Schuberth R1: μας δουλεύουν ψιλό γαζί!

Schuberth R1 on bed

Πριν από δύο μήνες ξεκίνησα να ψάχνω για αντικαταστάτη του κράνους μοτοσυκλέτας μου. Η ασφάλεια είναι ένα συναίσθημα και ως τέτοιο είναι υποκειμενικό. Κάποιοι δεν αισθάνονται ασφαλείς πάνω σε μοτοσυκλέτα. Εγώ φοράω χειμώνα-καλοκαίρι κράνος, μπουφάν και γάντια είτε πάω δέκα τετράγωνα πιο κάτω στη γιαγιά μου να πάρω γιαούρτι είτε στο κέντρο της Αθήνας είτε εκδρομή στο χωριό μου και με αυτά αισθάνομαι πιο ασφαλής από ό,τι αισθάνομαι μέσα σε αυτοκίνητο, γιατί με τα μέσα αποθέματα της γνώσης και της εμπειρίας που διαθέτω δίνω βάρος στην ενεργητική ασφάλεια και όχι στην παθητική. Κάποιοι άλλοι αισθάνονται ασφαλείς με σαγιονάρα, σορτσάκι, κοντομάνικο, γυαλιά ηλίου και κινητό ή δεν αισθάνονται και τίποτα (τα γνωστά μας παχύδερμα). Σεβαστό και (άρα) αδιάφορο. Το θέμα είναι ο καθένας από εμάς, χρησιμοποιώντας τα αποθέματα παιδείας και νου που διαθέτει, να βρει τη θέση του όχι ανάμεσα σε όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους με τους οποίους η ζωή του διασταυρώνεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Δεν είμαι της άποψης πως ένα κράνος πρέπει να κοστίζει πάνω από 250 ευρώ. Με τα χρήματα αυτά αγοράζεις δοκιμασμένη ασφάλεια από εταιρείες που είναι χρόνια στο χώρο, συμμετέχουν σε αγώνες (σημαντικό!) και μπορούν με αυτό το αντίτιμο να βγάλουν στην κυκλοφορία προϊόντα υπεραρκετά ακόμη και για τον απαιτητικό μοτοσυκλετιστή. Κράνη Nicky Hayden, Loris Capirossi, Marco Melandri και Κωστάκης Καραμανλής αποκλείονται εξαρχής: δεν είμαι η Marlboro, δεν έχω χρήματα να πληρώνω τον κάθε αναβάτη αγώνων και θεωρώ πως τα εκατομμύρια που του δίνουν οι εργοστασιακές ομάδες και η Deutsche Telekom του είναι αρκετά.

Continue reading…

Info suckz

Do not touch

Ο Neil Postman έγραφε (κι εγώ θα παραθέσω με τελείως αντιακαδημαϊκό τρόπο) πως πρώτα οι ευρείας κυκλοφορίας εφημερίδες, έπειτα η τηλεόραση και τέλος το διαδίκτυο ως μέσα ενημέρωσης, τοποθετημένα στη σειρά αυτή λόγω χρονικής ακολουθίας αλλά και έντασης του χαρακτηριστικού τους, παρουσιάζοντας εικόνες και γεγονότα από διάφορα μέρη του κόσμου, δημιουργούν στους αναγνώστες των κειμένων τους μια ελλιπέστατη εικόνα για τον κόσμο. Μιας που το πιθανότερο είναι ο αναγνώστης να μην τήν επαληθεύσει ή τή διαψεύσει ποτέ (αφού, ακόμη κι αν επισκεφθεί μια «ξένη» χώρα για την οποία μαθαίνει εδώ και χρόνια, η κοινωνική πραγματικότητα δεν θα τόν αγγίξει πέρα από το ελάχιστο, θα παραμείνει ένας επισκέπτης με ημερομηνία αποχώρησης), η μοναδική του πηγή ενημέρωσης παραμένει το εκάστοτε παρεισφρυτικό μέσο (ή συνδυασμός αυτών), απαραίτητο πια για τον ίδιο ως το μοναδικό μέσο τροφοδότησης με εικόνες-παυσίπονα της περιέργειας. Πληροφορίες, ειδήσεις και γεγονότα, που είτε τα ξέρεις είτε όχι δεν θα αλλάξει τίποτα στη ζωή σου, πέρα απ’ το να γίνεις ίσως λιγότερο παραγωγικός και να καταντήσεις να εξαρτάσαι σαν πρεζόνι απ’ τη δόση σου, που είναι είτε οι εικόνες απ’ τον εμφύλιο στο Κονγκό, είτε η αναπαραγωγή των κανγκουρό της Αυστραλίας, είτε η τελευταία έκδοση του iPhone. Πέρα από το ότι η διαλογή των προς προβολή γεγονότων εναπόκειται στην κρίση μερικών ανθρώπων ανά μέσο, έρχεσαι μόνιμα μπροστά σε μια εικόνα ζωής την οποία είτε θα ήσουν πολύ ηλίθιος αν επέλεγες να ακολουθήσεις είτε δεν έχεις αρκετά λεφτά για να τήν ακολουθήσεις σαν ηλίθιος. Η ηλιθιότητα παραμένει και στα δύο στοιχεία ως μεταβλητή είτε εξαρτημένη είτε ανεξάρτητη.

