Μια ένδειξη συντηρητισμού για μένα είναι η ερώτηση “Από πού είσαι;” και πολύ περισσότερο όταν τίθεται στα αρχικά στάδια της γνωριμίας με κάποιο πρόσωπο. Θέλοντας να αποφύγω την κουβέντα, απαντούσα “Από πουθενά”, αλλά μετά από προσωπική έρευνα διαπίστωσα πως τότε οι άνθρωποι ρωτούσαν ακόμη περισσότερα. Οπότε υιοθέτησα την απάντηση “Από την Αθήνα”. Όταν έχω διάθεση για αστεία (πράγμα σπάνιο), προσθέτω στην απάντησή μου “Εδώ γεννήθηκα, εδώ ζω, αλλά ελπίζω να μην πεθάνω εδώ”, πάντα με χαμόγελο. Οι πιο περίεργοι συνεχίζουν να ρωτούν “Πώς έτσι; Οι γονείς σου;”, λαμβάνοντας την ίδια απάντηση, που κατά τα φαινόμενα είναι και από τα τελευταία λόγια που θα τούς απευθύνω στο εξής.
Όταν θέλω να κάνω διακοπές, θα προτιμούσα να ξεκουραζόμουν σε κάποιο καντόνι της Ελβετίας, αλλά συνήθως πηγαίνω στο χωριό μου (το οποίο δεν είναι δικό μου, όπως υποννοεί η κτητική αντωνυμία), που βρίσκεται στο νομό Αργολίδας και λέγεται Κρανίδι (το πρώτο). Εκεί έχουμε ένα σπίτι, στο οποίο έμενε κάποιος παππούς του πατέρα μου ο οποίος ―σημειωτέον― ήταν παπάς (το δεύτερο). Το τρίτο πλέον ατιμωτικό γεγονός είναι πως σε αυτήν την κουτσουλιά στο χάρτη μέχρι πριν από λίγα χρόνια με φώναζαν μονίμως με το δεύτερό μου όνομα, Γιώργο. Όταν μεγάλωσα λίγο παραπάνω και απέκτησα δικαιώματα επιλογής, σταμάτησα να μιλάω στους ανθρώπους αυτούς πλην ενός, ο οποίος έχει περάσει εφηβεία πριν τη δημιουργία του δημοτολογίου, οπότε στα ζητήματα ονοματοδοσίας (φαντάζομαι πως θα) έχει τελείως διαφορετική οπτική και θεωρώ πως δεν αξίζει να τού δίνω προβλήματα προς σκέψη καθώς είναι με το ένα πόδι στον τάφο τα τελευταία πενήντα χρόνια και γενικά φαίνεται να μπαλαντζάρει έντονα.
Στο Κρανίδι τα πράγματα που μού αρέσουν είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός ποδιού.
Το πρώτο που μού αρέσει είναι η ησυχία. Από τις 20:00 και έπειτα, στο χωριό λες και πέφτει νεκρική σιγή. Δεν ακούς κανένα μηχανικό θόρυβο (λεωφορεία, αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, κόρνες ή μπουλντόζες), κανένα ζωικό θόρυβο (σκυλιά, γατιά, ποντίκια, γαϊδούρια ή άλογα) και κανένα ανθρώπινο θόρυβο (be it ζευγάρια που τσακώνονται, γέροι που βογκάνε, μεθυσμένοι που τραγουδάνε, ή ραδιόφωνα και τηλεοράσεις). Μικρός δε με ένοιαζε, γιατί κοιμόμουν νωρίς. Στην εφηβεία πάλι δεν με ένοιαζε γιατί το μόνο μου μέλημα ήταν να αυτοϊκανοποιούμαι και, όπως λέει και το ανέκδοτο, κατά τη διάρκεια του αυνανισμού το πλέον τεταμένο ανθρώπινο όργανο είναι το αυτί (για να ακούει για βήματα). Για κάμποσα χρόνια σταμάτησα να έρχομαι. Τα τελευταία δύο χρόνια ήταν τα μόνα