Ανάποδα

του Νίκου Ρούσσου, από το innerself

Είναι κάποιες μέρες ανάποδες. Το καταλαβαίνεις συνήθως από το πρωί. Δεν έχουν βέβαια το δράμα της καταστροφής που μας αναγκάζει να αναζητούμε επιτακτικά καταφύγιο και νόημα. Μοιάζουν με τις μέρες τις κανονικές, αλλά χωρίς τα μαλακά μαξιλαράκια των ασφαλών συμπερασμάτων. Στις ανάποδες μέρες απλά ξυπνάς από την πολεμική σάλπιγγα της αμφιβολίας. Μικροατυχήματα, μικροβλάβες, η δυσκολία να βρεις πάρκινγκ, ένας ακατανόητος εκνευρισμός, μια άρνηση του νου να βρει ηρεμία… Όλα μοιάζουν να συνωμοτούν με το μαύρο χιούμορ ενός κοσμικού φαρσέρ που για άγνωστο λόγο τα έβαλε μαζί σου. Για να τη βγάλεις καθαρή, υπάρχουν δύο τρόποι που μπορώ να φανταστώ. Είτε με την αισιόδοξη υπομονή της γνώσης πως όλα θα γίνουν ξανά ίσια, είτε προσπαθώντας να κοιτάξεις και εσύ το κόσμο και τον εαυτό σου ανάποδα.

Στις ανάποδες μέρες είναι πιο φανερό από ποτέ ότι τελικά ίσως δε μπορείς να αλλάξεις. Οι ίδιοι φόβοι, οι ίδιες εμμονές γρυλίζουν μέσα σου την ξεροκέφαλη γνώμη του γέρικου λύκου. Πόσο ανάποδος είναι ένας ψυχολόγος που έπαψε να πιστεύει στην αλλαγή; Σίγουρα θα έχει φτάσει σε υπαρξιακό αδιέξοδο! Ας επιμείνουμε για λίγο στην ανάποδη μας οπτική και ας δηλώσουμε με θράσος το αιρετικό μας δόγμα: «η ψυχοθεραπεία δεν έχει να κάνει με την αλλαγή». Όποιος άλλωστε έχει μια σχετική εμπειρία από οποιαδήποτε πλευρά του θεραπευτικού ζευγαριού, μπορεί να βεβαιώσει πως οι διάλογοι είναι εξαντλητικές επαναλήψεις του ίδιου λίγο-πολύ θέματος. Η ψυχοθεραπεία μοιάζει με το ρυθμικό, κυκλικό ανακάτεμα του καζανιού της μάγισσας. Ένας αμοιβαίος διαλογισμός πάνω στον εαυτό, όπως αποκαλύπτεται μέσα από την αισθητή ή υπαινικτική του σταθερότητα στο χρόνο. Είναι αναγκαία η επιμονή μας να ακούμε με προσοχή την ίδια ιστορία, στις άπειρες παραλλαγές της, εάν θέλουμε να εκπλαγούμε από αυτό που ήδη υπάρχει. Ας είμαστε λιγάκι καχύποπτοι, όταν φανατιζόμαστε με την αλλαγή. Μήπως αυτό που κρυφά επιθυμούμε είναι μέσα από τη δική μας αλλαγή, να αλλάξουν οι άλλοι για να μη χρειαστεί τελικά να αλλάξουμε οριστικά; Ή μήπως μέσα στην επιθυμία της αλλαγής, κρύβεται η φαντασίωση του προσωπικού μας παράδεισου: ενός τόπου απόλυτης γαλήνης και άπειρων δυνατοτήτων ―και άρα καμίας αλλαγής; Στο κάτω-κάτω της γραφής τι νόημα έχει να μάθουμε τον εαυτό μας, εάν πρόκειται να τον αλλάξουμε; Η αποδοχή της σταθερότητας του εαυτού είναι η πιο επώδυνη ψυχική εργασία. Προϋποθέτει το βαρύ πένθος της αποδοχής των περιορισμών μας. Όμως χωρίς τον πειρασμό της τελειότητας να μας τυφλώνει, ίσως μπορούμε να απολαύσουμε το προσωπικό μας ιδίωμα. Η πραγματική αλλαγή είναι μόνο ένα συλλογικό ζήτημα και συμβαίνει επίσης μόνο όταν εμπλουτίζουμε το κόσμο με το προσωπικό μας ιδίωμα. Μέχρι τότε ας διασκεδάσουμε με την ιδέα πως πάντα μέσα σε έναν βάτραχο υπάρχει ένας πρίγκηπας και πάντα μέσα σε έναν πρίγκηπα χοροπηδά χαρούμενα ένας βάτραχος.