Continue reading…

Συναινετική πλύση

Eurovision malakies

Η δυναμική της πλύσης εγκεφάλου δεν είναι πλέον φασιστική αλλά ευνοεί την καλλιεργούμενη συναίνεση, εν ολίγοις τη συναποδοχή ότι δεν μας απέμεινε παρά να αδιαφορούμε. Έκτοτε, όσο πιο έντονα συνειδητοποιεί κανείς το αναπόφευκτον αυτής της αδιαφορίας, τόσο πιο πεισματικά αγωνίζεται να προσποιηθεί το αντίθετο. Το αποτέλεσμα είναι ότι, αντί να αδιαφορούμε γυρνώντας την πλάτη, όπως πριν από 20 χρόνια, αδιαφορούμε μ’ αυτόν τον παράδοξο τρόπο: συμμετέχουμε σε κάτι που, εν επιγνώσει μας, είναι αδιάφορο.

του Ευγένιου Αρανίτση, από το «7» της «Κ.Ε.», τ. 341

Ο βιβλιοβγάλτης

Στη γεωγραφία των πρώτων τάξεων του δημοτικού, στο μάθημα αυτό που μαθαίνει τα μικρά αθώα παιδάκια για τα ποταμάκια, τα βουναλάκια και τα σύνορα της χώρας τους και που ―σε ευγενή συνεργασία με το μάθημα της Ιστορίας― τα υποχρεώνει να χύσουν το αίμα τους γι’ αυτά ―στον πόλεμο ή στα γήπεδα, free choice― μόλις τελειώσουν το σχολείο, εγώ είχα συγκρατήσει ένα γράφημα που έδειχνε την άνοδο του πληθυσμού σε συνάρτηση με την άνοδο της πληθυσμιακής ομάδας των «-ήντα+» (διαβάζεται «ήντα πλας» και δεν είναι θρεπτικό συστατικό επιδορπίου γιαουρτιού). Τότε, στην εξέτασή μου τό είχα μνημονεύσει σχολιάζοντας: «Ο πληθυσμός της χώρας γερνάει, που σημαίνει ότι λιγότεροι νέοι εργάζονται για να τρέφονται περισσότεροι γέροι». Η δασκάλα μου είχε τρομάξει και μέχρι το τέλος του δημοτικού μου έβαζε 10 σε όλα και έτσι αναγκάστηκα στις δυο τελευταίες τάξεις να παρελάσω για τιμωρία δίπλα στη σημαία (μεγάλη η χάρη της).

Life Ambition

Πάντως η παρατήρησή μου ήταν αληθινή. Ξαναασχοληθήκαμε με πληθυσμιακά και εργασιακά ζητήματα μετά από έντεκα χρόνια, όταν πια θα ήμασταν ακίνδυνοι να κάνουμε κάτι για να βελτιώσουμε την κατάσταση. Έτσι, οι Έλληνες φοιτητές στελεχώνουν εδώ και πολλά χρόνια τις καίριες θέσεις αγγαρείας των καφετεριών, των πιτσαριών, των σουβλατζίδικων και των τηλεφωνικών κέντρων των τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Τα ελληνικά πανεπιστήμια, αρωγοί στη διατήρηση της ευγενούς αυτής παράδοσης, προσφέρουν από το πρώτο κιόλας έτος θέσεις επαγγελματιών συνδικαλιστών σε φοιτητές που πληρούν τις απαιτούμενες σταθερές βλακείας και εμφάνισης, ενώ ως επιβράβευση σε όσους κατανοήσουν τη ματαιότητα και συνεχίσουν τις σπουδές και μετά το πτυχίο τους προσφέρουν θέσεις υποτελούς απασχόλησης στους διάφορους θεσμούς του κάθε φορά ιδρύματος. Εγώ, ως τέτοιος, απασχολήθηκα στη βιβλιοθήκη του τμήματός μας από το Γενάρη ως την προηγούμενη εβδομάδα.

