παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Αν θυμώνει, αν φοβάται, αν πεινάει.

11η 10ου της χρονιάς 2015 · βιβλιόφωνο

Πήγαινα, που λες, στο καφενείο τις Κυριακές και καθόμασταν, και μη σου πω ψέματα, κουβέντες πολλές δεν κάναμε. Γω μίλαγα δηλαδής κι αυτός μόνο που ‘ταν εκεί και έπινε και κάπνιζε. Τι τον ρώταγα, αν είχε κάνει οικογένεια, τι τα ‘κανε τα λιεφτά που μάζευε, άμα είχε δει κι άλλα μέρη στην Αμερική. Τίποτες. Μου ‘χε κάνει μεγάλη εντύπωση, γιατί ειδικά στην αρχή που ‘μουνα φρέσκος όλο για το χωριό μίλαγα, πώς μου λείπει το ‘να, πώς μου λείπει τ’ άλλο. Αυτός μια φορά δεν είπε, έτσ’ σαν άνθρωπος, α ρε, κι εγώ πολύ θα το ‘κανα κέφι να ‘χα αυτό απ’ την πατρίδα. Και σ’ Εγγλιέζο για να καταλάβεις να τα ‘λεγα, κάποια στιγμή θα ‘λεε κάτ’, ωραίο το χωριό σ’ έτσ’ όπως τ’ ακούω, κι εγώ θα ‘θελα να ‘βλεπα τη θάλασσα στη Βληχάδα που λες ότι είναι τόσο ωραία. Ο Αργύρης σαν τον μουγκό. Κι όχι ότι έδινε κάνα άλλο σημάδι να καταλάβω να πω ότι κάτι του ‘καναν όλα αυτά. Όχι, τίποτες. Σαν το ψάρι κοίταε, που δεν ξέρεις αν θυμώνει, αν φοβάται, αν πεινάει όπως τ’ άλλα τα ζωντανά. Ε, λοιπόν, σ’ το λέω, απ’ όλα σε αυτόν τον άνθρωπο αυτό ήταν το πιο τρομαχτικό. Στ’ αλήθεια μ’ έκανε να φοβάμαι, να ριγάει η ραχοκοκαλιά μ’, πώς το λένε. Αυτό που τόσα χρόνια στην ξενιτιά τη βαθιά την πατρίδα τ’ μια φορά δεν τη ζήλεψε. Μια φορά ν’ αναστενάξει που άκουσε να του λένε για κει που γεννήθκε, που άκουσε ένα τραγούδ’ που ‘χε χορέψει στη χαρά τ’. Τίποτες. Πιο μαύρο πράμα απ’ αυτό δεν έχω ματαπαντήσει. Να μη φοβάσαι ούτε έτσ’ δα λίγο την εξορία.

του Δημοσθένη Παπαμάρκου από το Γκιακ· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αντίποδες.

Γαστρονομικός έρωτας

26η 09ου της χρονιάς 2015 · ιδιοφωνίες

Κάτω στο σοκάκι τσακώνονταν δυο γατιά. Άφησα το βιβλίο στο τραπέζι, τη σήκωσα στην αγκαλιά μου και την πήρα μέσα στο σπίτι.

Έκλεισα την πόρτα με το πόδι μου, για να μη μας τρελάνουν τα κουνούπια, και αμέσως βούλιαξα το κεφάλι μου στο ντεκολτέ της, όπως άρεσε και στους δύο μας. Της έβγαλα το φανελάκι και βούτηξα ακόμα πιο βαθιά στο στήθος της. Και τότε ήρθαν αναπάντεχα στο μυαλό μου τα γεμιστά. Ρούφαγα τη μαλακή της σάρκα κι απ’ το μυαλό μου βολτάριζαν ντομάτες γεμιστές με ρύζι, όχι με κιμά, πιπεριές γεμιστές, μελιζάνες γεμιστές, ακόμα και κολοκυθάκια που δεν μου άρεσαν· με πατάτες, μέσα σε αυτό το μεγάλο ταψί με τα εξογκώματα που πιάνουν στις ράγες του φούρνου, για να μην ακουμπάει κάτω και να ψήνονται ομοιόμορφα, αργά αργά και ομοιόμορφα, όσο ομοιόμορφες ήταν κι οι θηλές της με τις οποίες έπαιζα με τα χέρια περιστροφικά σαν να γύριζα τα κουμπιά της κουζίνας προσπαθώντας να βρω τη σωστή θερμοκρασία και το κατάλληλο πρόγραμμα ψησίματος.

