παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Το βιβλιογραφικό σαφάρι

01η 11ου της χρονιάς 2016 · ιδιοφωνίες

Η πρώτη φωτογραφία με βιβλία που βρήκα μπροστά μου.

Η πρώτη φωτογραφία με βιβλία που βρήκα μπροστά μου.


Κάνεις μεταπτυχιακό ή διδακτορικό και τραβάς τα μαλλιά σου από τη διαθεσιμότητα της ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας. Ψάχνεις ένα άρθρο, το βρίσκεις, διαβάζεις την περίληψη κι από κάτω «πέσε 25€ να το διαβάσεις όλο». Ψάχνεις ένα βιβλίο, το βρίσκεις στο άμαζον και η τιμή αγοράς είναι η ίδια με το να μετακομίσεις σε μαιζονέτα στη Βαρκελώνη με θέα τη Μεσόγειο. Χωρίς τα μεταφορικά. Αυτά είναι το πρώτο μοχίτο.

Θα σου πω εδώ τέσσερις μεθόδους, πρώτα μια φτηνή κι έπειτα τρεις δωρεάν, για να γλιτώσεις την εργασία σου από γελοιοποίηση και ταυτόχρονα το τρελάδικο, τα εσωτερικά σου όργανα και την ψυχική σου υγεία.

(κι άλλο)

Λίγες ανάσες

19η 09ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

ΜεταποίησηΕίναι κάτι στιγμές στο λαγούμι, όταν χτυπάει το τρυπάνι κι ίσα που βλέπεις τα ρούχα σου από τη σκόνη και τους ατμούς. Είναι λες και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από κει που τελεινώνεις εσύ. Κι όλα είναι κρύα και σκληρά. Ιδρώνεις γιατί δεν μπορεί να πάρει το πετσί σου ανάσα. Ιδρώνεις κι αντί να γίνεται μαλακό, ποτίζει ο ιδρώτας σίδερο κι είναι σαν να σε καλουπώνει ένα πράμα. Ξεχνάς ότι έχεις κορμί. Μόνο το κοπάνημα από το δράπανο υπάρχει. Και πρέπει να σε βγάλει κάποιος από το λαγούμι για να ζωντανέψεις πάλι. Ν’ αλλάξει η βάρδια και να ‘ρθούνε να σε βγάλουνε από το λαγούμι. Να βγεις πάνω και ν’ αρχίσεις να μιλάς, να θυμηθείς ότι είσαι άνθρωπος.
Στη βάρδια με άλλαζε πάντα ο Νίκος. Ερχότανε και μου χτυπούσε τον ώμο, γιατί όταν δούλευε η μηχανή ούτε τη φωνή σου δεν μπορούσες να ακούσεις. Και πάντα κρατούσε μια σακούλα πλαστική. Δυο μπουκάλια νερό και δυο καφέδες μέσα. Καθόμασταν μαζί για κάνα μισάωρο. Έκανε αυτός ένα τσιγάρο πριν πιάσει δουλειά, έπαιρνα εγώ λίγες ανάσες πριν σχολάσω. Τελειώναμε, του άφηνα το δεύτερο μπουκάλι κι έπαιρνα τα σκουπίδια στη σακούλα. Όχι ότι θα μας έλεγε κανένας τίποτα. Ποιος νοιάζεται για τα σκοτάδια. Τώρα τ’ αφήνω όλα εκεί, και, μόλο που είναι μόνο τα δικά μου, έχουν αρχίσει να γίνονται σωρός. Κι έτσι που τα κοιτάω, όλο μου ‘ρχεται να τους βάλω ένα φουρνέλο να τα τινάξω.
Λίγο πριν κοιμηθώ, σκέφτομαι αυτό συνέχεια. Στη σύραγγα μέσα, πίσω από το τρυπάνι, να ξεχνάνε να μ’ αλλάξουνε κι εγώ να δουλεύω και να σκάβω, κι όσο πιο βαθιά πάω, τόσο πιο πολλοί με ξεχνάνε. Κι εγώ σκάβω και πλημμυρίζω σίδερο.

