Να φτάσουμε στο σημείο

Ναι, αλλά μπορούμε να ξεχνάμε κατά βούληση; Στο Περί ρήτορος, ο Κικέρων αφηγείται την ιστορία του Θεμιστοκλή, ενός Αθηναίου απαράμιλλης σοφίας στον καιρό του. Έλεγαν πως ο Θεμιστοκλής είχε δεχτεί κάποτε την επίσκεψη ενός άνδρα καλλιεργημένου και επιτυχημένου, ο οποίος, αφού του επιδαψίλευσε ένα σωρό κολακείες, προσφέρθηκε να του μάθει την επιστήμη της μνημοτεχνικής. Ο Θεμιστοκλής, περίεργος, τον ρώτησε τι μπορούσε να επιτύχει εκείνη η νέα επιστήμη για την οποία μόλις άρχιζε να γίνεται λόγος, κι ο επισκέπτης τον διαβεβαίωσε καμαρωτά ότι η μνημοτεχνική θα του επέτρεπε να θυμάται τα πάντα. Απογοητευμένος, ο Θεμιστοκλής απάντησε στον επισκέπτη ότι η πραγματική χάρη δε θα ‘ταν να του μάθει να θυμάται τα πάντα, αλλά να ξεχνάει ό,τι θέλει. Εγώ μπορώ να σκέφτομαι γεγονότα της ζωής μου (ό,τι είδα, ό,τι άκουσα, ό,τι αποφάσισα κάποια στιγμή) χωρίς τα οποία θα ‘μουν καλύτερα γιατί όχι μόνο δεν είναι χρήσιμα αλλά και, αντιθέτως, γίνονται ενοχλητικά, ντροπιαστικά ή οδυνηρά, αλλά ξέρω πως η εθελοντική τους λήθη δεν είναι δυνατή, πως θα συνεχίσουν να συνωστίζονται στη μνήμη μου· δεν αποκλείεται να μ’ αφήσουν ήσυχο για κάποιο διάστημα, μικρό ή μεγάλο, σαν ζώα σε χειμερία νάρκη, αλλά μια μέρα θα δω κάτι ή θ’ ακούσω κάτι ή θα πάρω μιαν απόφαση που θα τα κάνει να ξεπροβάλουν το κεφάλι· οι ενοχές ή απλώς ανησυχητικές αναμνήσεις επιστρέφουν στη μνήμη μας σε στιγμές απρόβλεπτες, και τότε συμβαίνει κάτι σαν μυϊκή αντίδραση ―ένα αντανακλαστικό του σώματός μας― που συνοδεύει πάντα αυτές τις αναδρομές· άλλοι βουλιάζουν το κεφάλι τους ανάμεσα στους ώμους όπως κάνουμε όταν κάποιος μας πετάει κάτι, άλλοι χτυπούν το γραφείο ή το ταμπλό του αυτοκινήτου τους λες και η απότομη κίνηση θα τρομάξει τις ανεπιθύμητες αναμνήσεις, κι άλλοι κάνουν ένα μορφασμό που τους προδίδει, κλείνοντας τα μάτια, πιέζοντας τα σαγόνια με το στόμα ανοιχτό και δείχνοντας τα δόντια, κι αν τους βλέπαμε από μια μεριά, θα μπορούσαμε και να φτάσουμε στο σημείο ν’ αναγνωρίσουμε εκείνες τις στιγμές. Να το, θα λέγαμε· μόλις θυμήθηκε κάτι άβολο, ή ανησυχητικό, ή ένοχο. Όχι· δεν ελέγχεται η λήθη, δε μάθαμε ποτέ να το κάνουμε, αν και το μυαλό μας θα λειτουργούσε καλύτερα αν μπορούσαμε, αν καταφέρναμε να ελέγξουμε τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν παρεισφρύει στο παρόν.