Οι βάρδιές μου (ένα τετράωρο κάθε Τετάρτη) είναι εξοργιστικές για ανθρώπους που εργάζονται πραγματικά ενώ το αντικείμενο της απασχόλησης θα μπορούσε μοναχά εμένα να μην ενοχλεί. Δεδομένου του συμβολικού μισθού μου, ήμουν επιφορτισμένος με την τιμητική αρμοδιότητα να τονώσω το αίσθημα ανωτερότητας ενός εκ των καθηγητών του τμήματος (υποψήφιου πολιτευτή με το γνωστό πορτοκαλί συνδυασμό) με το να κατανείμω και να ταξινομήσω πέντε κούτες κρασιών τιγκαρισμένες με πεταμένα άρθρα από εφημερίδες σε σαράντα κουτιά (τα οποία όταν έφυγα ήταν πενήντα δύο)· μια τελείως μάταιη εργασία, αν το καλοσκεφτείς, αφού τα κουτιά φυλλάσονται ανοιχτά και έπειτα από πέντε χρόνια η υπεύθυνη βιβλιοθηκονόμος (που θα έχει ανακαλύψει ήδη το Διαδίκτυο) θα αποφασίσει πως τα σωρευμένα απομεινάρια της γνώσης χρησιμεύουν περισσότερο ως άμμος για τη γατούλα του κτηρίου παρά οτιδήποτε άλλο σε οποιονδήποτε άλλο. Αλλά ποιος είμαι εγώ για να κρίνω;

Ομολογώ πως οι σταθερά επαναλαμβανόμενες ενέργειες μού ταιριάζουν περισσότερο ως εργασία: αν τα πόδια μου δεν ήταν σαν τα αναμνηστικά καλαμάκια της Disneyland θα μπορούσα να είμαι κολυμβητής, αν η φύση με είχε προικίσει αρκετά θα μπορούσα να παίζω σε τσόντες και αν ήμουν Γερμανός και παραγωγικός γύρω στο ’84 θα μπορούσα να κάνω τη δουλειά που έκανε ο πρωταγωνιστής των «Ζωών των άλλων» στο τέλος της ταινίας. Η μοίρα όμως μέ πέταξε στο ΕΚΠΑ, να ταξινομώ σκισμένα άθρα παντός είδους εφημερίδων και περιοδικών, ανάμεσα στα οποία των εξής: Ελευθεροτυπία, Ελεύθερος Τύπος, Ημερησία, Πρώτο Θέμα, Καθημερινή, Focus, Περισκόπιο της Επιστήμης, φυλλάδια του ΟΚΑΝΑ και περιοδικά του δικηγορικού και του ιατρικού συλλόγου καθώς επίσης και ―άκουσον, άκουσον― του συνδικαλιστικού οργάνου της ελληνικής Αστυνομίας. Είμαστε ό,τι διαβάζουμε, σίγουρα θα λέει κάποιος φιλόσοφος της πλάκας, και το μόνο που έχετε να κάνετε για να το διαπιστώσετε είναι να επισκεφθείτε τη βιβλιοθήκη για να δείτε τι μαλακίες μπορεί να διαβάζει ένας καθηγητής εγκληματολογίας.