Αν στη προηγούμενη παράγραφο αγγίξαμε τα όρια της βλασφημίας ενάντια στο βελτιωτικό όραμα της αλλαγής, σε ετούτη την παράγραφο θα παίξουμε ανεύθυνα με τα ίδια τα όρια. Αυτά που τείνουν να γίνουν πανάκεια για την αντιμετώπιση κάθε ψυχικής ταλαιπωρίας: «Υγιή όρια». Ας δούμε την οδηγία αυτή λίγο πιο προσεκτικά. Η φράση «είναι υγιές να κάνεις αυτό» έχω την αίσθηση πως χρησιμοποιείται συχνά ως μια πιο καλαίσθητη εκδοχή της φράσης «πρέπει να κάνεις αυτό». Από τότε που απαγορεύσαμε τη λέξη «πρέπει», η καημένη αναζητά άπειρες μεταμφιέσεις! Η ιατρική ρόμπα είναι μια συνηθισμένη επιλογή για το αποκριάτικο πάρτι της υποκρισίας μας. Η επίκληση στην υγεία είναι η νέα μας ηθικολογία. Μπορείς σίγουρα να κουρελιάσεις το ηθικό κάποιου αν του πεις πως αυτό που κάνει δεν είναι «υγιές». Η ανάγκη για επιβολή είναι, όπως φαίνεται, κάτι βαθιά ανθρώπινο. Προφανώς η τακτοποίηση και διατήρηση των ορίων είναι σημαντικές λειτουργίες για το περιορισμό και τη κοινωνική διευθέτηση της αχόρταγης δίψας μας για εξουσία. Όμως δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως η ψυχαναγκαστική μας εμμονή με τα όρια μπορεί να γίνει από μόνη της ένα παιχνίδι εξουσίας. Πόσοι πόλεμοι ξεκίνησαν με αφορμή τη δίκαιη χάραξη των συνόρων! Πόσα αδέλφια δε μιλιούνται για μισό μέτρο διαφορά στην οριοθέτηση της περιουσίας! Και εμείς ακόμη πιστεύουμε πως τα διαπροσωπικά μας προβλήματα υπάρχουν επειδή δεν έχουμε τα «σωστά όρια». Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν για θεό προστάτη των ορίων έναν απατεώνα. Έναν τύπο που τη πρώτη μέρα της ζωής του έκλεψε το κοπάδι του αδελφού του ―σπάζοντας προφανώς πολλά όρια― τον Ερμή. Προς τι ετούτο το παράδοξο; Ακριβώς επειδή τα όρια είναι παράδοξα. Ενώ ξεχωρίζουν το δικό σου από το δικό μου, ταυτόχρονα είναι και το σημείο επαφής μας. Το όριο είναι μια ερωτογενής ζώνη, από την οποία προσδοκούμε να μας προσφέρει την ιδανική απόσταση. Αν δεν έχουμε στο νου μας την ερωτική φύση των ορίων, τότε μάλλον θα χρειαστεί μονίμως να πολεμάμε. Ας είμαστε ειλικρινείς. Πότε επικαλούμαστε τα «όρια μας»; Όταν νιώθουμε ότι δε μπορούμε να χειριστούμε μια κατάσταση, να μεταφράσουμε μια πληροφορία ή να αντέξουμε ένα δικό μας συναίσθημα. Νομίζω πως τα όρια μεταξύ μας μπαίνουν έτσι και αλλιώς, ακριβώς επειδή είναι αδύνατο να μιλήσουμε μια απόλυτα κοινή γλώσσα. Η επιμονή μας με τα «υγιή όρια» μου φαίνεται πως προδίδει την απαίτηση μας να μιλήσει ο άλλος υποχρεωτικά στη δική μας γλώσσα. Φύλακας των ορίων μας θα πρέπει να είναι ένας απατεώνας και όχι ένας πολεμιστής: διότι ο πρώτος ξέρει καλύτερα να διαβάζει τις απατεωνιές της τάσης μας για επιβολή. Έτσι δεν το θέλει ο αστικός μύθος; Οι μυστικές υπηρεσίες προσλαμβάνουν τους καλύτερους hackers… Αν και αποφεύγω να δίνω συμβουλές, έχω μία που δεν έχω σταματήσει να χρησιμοποιώ: «οι γονείς πρέπει να βάζουν τα όρια, που τα παιδιά πρέπει να σπάσουν».