του Juan Gabriel Vásquez από τη Μορφή των Λειψάνων· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Η πιο όμορφη, η πιο υγιής, η πιο δυνατή

Η μυρωδιά της φέτας της έφερνε ναυτία, και η μυρωδιά του κασεριού επίσης. Η υφή από τις ώριμες ντομάτες. Ο τρόπος με τον οποίο η κόρα του ψωμιού ακουμπούσε τον ουρανίσκο της όταν μασούσε. Το κους κους όμως δεν την πείραζε και αυτό έτρωγε, για πρωινό, για μεσημεριανό και για βραδινό. Μερικές φορές το ανακάτευε με γιαούρτι, μερικές φορές με μαρμελάδα φραγκοστάφυλο. Τη μάζευε απευθείας από το πιάτο με τα δάχτυλά της. «Όλη μου τη ζωή», έλεγε, «σιχαινόμουν το κους κους. Αλλά φαίνεται πως αρέσει στο μωρό».
Μιλούσαμε πολύ για το μωρό. Θα ήταν η πιο όμορφη, η πιο υγιής, η πιο δυνατή. Κοιμόμασταν λίγο, εξαιτίας των εμετών της Ελίφ, και περνούσαμε τις νύχτες μας επινοώντας ιστορίες. Θα παντρευόμασταν αμέσως μετά την αλλαγή του ονόματος. Ύστερα θα πηγαίναμε στις ΗΠΑ. Όλοι μου οι φόβοι αποδείχθηκαν αβάσιμοι ― μοιράστηκα το σχέδιό μου με την Ελίφ κι εκείνη είπε μόνο: «Το καλό που σου θέλω, ν’ αρχίσεις να μου μαθαίνεις αγγλικά».
Κι έτσι άρχισα. Συγκεντρώσαμε μερικές βασικές φράσεις ― Πεινάω. Διψάω. Πόσο κάνει ένα πακέτο κους κους; Ύστερα αρχίσαμε να ονοματίζουμε τον κόσμο γύρω μας ― γραφείο, καρέκλα, ουρανός, βουνό. Νιώθαμε σαν τους πρωτόπλαστους, δίνοντας πρόσωπο στα απρόσωπα.
«Συνειδητοποιείς, Αμερικάντσε», είπε η Ελίφ ένα βράδυ, «πόσο με έχεις του χεριού σου;» Μπορούσα να δημιουργήσω έναν ολοκαίνουργιο κόσμο για εκείνη. Έναν κόσμο στον οποίο το γραφείο θα ήταν μήλο, το μήλο παράθυρο, κι εκείνη δεν θα είχε τρόπο να το γνωρίζει. Θα έπρεπε να με πιστέψει.
«Κάν’ το», είπε ένα βράδυ. «Φτιάξε μου έναν καινούργιο κόσμο».
«Πώς το λένε αυτό;» είπε και διέτρεξε με τα δάχτυλά της την κουβέρτα.
«Ωκεανό», είπα εγώ, την πρώτη λέξη που μου ‘ρθε στο μυαλό.
Έτσι, τράβηξε τον ωκεανό ως τα πιγούνια μας, με την άμμο και τους υφάλους του, τις σπηλιές, τα βυθισμένα πλοία, τους χαμένους θησαυρούς, τους καρχαρίες, τις φάλαινες, τα δελφίνια και το πλαγκτόν.
«Κι αυτό;» είπε εκείνη κι έπιασε μια τούφα από τα μαλλιά της.
«Ποτάμι».
Ακούμπησα τα χείλη μου στα νερά του, που ήταν δροσερά και με νανούριζαν. Πόσο εύκολο ήταν ν’ αλλάξεις τον κόσμο. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ν’ αλλάξεις τον τρόπο που τον βλέπεις.