(κι άλλο)

Ξύλινα σκαλοπάτια

31η 08ου της χρονιάς 2015 · βιβλιόφωνο

Έκανε κρύο στην αυλή της φυλακής. Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν μέσα στην απόλυτη άπνοια σαν χιλιάδες αλπινιστές αλεξιπτωτιστές που έπαιρναν μέρος σε μια τεράστια εισβολή στη Σοβιετική Ένωση από τον αέρα. Κάλυψαν σιωπηλά τις κρεμάλες και μετέτρεψαν το απλό γκρίζο γεωμετρικό σχήμα τους σε κάτι σχεδόν καλοκάγαθο, σαν λευκό μάλλινο ύφασμα στη χριστουγεννιάτικη φάτνη μιας ήσυχης επαρχιακής εκκλησίας ή μια στρώση σαντιγί σε μια τούρτα μπλακ φόρεστ. Οι δυο θηλιές που κρέμονταν από το παγωμένο σαν ζαχαρωτό δοκάρι θα μπορούσαν να είναι διακοσμητικό στοιχείο ενώ, από κάτω, τα λίγα ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο θάνατο έμοιαζαν να έχουν φτιαχτεί πονόψυχα για ένα παιδάκι που δεν έφτανε να πλύνει τα χέρια του στο νιπτήρα.
Παρά το γεγονός που επρόκειτο να ακολουθήσει, ήταν δύσκολο να μη σκεφτείς τα παιδιά. Η φυλακή ήταν τριγυρισμένη από ρωσικά σχολεία ―ένα στη Φελντ, ένα στην Κίεβ και ένα στην Κράσνι Στράσε― και όπως πάρκαρα το αμάξι απέξω τα παιδιά έπαιζαν χιονοπόλεμο και τα γέλια τους γέμιζαν τον παγωμένο αέρα σαν φωνές αποδημητικών πουλιών. Στους δύο που περίμεναν να εκτελεστούν θα πρέπει να προκάλεσε επώδυνες αναμνήσεις πιο ευτυχισμένων στιγμών. Ακόμη και εγώ το βρήκα καταθλιπτικό και μου θύμισε τον άνθρωπο που ήμουν κάποτε και δεν θα γινόμουν ποτέ ξανά.

του Philip Kerr από τον Άνθρωπο χωρίς ανάσα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ο τρόμος στο στομάχι

27η 08ου της χρονιάς 2015 · βιβλιόφωνο

Η πιο τρομερή τιμωρία του νόμου είναι πάντα αυτό που συμβαίνει στη φαντασία ενός ανθρώπου: η προοπτική της εκτέλεσης της θανατικής ποινής τροφοδοτεί τις πιο ευφάνταστες μαζοχιστικές σκέψεις. Όταν δικάζεις κάποιον με την προοπτική της θανατικής καταδίκσης, του γεμίζεις το μυαλό με σκέψεις πιο βάναυσες από οποιαδήποτε ποινή έχει επινοηθεί ποτέ. Κι όπως είναι φυσικό, ο άνθρωπος φθείρεται με την ιδέα ότι θα πέσει μέσα σε μια καταπακτή, για να κρεμαστεί πάνω απ’ το έδαφος, μ’ ένα σκοινί δεμένο γύρω απ’ το λαιμό του. Δυσκολεύεται να κοιμηθεί, χάνει την όρεξή του και συχνά η καρδιά του αρχίζει να υποφέρει από την πίεση που έχει προκαλέσει το ίδιο του το μυαλό. Ακόμα και κάποιος που στερείται κάθε φαντασίας, δεν χρειάζεται παρά να στρέψει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά και ν’ ακούσει το τρίξιμο των σπονδύλων του, για να νιώσει στο στομάχι του τον απαίσιο τρόμο της κρεμάλας.

του Philip Kerr από το Γερμανικό Ρέκβιεμ της Τριλογίας του Βερολίνου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.