ο θάνατος και η απόγνωση.
του Georg Heym από τον Ιωνάθαν (αφήγημα στο βιβλίο Ο Κλέφτης: Επτά αφηγήματα)· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη
confusion
Η λύπη μετά τις έξι
Έγειρα το κεφάλι στο μεγάλο γραφείο με τα κρυστάλλινα μελανοδοχεία χωρίς μελάνι, γιατί, όταν έγραφε τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων, χρησιμοποιούσε στιλογράφο που τον είχε μόνιμα βυθισμένο σε κάποια τσέπη. Έγειρα το κεφάλι θέλοντας να κλάψω αληθινά, πέρα απ’ τη βουβή οδύνη του συκωτιού μου, για όσες ζωές και ρόλους μ’ ανάγκαζαν να υποδύομαι. Κοίταζα τον Ιούδα στο μισοσκόταδο να δαγκώνει τα νύχια συντριμμένος απ’ τον πρωταγωνιστικό του ρόλο, βουτηγμένος στην αδικία μιας προκαθορισμένης μοίρας.
Θυμάμαι που, μερικά χρόνια αργότερα, θα ‘χα μπει στα δεκατρία, πλενόμουν στο μπάνιο και στο σαλόνι η γιαγιά καθόταν με τη Χριστοφόρου κι έπαιζαν χαρτιά. Ήρθε, μισάνοιξε την πόρτα του μπάνιου και την ξανάκλεισε, αλλά επειδή είχε αρχίσει να βαριακούει, μιλούσε κάπως δυνατά.
«Μεγαλώνει, άρχισε να γίνεται ανήλικος. Σε λίγο θα γνωρίσει τη μοναξιά…» είπε της Χριστοφόρου και τ’ άκουσα κι εγώ κάτω απ’ τις πετσέτες.
Κι εγώ κι ο Ιούδας είχαμε ρόλους προκαθορισμένους. Τη μοναξιά, όμως, τη γνώριζα απ’ τα έξι, από τότε που η μαμά μ’ αγκάλιασε παράφορα και μου είπε:
«Δεν αντέχω την αγάπη, είμαι δυστυχισμένη και δυστυχισμένος είναι κάποιος που νιώθει σαν να τον κλείδωσαν ένα ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού στο σπίτι. Όλα κλειστά. Παράθυρα, πόρτες και στην παγωνιέρα ούτε πάγος ούτε τίποτα. Αυτό είναι να ‘σαι δυστυχισμένος».
Το σκεφτόμουν και το ξανασκεφτόμουν για τ’ απογεύματα των καλοκαιριών μετά τις έξι, που όλη η ζωή είναι στο δρόμο και στα μπαλκόνια. Θέλησα να νιώσω δυστυχισμένος. Με γοήτευε η λέξη και η ένταση του απογεύματος με τη βαβούρα-πρόκληση κι εγώ μόνος, στην παγίδα του σπιτιού, ν’ ακούω ένα μάμπο ραδιοφωνικό με λατινοαμερικάνους από μακριά, πέρα απ’ την οδό Ερεσού, αφού εκεί εντόπιζα την πιο μουσικόφιλη οικογένεια της περιοχής. Σφύριζαν, άκουγαν ραδιόφωνο στη διαπασών, τραγουδούσαν μάγκικα… κι όλα αυτά μου ‘φερναν λύπη.
του Γιάννη Ξανθούλη, από Το ροζ που δεν ξέχασα