του Μιροσλάβ Πένκοφ από το Βουνό των Πελαργών· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Ανάποδα

του Νίκου Ρούσσου, από το innerself

Είναι κάποιες μέρες ανάποδες. Το καταλαβαίνεις συνήθως από το πρωί. Δεν έχουν βέβαια το δράμα της καταστροφής που μας αναγκάζει να αναζητούμε επιτακτικά καταφύγιο και νόημα. Μοιάζουν με τις μέρες τις κανονικές, αλλά χωρίς τα μαλακά μαξιλαράκια των ασφαλών συμπερασμάτων. Στις ανάποδες μέρες απλά ξυπνάς από την πολεμική σάλπιγγα της αμφιβολίας. Μικροατυχήματα, μικροβλάβες, η δυσκολία να βρεις πάρκινγκ, ένας ακατανόητος εκνευρισμός, μια άρνηση του νου να βρει ηρεμία… Όλα μοιάζουν να συνωμοτούν με το μαύρο χιούμορ ενός κοσμικού φαρσέρ που για άγνωστο λόγο τα έβαλε μαζί σου. Για να τη βγάλεις καθαρή, υπάρχουν δύο τρόποι που μπορώ να φανταστώ. Είτε με την αισιόδοξη υπομονή της γνώσης πως όλα θα γίνουν ξανά ίσια, είτε προσπαθώντας να κοιτάξεις και εσύ το κόσμο και τον εαυτό σου ανάποδα.

Στις ανάποδες μέρες είναι πιο φανερό από ποτέ ότι τελικά ίσως δε μπορείς να αλλάξεις. Οι ίδιοι φόβοι, οι ίδιες εμμονές γρυλίζουν μέσα σου την ξεροκέφαλη γνώμη του γέρικου λύκου. Πόσο ανάποδος είναι ένας ψυχολόγος που έπαψε να πιστεύει στην αλλαγή; Σίγουρα θα έχει φτάσει σε υπαρξιακό αδιέξοδο! Ας επιμείνουμε για λίγο στην ανάποδη μας οπτική και ας δηλώσουμε με θράσος το αιρετικό μας δόγμα: «η ψυχοθεραπεία δεν έχει να κάνει με την αλλαγή». Όποιος άλλωστε έχει μια σχετική εμπειρία από οποιαδήποτε πλευρά του θεραπευτικού ζευγαριού, μπορεί να βεβαιώσει πως οι διάλογοι είναι εξαντλητικές επαναλήψεις του ίδιου λίγο-πολύ θέματος. Η ψυχοθεραπεία μοιάζει με το ρυθμικό, κυκλικό ανακάτεμα του καζανιού της μάγισσας. Ένας αμοιβαίος διαλογισμός πάνω στον εαυτό, όπως αποκαλύπτεται μέσα από την αισθητή ή υπαινικτική του σταθερότητα στο χρόνο. Είναι αναγκαία η επιμονή μας να ακούμε με προσοχή την ίδια ιστορία, στις άπειρες παραλλαγές της, εάν θέλουμε να εκπλαγούμε από αυτό που ήδη υπάρχει. Ας είμαστε λιγάκι καχύποπτοι, όταν φανατιζόμαστε με την αλλαγή. Μήπως αυτό που κρυφά επιθυμούμε είναι μέσα από τη δική μας αλλαγή, να αλλάξουν οι άλλοι για να μη χρειαστεί τελικά να αλλάξουμε οριστικά; Ή μήπως μέσα στην επιθυμία της αλλαγής, κρύβεται η φαντασίωση του προσωπικού μας παράδεισου: ενός τόπου απόλυτης γαλήνης και άπειρων δυνατοτήτων ―και άρα καμίας αλλαγής; Στο κάτω-κάτω της γραφής τι νόημα έχει να μάθουμε τον εαυτό μας, εάν πρόκειται να τον αλλάξουμε; Η αποδοχή της σταθερότητας του εαυτού είναι η πιο επώδυνη ψυχική εργασία. Προϋποθέτει το βαρύ πένθος της αποδοχής των περιορισμών μας. Όμως χωρίς τον πειρασμό της τελειότητας να μας τυφλώνει, ίσως μπορούμε να απολαύσουμε το προσωπικό μας ιδίωμα. Η πραγματική αλλαγή είναι μόνο ένα συλλογικό ζήτημα και συμβαίνει επίσης μόνο όταν εμπλουτίζουμε το κόσμο με το προσωπικό μας ιδίωμα. Μέχρι τότε ας διασκεδάσουμε με την ιδέα πως πάντα μέσα σε έναν βάτραχο υπάρχει ένας πρίγκηπας και πάντα μέσα σε έναν πρίγκηπα χοροπηδά χαρούμενα ένας βάτραχος.