Λίγο ακόμη έμεινε στο ανάποδο ετούτο άρθρο. Ας κάνουμε υπομονή. Γιατί μας μαγεύει η πορνογραφία; Γιατί είμαστε εθισμένοι οι άντρες και πρόσφατα οι γυναίκες σε αυτή; (Οι στατιστικές δείχνουν πως δεν βλέπουν πορνό μόνο κάποια, ερωτικά στερημένα φρικιά.) Και ακόμη περισσότερο, γιατί η πορνογραφία μοιάζει να αποτελεί τη βασική αισθητική του πολιτισμού μας; Με μια πρόχειρη αναζήτηση στο twitter βρίσκουμε τις ακόλουθες κατηγορίες: «food porn, outfit porn, truck porn, athlete porn, sports porn» κλπ. Η νέα μόδα του unboxing, τι άλλο είναι παρά ένα αισθησιακό striptease για προϊόντα; Ακόμη και ο τρόπος που παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διαθέτει την αποπλανητική τέχνη του εξόφθαλμου ψέματος. Νομίζω πως η τάση μας προς τη πορνογραφία, στην αγοραία ή και την οικιακή της έκδοση, αποκαλύπτει τη δίψα μας για το φαντασιακό αναποδογύρισμα της πραγματικότητας. Τον πόθο μας για την υπέρβαση. Μέσα από ακραίες, θελκτικές και ταυτόχρονα ψεύτικες εικόνες, είτε πρόκειται για μια ανθρωπίνως αδύνατη στάση στο σεξ, είτε ένα λαχταριστό burger, ο πορνογραφικός μας εθισμός, αποκαλύπτει πως η γλώσσα της ψυχής μας είναι οι εικόνες. Τις χρειαζόμαστε και μας χρειάζονται και εκείνες. Όμορφες, άσχημες, ντροπιαστικές, γκροτέσκες, ερεθιστικές, χυδαίες, επιμένουν να πουν τη δικιά τους ιστορία για το τι πιθανολογούν πως σημαίνει «άνθρωπος». Όσο και να προσπαθούμε να αλλάξουμε τις εικόνες μας προς το «καλύτερο», όσο και να θέλουμε να οριοθετήσουμε την φαντασία μας στο «φυσιολογικό», πάντοτε στον πυρήνα κάθε αναποδιάς θα ανακαλύπτουμε μια εικόνα που θα χρειάζεται να κοιτάξουμε ανάποδα για να καταλάβουμε.

Μεγαλώνοντας, ξεχνάμε.

της Εύης Νικολοπούλου, από το Νόστιμον ήμαρ.

Μεγαλώνοντας απομακρυνόμαστε. Απομακρυνόμαστε από τον επαναστατημένο εφηβικό εαυτό μας, από τα όνειρα μας. Απομακρυνόμαστε από τους γνωστούς και τους φίλους μας, απομακρυνόμαστε από τα έξω, από τις πολλές συνάφειες και συγκεντρώσεις. Οι φίλοι γίνονται γνωστοί και οι γνωστοί ξένοι.

