Ελαφρύς κι υπνωτιστικός παλμός.

Ο πατέρας του ήταν πενήντα χρονών αλλά έμοιαζε με εκατό. Ποιος ξέρει τι σιωπή να επικρατεί στο κεφάλι του, σκέφτηκε ο Βιτόριο. Τι είδους σιωπή. Αν βουίζει, όπως συμβαίνει μερικές φορές, μπαίνει γεμίζοντας τ’ αυτιά σαν κέρινο βούλωμα, στην αρχή εισχωρεί απαλά σαν αέρινο πέπλο και μετά πυκνώνει, σφίγγει τις ίνες του και από δίχτυ […]

Θα ήταν αλλιώς η ζωή τους.

Του αρέσει πια περισσότερο το φως των μεσημεριών παρά η νύχτα. Θυμάται μάλιστα τα λόγια ενός παλιού συναδέλφου για τη νύχτα: αχ, η νύχτα είναι ο μύθος των νιάτων μας. Την εποχή όμως που μοιράζονταν τέτοιες πάνσοφες κουβέντες, γύριζε από το μπαρ φασκιωμένος τη μυρωδιά του μπράντυ και του καπνού. Έδινε ένα φιλί στην Έλσα […]

Τα πόδια της σε ξένη γη

Στα χρόνια που ακολούθησαν: φωνές-τζιτζίκια-βήματα-σαγιονάρες-γέλια-παφλασμοί-τρεχάλα του καλοκαιριού-μπάλα του μπάσκετ ν’ αναπηδά στο τσιμέντο. Οι Ντέγιαν κι οι Ζλάτκο κι οι Γκόραν να παίζουν με τα παιδιά τους μπάσκετ σχεδόν σα να χορεύουν μπαλέτο κι οι ντόπιοι κι οι ντόπιες να χάνουν ανάσες και καρδιοχτύπια. Τα παιδιά των ντόπιων θυμούνταν να κοκορευτούν ότι τάχα ήξεραν να […]