Αν στη προηγούμενη παράγραφο αγγίξαμε τα όρια της βλασφημίας ενάντια στο βελτιωτικό όραμα της αλλαγής, σε ετούτη την παράγραφο θα παίξουμε ανεύθυνα με τα ίδια τα όρια. Αυτά που τείνουν να γίνουν πανάκεια για την αντιμετώπιση κάθε ψυχικής ταλαιπωρίας: «Υγιή όρια». Ας δούμε την οδηγία αυτή λίγο πιο προσεκτικά. Η φράση «είναι υγιές να κάνεις αυτό» έχω την αίσθηση πως χρησιμοποιείται συχνά ως μια πιο καλαίσθητη εκδοχή της φράσης «πρέπει να κάνεις αυτό». Από τότε που απαγορεύσαμε τη λέξη «πρέπει», η καημένη αναζητά άπειρες μεταμφιέσεις! Η ιατρική ρόμπα είναι μια συνηθισμένη επιλογή για το αποκριάτικο πάρτι της υποκρισίας μας. Η επίκληση στην υγεία είναι η νέα μας ηθικολογία. Μπορείς σίγουρα να κουρελιάσεις το ηθικό κάποιου αν του πεις πως αυτό που κάνει δεν είναι «υγιές». Η ανάγκη για επιβολή είναι, όπως φαίνεται, κάτι βαθιά ανθρώπινο. Προφανώς η τακτοποίηση και διατήρηση των ορίων είναι σημαντικές λειτουργίες για το περιορισμό και τη κοινωνική διευθέτηση της αχόρταγης δίψας μας για εξουσία. Όμως δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως η ψυχαναγκαστική μας εμμονή με τα όρια μπορεί να γίνει από μόνη της ένα παιχνίδι εξουσίας. Πόσοι πόλεμοι ξεκίνησαν με αφορμή τη δίκαιη χάραξη των συνόρων! Πόσα αδέλφια δε μιλιούνται για μισό μέτρο διαφορά στην οριοθέτηση της περιουσίας! Και εμείς ακόμη πιστεύουμε πως τα διαπροσωπικά μας προβλήματα υπάρχουν επειδή δεν έχουμε τα «σωστά όρια». Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν για θεό προστάτη των ορίων έναν απατεώνα. Έναν τύπο που τη πρώτη μέρα της ζωής του έκλεψε το κοπάδι του αδελφού του ―σπάζοντας προφανώς πολλά όρια― τον Ερμή. Προς τι ετούτο το παράδοξο; Ακριβώς επειδή τα όρια είναι παράδοξα. Ενώ ξεχωρίζουν το δικό σου από το δικό μου, ταυτόχρονα είναι και το σημείο επαφής μας. Το όριο είναι μια ερωτογενής ζώνη, από την οποία προσδοκούμε να μας προσφέρει την ιδανική απόσταση. Αν δεν έχουμε στο νου μας την ερωτική φύση των ορίων, τότε μάλλον θα χρειαστεί μονίμως να πολεμάμε. Ας είμαστε ειλικρινείς. Πότε επικαλούμαστε τα «όρια μας»; Όταν νιώθουμε ότι δε μπορούμε να χειριστούμε μια κατάσταση, να μεταφράσουμε μια πληροφορία ή να αντέξουμε ένα δικό μας συναίσθημα. Νομίζω πως τα όρια μεταξύ μας μπαίνουν έτσι και αλλιώς, ακριβώς επειδή είναι αδύνατο να μιλήσουμε μια απόλυτα κοινή γλώσσα. Η επιμονή μας με τα «υγιή όρια» μου φαίνεται πως προδίδει την απαίτηση μας να μιλήσει ο άλλος υποχρεωτικά στη δική μας γλώσσα. Φύλακας των ορίων μας θα πρέπει να είναι ένας απατεώνας και όχι ένας πολεμιστής: διότι ο πρώτος ξέρει καλύτερα να διαβάζει τις απατεωνιές της τάσης μας για επιβολή. Έτσι δεν το θέλει ο αστικός μύθος; Οι μυστικές υπηρεσίες προσλαμβάνουν τους καλύτερους hackers… Αν και αποφεύγω να δίνω συμβουλές, έχω μία που δεν έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ: «οι γονείς πρέπει να βάζουν τα όρια, που τα παιδιά πρέπει να σπάσουν».