Μεγαλώνοντας χάνουμε. Χάνουμε τις συνήθεις μας, χάνουμε τα στέκια μας. Χάνουμε τον προσανατολισμό μας, χάνουμε την οικειότητα, χάνουμε την αγάπη. Χάνουμε το μέτρημα των συναισθημάτων που εξαφανίστηκαν κάπου στο βάθος του χρόνου.

Μεγαλώνοντας συνηθίζουμε. Συνηθίζουμε την πείνα, την φρίκη τους πολέμους. Συνηθίζουμε την αδιαφορία. Συνηθίζουμε και μεις να ζούμε με τα λίγα, και οι άλλοι να ζουν με το τίποτα. Συνηθίζουμε τις απώλειες και το πένθος. Συνηθίζουμε το γκρίζο.

Μεγαλώνοντας κουραζόμαστε εύκολα. Κουραζόμαστε από τη δουλειά, τη ζωή και τα προβλήματα. Κουραζόμαστε να εξηγούμε και να απολογούμαστε. Κουραζόμαστε από τα προβλήματα τα δικά μας, και τα προβλήματα των άλλων. Κουραζόμαστε τόσο, που ούτε που το παίρνουμε χαμπάρι όταν ο ναρκισσισμός μας κάνει επίσημη πρόσκληση στην μοναξιά.

Μεγαλώνοντας, μικραίνουμε. Μικραίνει το μέσα μας και κρύβεται, γιατί φοβάται. Φοβάται το μέλλον. Φοβάται τους άλλους, φοβάται την αρρώστια, την αδικία, τον ξενιτεμό. Φοβάται την ανασφάλεια, την αναξιοπρέπεια, τα γηρατειά. Φοβάται την απώλεια, την απομόνωση, την αποξένωση. Φοβάται το θάνατο. Το θάνατο των άλλων και το θάνατο το δικό του.

Μεγαλώνοντας ξεχνάμε. Ξεχνάμε τι σημαίνει αυθορμητισμός, τι σημαίνει χαρά, τι σημαίνει ανθρωπιά και αυτοθυσία. Ξεχνάμε ότι καμιά φορά μπορεί να κάνω καλό απλά δίχως να κάνω ή να λέω τίποτα κακό. Ξεχνάμε ότι μπορεί να είμαστε απλά «εκεί», δίχως επίκριση και συμβουλές.

Μεγαλώνοντας αμβλύνονται οι αισθήσεις μας. Αμβλύνεται και θολώνει η όραση, θολώνει η κρίση. Μεγαλώνοντας αμβλύνεται τόσο η ακοή μας, που δεν ακούμε τα βήματα των αγαπημένων μας όταν φεύγουν.

Μεγαλώνοντας μικραίνουμε καμιά φορά τόσο, που πρέπει να προσέχουμε να μην εξαφανιστούμε. Να προσέχουμε μήπως και ενώ υπάρχουμε, δεν μας βλέπει κανείς.

Βόλτα τέρμα γκάζι στην αστική ύπαιθρο

Το Chase είναι ένα φρενήρες τρίλεπτο (και κάτι) βίντεο, ταινία μικρού μήκους δεν τη λες, πιο πολύ μια υστερικής ταχύτητας βόλτα σε εικόνες της πόλης και της υπαίθρου, ραμμένες βελονάκι μεταξύ τους, έτσι που να συνθέτουν ένα αδιαίρετο τοπίο που σε ρουφάει, σε ζαλίζει, σε υπνωτίζει κι έπειτα σε πετάει πάνω στον τοίχο.

Ο δημιουργός του, Páraic Mc Gloughlin, φωτογράφος και κινηματογραφιστής, γράφει γι’ αυτό το βίντεο που ομολογεί πως τού ‘χε γίνει εμμονή:
«Τραβηγμένο στην Ιρλανδία και στην Πολωνία, πρόκειται για ένα ταξίδι που εξερευνά τις ιδέες μεταξύ άλλων της απόφασης, της επιλογής, της συνέπειας, της περίστασης και του χρόνου· μια προσωπική αντίληψη πάνω στο πώς προσπαθούμε να βρούμε οτιδήποτε αναζητάμε. Η ταινία αντικρίζει τα αντικείμενα, τους ανθρώπους και τους τόπους που μοιράζονται κοινές ιδιότητες, τη σχέση μας μεταξύ μας καθώς και τα περιβάλλοντά μας στα τόσο όμοια αλλά ταυτόχρονα τόσο διαφορετικά μονοπάτια που μοιραζόμαστε.»