απόσπασμα από το διήγημα Μεταποίηση του Δημοσθένη Παπαμάρκου από τη συλλογή διηγημάτων Μεταποίηση· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ελαφρύς κι υπνωτιστικός παλμός.

06η 08ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

Μέρα με τη μέραΟ πατέρας του ήταν πενήντα χρονών αλλά έμοιαζε με εκατό.
Ποιος ξέρει τι σιωπή να επικρατεί στο κεφάλι του, σκέφτηκε ο Βιτόριο. Τι είδους σιωπή. Αν βουίζει, όπως συμβαίνει μερικές φορές, μπαίνει γεμίζοντας τ’ αυτιά σαν κέρινο βούλωμα, στην αρχή εισχωρεί απαλά σαν αέρινο πέπλο και μετά πυκνώνει, σφίγγει τις ίνες του και από δίχτυ μετατρέπεται σε πυκνό, συμπαγές κάλυμμα που πιέζει το τύμπανο κι εμποδίζει να περάσουν οι άλλοι θόρυβοι, τους καλύπτει με εκείνο το πυκνό σμήνος από σφήκες, με εκείνο το παθιασμένο, επίμονο τερέτισμα των γρύλων και των τζιτζικιών, με το οξύ και υστερικό τσιτσίρισμα του λαδιού που τηγανίζεται.
Μπορεί να είναι, όμως, μια υγρή σιωπή, από εκείνες τις μαύρες σιωπές που δημιουργούνται μέσα στο κεφάλι μας, ανάμεσα στα αυτιά, σε ένα ακαθόριστο σημείο στο κέντρο του εγκεφάλου, ένα μικροσκοπικό στίγμα, μια μικρή κηλίδα, ένα κενό που απλώνεται αργά αργά και στο μεταξύ απορροφά τα πάντα, τόνους, συχνότητες, δονήσεις, ηχοχρώματα, ψηλά και χαμηλά, λέξεις, ήχους, τα προσελκύει όλα και τα καταβροχθίζει σε μια μολυβένια δίνη, πυκνή, μουντή και σκιερή, μια μαύρη τρύπα που απλώνεται, γλιστρά μέχρι κάτω το λαιμό και τρώει την καρδιά, τα πνευμόνια, το έντερο και δεν βρίσκει πλέον άλλα όρια από το δέρμα, το άχρηστο δέρμα του σώματος.
Ή μάλλον όχι, είναι μια σταγόνα, μια σταγόνα που πέφτει και κατασταλάζει στην κορυφή του κρανίου, μέσα στο κεφάλι, σαν το νερό στο θόλο μιας σπηλιάς, φουσκώνει, κρέμεται, αποκολλιέται και κατακρημνίζεται με ταχύτητα κατά μήκος της ραχοκοκκαλιάς μέχρι που σκάει στο κάθισμα της πολυθρόνας, μέσα στο παντελόνι, σταθερή, ακριβής, συμπαγής, η μία σταγόνα μετά την άλλη, σαν διαπεραστικό καμπάνισμα που δεν λέει να σταματήσει, πάλλεται ελαφριά και υπνωτιστικά και στο μεταξύ συντονίζει πάνω του όλους τους θορύβους, τους αναμιγνύει και τους διαλύει, τους κάνει να γλιστράνε στο φόντο και τους αφανίζει, σαν ένα τρίγωνο σε συμφωνική ορχήστρα που επιμένει κι επιμένει κι επιμένει μέχρι που απομένει μόνο αυτό να αντηχεί με τη σταγόνα του.

του Κάρλο Λουκαρέλι από το Μέρα με τη μέρα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Θα ήταν αλλιώς η ζωή τους.