Λίγο ακόμη έμεινε στο ανάποδο ετούτο άρθρο. Ας κάνουμε υπομονή. Γιατί μας μαγεύει η πορνογραφία; Γιατί είμαστε εθισμένοι οι άντρες και πρόσφατα οι γυναίκες σε αυτή; (Οι στατιστικές δείχνουν πως δεν βλέπουν πορνό μόνο κάποια, ερωτικά στερημένα φρικιά.) Και ακόμη περισσότερο, γιατί η πορνογραφία μοιάζει να αποτελεί τη βασική αισθητική του πολιτισμού μας; Με μια πρόχειρη αναζήτηση στο twitter βρίσκουμε τις ακόλουθες κατηγορίες: «food porn, outfit porn, truck porn, athlete porn, sports porn» κλπ. Η νέα μόδα του unboxing, τι άλλο είναι παρά ένα αισθησιακό striptease για προϊόντα; Ακόμη και ο τρόπος που παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαθέτει την αποπλανητική τέχνη του εξόφθαλμου ψέματος. Νομίζω πως η τάση μας προς τη πορνογραφία, στην αγοραία ή και την οικιακή της έκδοση, αποκαλύπτει τη δίψα μας για το φαντασιακό αναποδογύρισμα της πραγματικότητας. Τον πόθο μας για την υπέρβαση. Μέσα από ακραίες, θελκτικές και ταυτόχρονα ψεύτικες εικόνες, είτε πρόκειται για μια ανθρωπίνως αδύνατη στάση στο σεξ, είτε ένα λαχταριστό burger, ο πορνογραφικός μας εθισμός, αποκαλύπτει πως η γλώσσα της ψυχής μας είναι οι εικόνες. Τις χρειαζόμαστε και μας χρειάζονται και εκείνες. Όμορφες, άσχημες, ντροπιαστικές, γκροτέσκες, ερεθιστικές, χυδαίες, επιμένουν να πουν τη δικιά τους ιστορία για το τι πιθανολογούν πως σημαίνει «άνθρωπος». Όσο και να προσπαθούμε να αλλάξουμε τις εικόνες μας προς το «καλύτερο», όσο και να θέλουμε να οριοθετήσουμε την φαντασία μας στο «φυσιολογικό», πάντοτε στον πυρήνα κάθε αναποδιάς θα ανακαλύπτουμε μια εικόνα που θα χρειάζεται να κοιτάξουμε ανάποδα για να καταλάβουμε.

Μεγαλώνοντας, ξεχνάμε.

της Εύης Νικολοπούλου, από το Νόστιμον ήμαρ.

Μεγαλώνοντας απομακρυνόμαστε. Απομακρυνόμαστε από τον επαναστατημένο εφηβικό εαυτό μας, από τα όνειρα μας. Απομακρυνόμαστε από τους γνωστούς και τους φίλους μας, απομακρυνόμαστε από τα έξω, από τις πολλές συνάφειες και συγκεντρώσεις. Οι φίλοι γίνονται γνωστοί και οι γνωστοί ξένοι.

Μεγαλώνοντας χάνουμε. Χάνουμε τις συνήθεις μας, χάνουμε τα στέκια μας. Χάνουμε τον προσανατολισμό μας, χάνουμε την οικειότητα, χάνουμε την αγάπη. Χάνουμε το μέτρημα των συναισθημάτων που εξαφανίστηκαν κάπου στο βάθος του χρόνου.