που με πείραζε κάπως, γιατί έμενα ξύπνιος ως τις 03:00 περίπου (συνήθεια από το World of Warcraft). Φέτος μού αρέσει: μετά από ένα και κάτι ψιλά ακαδημαϊκό έτος γεμάτο μαλακίες και μαλάκες, έχω έρθει στο Κρανίδι φέρνοντας (μαζί με θέματα εργασιών που πρέπει να γίνουν εργασίες) ένα κεφάλι καζάνι από φασαρίες, ουρλιαχτά, πορείες, σειρήνες, φωτιές, τηλεοράσεις, προβολές, τρυπάνια και ό,τι άλλο θορυβογόνο μπορείτε να φανταστείτε· το πλέον αναγκαίο για μένα είναι η ησυχία. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ απολαμβάνω τους ήχους της καρδιάς μου χωρίς να κλείσω τα αυτιά μου, την αναπνοή μου και αυτή τη γλυκειά βύθιση που με συνεπαίρνει και που εδώ μού συμβαίνει ακόμα και με τα μάτια ανοιχτά. Εδώ και πολλά βράδια κοιμάμαι ήρεμος με ένα πολύ χουζούρικο αεράκι που με δροσίζει ιδανικά.
Το δεύτερο που μού αρέσει είναι ο ουρανός. Στο Κρανίδι δεν υπάρχει φωτορρύπανση, γεγονός που μού επιτρέπει να αράξω ανάσκελα στην ταράτσα και με ανοιχτά μάτια να αντικερύσω μια εικόνα που στα μάτια μου φαντάζει μαγική. Φαντάζομαι ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να λάβει χώρα και κάπου αλλού, πέρα από το Κρανίδι, αλλά εκεί δεν υπάρχει ταράτσα για αραλίκι ή, αν υπάρχει, ο ιδιοκτήτης της ίσως δεν χαρεί να με βρει πάνω της, οπότε, για να μην παίζω με τις πιθανότητες, προτιμώ τη σίγουρη λύση. Τέτοια είναι η εικόνα μου που σε σύγκριση με το πλήθος των αστεριών που αντικρύζω εδώ, στην Αθήνα βλέπω μοναχά τρία και συνήθως από τα τρία το μακρύτερο είναι αεροπλάνο. Επιπρόσθετα, αν οι ευχές στα πεφταστέρια πράγματι πραγματοποιούνταν (πλεονασμός), αυτή τη στιγμή θα έπρεπε να ήμουν ένας καλογυμνασμένος και μορφωμένος άνδρας με επιδόσεις στο σεξ γνωστές ανά την υφήλιο, να είχα περί τα επτά δισεκατομμύρια σε τραπεζικό λογαριασμό στο καντόνι της Ελβετίας που λέγαμε πιο πάνω, παρόλα αυτά να έμενα και να εργαζόμουν ως νυχτοφύλακας σε μουσείο του Βερολίνου και τέλος οι άνθρωποι να μην σκοτώνονταν πια μεταξύ τους ενώ θα κατοικούσαν ήδη και άλλους πλανήτες πέρα από τη Γη. Οι δυο τελευταίες ευχές έγιναν τη δεύτερη μέρα, αφού μετά από μια σύντομη αναζήτηση στο Google δεν βρήκα κάτι ενθαρρυντικό για τις σεξουαλικές μου επιδόσεις και διαπίστωσα έτσι πως το να εύχεσαι στον ουρανό είναι μούφα.
Τρίτο πράγμα δεν βρίσκω αυτή τη στιγμή, οπότε θα μπορούσα να πω πως αυτά που μού αρέσουν στο Κρανίδι είναι μετρημένα, όχι στα δάχτυλα του ενός ποδιού, αλλά στα αυτιά ενός κεφαλιού ή στα ρουθούνια μιας μύτης, αλλά προτιμώ να αφήνω και μια καβάτζα για τυχόν πράγματα που δεν έχω ακόμα σκεφτεί ή εκτιμήσει αρκετά.