03η 08ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

άντρας που πέφτειΤου αρέσει πια περισσότερο το φως των μεσημεριών παρά η νύχτα. Θυμάται μάλιστα τα λόγια ενός παλιού συναδέλφου για τη νύχτα: αχ, η νύχτα είναι ο μύθος των νιάτων μας. Την εποχή όμως που μοιράζονταν τέτοιες πάνσοφες κουβέντες, γύριζε από το μπαρ φασκιωμένος τη μυρωδιά του μπράντυ και του καπνού. Έδινε ένα φιλί στην Έλσα που την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, αφού ελάχιστες φορές είχε κατορθώσει να μείνει ξύπνια περιμένοντάς τον. Ύστερα έβγαινε για λίγο στο μπαλκόνι να ανασάνει το γαλάζιο αεράκι της πρώτης αυγής και επέστρεφε στο δωμάτιο για να κάνουν έρωτα με τον υπνοβατικό ρυθμό των νυσταγμένων σωμάτων. Τον ξυπνούσε η κλιμάκωση των χαδιών τους και όσο πλησίαζε ο οργασμός τους ένιωθε βασανιστικά το πραγματικό δέσιμό του με αυτή τη γυναίκα μαζί με τα αυλάκια του ιδρώτα και τη βαριά οσμή του σάλιου στο δέρμα της.
Όταν τελείωναν ακουμπούσε απαλά το χέρι στον κρόταφό της, όπως κάνει μια μητέρα για να καταλάβει τον πυρετό του παιδιού της. Ήταν μια χειρονομία που τον διαβεβαίωνε αόριστα για τις γαλήνιες πλευρές αυτού του κόσμου. Είχε ανάγκη να πιστεύει σε έναν χώρο ελεύθερο από τον κυνισμό αντρών που γερνάνε τυλίγοντας τον πόνο τους σε χωμάτινα μαθήματα μισανθρωπίας. Τους είχε βαρεθεί όλους αυτούς με τις χαμένες ψευδαισθήσεις και τα απροσδιόριστα πολεμικά τους αδραγαθήματα. Παλιές, στερημένες γενιές, έτοιμες να κακολογήσουν τα εγγόνια τους.
Με την Έλσα θα ήταν αλλιώς η ζωή τους. Το ‘ξερε απ’ την αρχή, δεν το έλεγε όμως σε κανέναν, και προπάντων όχι σε κάποιον από τους πελάτες. Δεν ήταν τρελός να παραδεχτεί ότι αγαπούσε τη γυναίκα του μπροστά σε δικηγόρους που έγραφαν θεατρικά έργα, σε ηθοποιούς με τέσσερις γάμους και κατασκαμμένους από τη θλίψη συνταξιούχους δημοσιογράφους. Μα, τη σύζυγο βρήκες κι εσύ, καημένε, να ερωτευτείς, θα απορούσαν και αμέσως θα άρχιζαν να γνέφουν ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας πως δεν τους βλέπει ο χαζός.
Δεν τους είπε τίποτα λοιπόν. Κράτησε τον έρωτά του για την Έλσα έξω από τα ανέκδοτα, τις αναμνήσεις και τους αλκοολικούς εκστασιασμούς. Τη διαφύλαξε μακριά από τις καμπαρντίνες και τα κόκκινα πλεχτά κασκόλ των ηρώων της νύχτας του.
Και τελικά, αυτό το μικρόσωμο κορίτσι από τα Ψαχνά Ευβοίας θα γινόταν ο κόσμος των απογευμάτων του, θα γινόταν μια ζωή που θα τη ζούσε σε έναν ακριβό ενδιάμεσο χρόνο: ανάμεσα στους κωματώδεις πρωινούς του ύπνους και στις νύχτες της δουλειάς.

απόσπασμα από το διήγημα η εκκρεμότητα είναι εκκρεμότητα του Νικόλα Σεβαστάκη από τον Άντρα που πέφτει· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.