Σε ποιο σημείο αρχίζει η δυσαρέσκεια; Έχεις γύρω σου αρκετή ζεστασιά κι όμως κρυώνεις. Έχεις φάει καλά κι όμως σε κατατρώει η πείνα. Έχεις αγαπηθεί κι όμως λαχταράς ν’ ανοιχτείς σε νέες περιπέτειες. Κι όλα αυτά έρχεται να τα υποδαυλίσει, συνεχώς, ο χρόνος, ο άτιμος ο χρόνος. Τώρα, το τέλος της ζωής δεν είναι τόσο φοβερά απομακρυσμένο ―μπορείς να το δεις, όπως βλέπεις τη γραμμή του τερματισμού, όταν μπεις στην τελική ευθεία― και σκέφτεσαι, «Δούλεψα αρκετά; Έφαγα αρκετά; Αγάπησα αρκετά;» Όλ’ αυτά, βέβαια, είναι η πηγή της μεγαλύτερης κατάρας του ανθρώπου και ίσως της μεγαλύτερης δόξας του. «Ποιο ήταν το νόημα της ζωής μου μέχρι τώρα και ποιο θα μπορεί να είναι στα χρόνια που μου απομένουν;» Και τώρα ερχόμαστε μπροστά στο απαίσιο, το δηλητηριώδες κεντρί: «Τι ακούμπησα εγώ στο Μεγάλο Ζυγό; Τι αξίζω;» Και δεν είναι ούτε ματαιοδοξία ούτε φιλοδοξία. Οι άνθρωποι μοιάζουν να γεννιούνται κουβαλώντας ένα χρέος, που δεν θα μπορέσουν ποτέ να το ξεπληρώσουν, όσο κι αν προσπαθήσουν. Γιατί, είναι σαν να συσσωρεύεται συνεχώς μπροστά τους, πάντα, ένα βήμα πιο μπροστά από ‘κεί που ήδη βρίσκονται. Ο άνθρωπος χρωστάει κάτι στον άνθρωπο. Αν θελήσει ν’ αγνοήσει το χρέος, τότε αυτό τον δηλητηριάζει· αν, πάλι, θελήσει να το πληρώσει, τότε το χρέος συνεχώς αυξάνεται και το μέτρο που δείχνει την ποιότητα του ανθρώπου είναι η ίδια η ποιότητα των δώρων του.
του Τζων Στάινμπεκ από τη Γλυκιά Πέμπτη· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.

Σαν γιγάντιοι κορμοί δέντρων, που πέφτουν και κατρακυλούν στα νερά του αφρισμένου χειμάρρου, έτσι σηκώνονται τα γκρίζα κύματα και προχωρούν, ώσπου με γδούπο σκάνε στην ακτή. Το νερό έχει φουρτουνιάσει, στροβιλίζεται, χτυπιέται, υψ΄νεται σε πυκνά πέπλα βροχής κατά μήκος της παραλίας· ο ήλιος από πάνω τους τα κάνει ν’ αστράφτουν σ’ όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ως τη γραμμή του ορίζοντα, ο άνεμος ζωγραφίζει στη ράχη των κυμάτων άσπρες γραμμές, που μοιάζουν με κοπάδια φάλαινες που όλο και ζυγώνουν: μια βουτάνε κάτω απ’ την επιφάνεια του νερού, μια βγαίνουν στον αφρό. Το θέαμα σε γεμίζει ευφορία και με μια λυτρωτική, ευεργετική αίσθηση ελευθερίας. Τα γιοτ, με την πλώρη κόντρα στον αέρα, κλυδωνίζονται πάνω στο νερό, κάνοντας τους κάβους τους να τεντώνονται. Λίγοι είναι αυτοί που τόλμησαν ν’ ανοιχτούν με τις ιστιοσανίδες τους. Ακόμα πιο μακριά, ένα καϊκάκι χοροποηδάει σαν καρυδότσουφλο στο κύμα, κινδυνεύοντας να τουμπάρει κάθε φορά που σηκώνεται ψηλά. Ελπίζοντας πως θα δουν με τα μάτια τους κάπου δυστύχημα, πολλοί στέκουν στην παραλία και κοιτάζουν. Όμως, τίποτα δεν γίνεται. Παρά τον αέρα, που σηκώνει την άμμο ψηλά, η αμμουδιά είναι γεμάτη κόσμο. Οι ομπρέλες είναι κλειστές· γυμνόστηθες γυναίκες κυνηγάνε τα φουσκωτά μαξιλαράκια που τους τα πήρε ο άνεμος· παιδιά παίζουν άκρη άκρη, εκεί όπου σκάει το κύμα, με γέλια και φωνές. Το «Anything Goes» έχει γίνει άφαντο. Το βλέμμα σου πέφτει στο σημείο όπου βρισκόταν μέχρι χτς, και νιώθεις κι εσύ λιγάκι πιο μόνος.