Πάντα με καλή μουσική στα αυτιά, αρχικά μου έπαιρνε περί τα τέσσερα λεπτά για να διαπιστώσω σε πια κατηγορία ταιριάζει τι. Τρεις εβδομάδες αργότερα μου έπαιρνε κατά μέσο όρο περί τα δέκα δευτερόλεπτα, αφού πια συνήθισα τον τρόπο κατάταξης που φέρνει σε αυτόν ψυγείου χασάπικου και διαπίστωσα πως ένα όνομα και τρεις σκόρπιες λέξεις αρκούν για να μπει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του: ονόματα συγγραφέων όπως Νίκος Δήμου, Άλφα Γιώτα Δέλτα Μεταξάς, Παντελής Μπουκάλας φεύγουν κατευθείαν για το κουτί «Διανοούμενοι/Γνώμες», ενώ συγκεκριμένη σελίδα των Νέων συγκεκριμένης περιόδου καταλήγει άμεσα στο «Ειδικές δικαστικές περιπτώσεις». Κάνεις μ’ αυτόν τον τρόπο επάγγελμα αυτό που υποστήριζε πριν από κάμποσα χρόνια ο τηλεοπτικός εκλογολόγος του MEGA Ηλίας Νικολακόπουλος, που κατά τύχη διδάσκει εκλογική κοινωνιολογία στο τμήμα ΠΕΔΔ της σχολής ΝΟΠΕ του ΕΚΠΑ (σ.σ. πουτάνα νεωτερικότητα με τα αρκτικόλεξά σου): «Διαβάζουμε πια μοναχά τους τίτλους των εφημερίδων και σκόρπιες λέξεις απ’ το κείμενο». Τα κουτιά (τα οποία η συμπαθής πιπινοασκούμενη βιβλιοθηκονόμος αποκαλούσε ακαδημαϊκώ στόμφω «μποξ») έχουν τελεία μετά τα ψηφία αρίθμησης, γεγονός που, σε συνάρτηση με το βλακώδες αράδιασμα των θεματικών, υπήρξε για μένα η κατάρριψη του αξιώματος πως η γνώση της γερμανικής γλώσσας συνεπάγεται ορθολογική σκέψη.

Εν κατακλείδι, τελείωσα την απασχόληση αυτή έχοντας εκτιμήσει τα κλιματιστικά, το μελάνι και τη μουσική του Nick Cave, έχοντας βρει ότι στη ζωή μου θα ήθελα να γίνω επίτιμος καθηγητής τριών πανεπιστημίων και έχοντας εκτιμήσει τα γυναικεία πόδια περισσότερο από το γυναικείο στήθος (ως αντικείμενο βλέψης και μόνον).

H πέτρα της Μπολόνια

Werther

Βίλελμ, τι είναι για την καρδιά μας ο κόσμος χωρίς αγάπη; Ένα μαγικό φανάρι χωρίς φως! Και μόλις βάλεις μέσα το λαμπάκι αμέσως σχηματίζονται στον άσπρο τοίχο οι πιο πολύχρωμες εικόνες! Όμως ακόμη κι αν δεν είναι άλλο από περαστικά φαντάσματα, αυτά ωστόσο κάνουν την ευτυχία μας, όταν με την αφέλεια των παιδιών στεκόμαστε μπροστά τους και εκστασιαζόμαστε μπροστά στις θαυμαστές οπτασίες. Σήμερα δεν μπόρεσα να πάω να δω τη Λόττε. Με εμπόδισε μια κοινωνική υποχρέωση που δεν μπόρεσα να αποφύγω. Τι μπορούσα να κάνω; Έστειλα σπίτι της τον υπηρέτη μου μόνο και μόνο για νά ‘χω κάποιον δίπλα μου που θα είχε βρεθεί κοντά της σήμερα. Με τι ανυπομονησία τον περίμενα, με τι χαρά τον ξαναείδα! Αν δεν ντρεπόμουνα θα τον είχα πιάσει απ’ το κεφάλι και θα τον είχα φιλήσει.

Λένε πως η πέτρα της Μπολόνια, όταν την αφήσει κανείς στον ήλιο, απορροφά τις ακτίνες και στη συνέχεια λάμπει αρκετή ώρα τη νύχτα. Κάτι τέτοιο έγινε για μένα αυτό το παλικάρι. Η ιδέα ότι τα μάτια της είχαν ακουμπήσει στο πρόσωπό του, στα μάγουλά του, στα κουμπιά του ενδύματός του και στο γιακά του πανωφοριού του μού τα έκανε όλα αυτά τόσο πολύτιμα, τόσο ιερά. Δεν θα τό ‘δινα αυτό το παιδί ούτε για χίλια τάλιρα. Μού ‘κανε τόσο καλό η παρουσία του… Αλίμονό σου αν γελάσεις με όλα αυτά! Βίλελμ, είναι άραγε φαντασίες όταν νιώθει κανείς ευτυχισμένος;

του Johann Wolfgang von Goethe από Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

To: artefutura

Δώσε του ένα καρβουνάκι και σού φτιάχνει μουσική.
Δώσε του ένα μολύβι και σού σχεδιάζει τη φαντασία.
Δώσε του ένα στυλό και σού φτιάχνει λόγο.
Δώσε του ένα λεπτό από το χρόνο σου και σού μαθαίνει να σκέφτεσαι.

Εύχομαι να συνεχίσεις να πραγματοποιείς τα όνειρά μας!