Μεγαλώνοντας συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε την πείνα, την φρίκη τους πολέμους. Συνηθίζουμε την αδιαφορία. Συνηθίζουμε και μεις να ζούμε με τα λίγα, και οι άλλοι να ζουν με το τίποτα. Συνηθίζουμε τις απώλειες και το πένθος. Συνηθίζουμε το γκρίζο.

Μεγαλώνοντας κουραζόμαστε εύκολα. Κουραζόμαστε από τη δουλειά, τη ζωή και τα προβλήματα. Κουραζόμαστε να εξηγούμε και να απολογούμαστε. Κουραζόμαστε από τα προβλήματα τα δικά μας, και τα προβλήματα των άλλων. Κουραζόμαστε τόσο, που ούτε που το παίρνουμε χαμπάρι όταν ο ναρκισσισμός μας κάνει επίσημη πρόσκληση στην μοναξιά.

Μεγαλώνοντας, μικραίνουμε. Μικραίνει το μέσα μας και κρύβεται, γιατί φοβάται. Φοβάται το μέλλον. Φοβάται τους άλλους, φοβάται την αρρώστια, την αδικία, τον ξενιτεμό. Φοβάται την ανασφάλεια, την αναξιοπρέπεια, τα γηρατειά. Φοβάται την απώλεια, την απομόνωση, την αποξένωση. Φοβάται το θάνατο. Το θάνατο των άλλων και το θάνατο το δικό του.

Μεγαλώνοντας ξεχνάμε. Ξεχνάμε τι σημαίνει αυθορμητισμός, τι σημαίνει χαρά, τι σημαίνει ανθρωπιά και αυτοθυσία. Ξεχνάμε ότι καμιά φορά μπορεί να κάνω καλό απλά δίχως να κάνω ή να λέω τίποτα κακό. Ξεχνάμε ότι μπορεί να είμαστε απλά «εκεί», δίχως επίκριση και συμβουλές.

Μεγαλώνοντας αμβλύνονται οι αισθήσεις μας. Αμβλύνεται και θολώνει η όραση, θολώνει η κρίση. Μεγαλώνοντας αμβλύνεται τόσο η ακοή μας, που δεν ακούμε τα βήματα των αγαπημένων μας όταν φεύγουν.

Μεγαλώνοντας μικραίνουμε καμιά φορά τόσο, που πρέπει να προσέχουμε να μην εξαφανιστούμε. Να προσέχουμε μήπως και ενώ υπάρχουμε, δεν μας βλέπει κανείς.

Βόλτα τέρμα γκάζι στην αστική ύπαιθρο

Το Chase είναι ένα φρενήρες τρίλεπτο (και κάτι) βίντεο, ταινία μικρού μήκους δεν τη λες, πιο πολύ μια υστερικής ταχύτητας βόλτα σε εικόνες της πόλης και της υπαίθρου, ραμμένες βελονάκι μεταξύ τους, έτσι που να συνθέτουν ένα αδιαίρετο τοπίο που σε ρουφάει, σε ζαλίζει, σε υπνωτίζει κι έπειτα σε πετάει πάνω στον τοίχο.

Ο δημιουργός του, Páraic Mc Gloughlin, φωτογράφος και κινηματογραφιστής, γράφει γι’ αυτό το βίντεο που ομολογεί πως τού ‘χε γίνει εμμονή:
«Τραβηγμένο στην Ιρλανδία και στην Πολωνία, πρόκειται για ένα ταξίδι που εξερευνά τις ιδέες μεταξύ άλλων της απόφασης, της επιλογής, της συνέπειας, της περίστασης και του χρόνου· μια προσωπική αντίληψη πάνω στο πώς προσπαθούμε να βρούμε οτιδήποτε αναζητάμε. Η ταινία αντικρίζει τα αντικείμενα, τους ανθρώπους και τους τόπους που μοιράζονται κοινές ιδιότητες, τη σχέση μας μεταξύ μας καθώς και τα περιβάλλοντά μας στα τόσο όμοια αλλά ταυτόχρονα τόσο διαφορετικά μονοπάτια που μοιραζόμαστε.»