Documenta14: εργασιακή εκμετάλλευση ντυμένη τέχνη.

Κυκλοφορεί σε ενημερωτικές σελίδες και αναδημοσιεύεται η ανακοίνωση της «Πρωτοβουλίας Εργαζομένων στη documenta 14». Δεν εμφανίζεται σε μεγάλα (ανεξάρτητα και μη) ειδησεογραφικά μέσα, φαντάζομαι λόγω των οικονομικών συμφωνιών προώθησης. Εξάλλου μπροστά σε ένα τέτοιου μεγέθους καλλιτεχνικό γεγονός, με εργασιακά δικαιώματα θα ασχολούμαστε τώρα;
Η ανακοίνωση είναι ελεύθερη προς δημοσίευση από όλους. Εμείς το βρήκαμε στην pandiera, στο tvxs και στο alfavita. Σύνδεσμοι για ενόχληση: documenta14, documenta14 facebook.

«
Μία απαραίτητη δημοσιοποίηση της εργασιακής παράνοιας πίσω από το μανδύα της τέχνης, από εργαζόμενους/ες της Documenta.

H documenta, η οποία λαμβάνει χώρα από το 1955 και κάθε πέντε χρόνια στο Κάσσελ της Γερμανίας, αποτελεί έκθεση-σταθμό στη σύγχρονη τέχνη.

Φέτος, μετά από επιλογή του καλλιτεχνικού της διευθυντή Adam Szymczyk, η Documenta φεύγει για πρώτη φορά από το Κάσσελ και μετακομίζει για τρεις μήνες στην Αθήνα, για να μάθει, σύμφωνα με τον τίτλο της, από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα. Απ’ ότι φαίνεται λοιπόν, δε χρειάστηκε πολύς χρόνος για να μάθει, αλλά και να μιμηθεί στο έπακρο τους χειρότερους εγχώριους εργοδότες.

Η Documenta προασπίζεται ότι η επιλογή της να μεταφερθεί στην Αθήνα έχει να κάνει, εκτός των άλλων, και με το ότι την ενδιαφέρει να μιλήσει για και να μάθει από την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας και τα αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα από την Ευρώπη. Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο διατυμπανίζει πως αναγνωρίζει τις συνθήκες εξαθλίωσης που βιώνουν αυτή τη στιγμή οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα και συμπαραστέκεται στον Ελληνικό λαό. Είναι έτσι όμως;

Continue reading…

Καρκινικές μάζες, ηχογραφημένες στην άλλη άκρη του κόσμου

Ο Γκορμπατσόφ ήρθε στην εξουσία τη χρονιά που η Γκαλίνα άρχιζε τα μαθήματα μπαλέτου, κι έφερε μαζί του την γκλάσνοστ, την περεστρόικα και την ντεμοκρατιζάτσιγια. Οι μανάδες μας ψιθύριζαν λίγο πιο δυνατά, κι εμείς, καθώς περνούσαμε από την πρώιμη στην ώριμη εφηβεία, βρίσκαμε τη φωνή μας. Σιγά σιγά αποκτήσαμε τη σύνεση να είμαστε επιφυλακτικές· ο κομματάρχης της πόλης μας ήταν όσο σκληρός και ο διοικητής του στρατοπέδου, κι όπως ακριβώς οι καινούργιες ποπ επιτυχίες, έτσι και οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις έφταναν σε μας πολύ αργότερα από τη στιγμή που διακηρύσσονταν στη Μόσχα. Το χειμώνα, όταν ο ήλιος χανόταν κάτω από την τρίμηνη νύχτα, μαζευόμασταν σε πάρκα και αλάνες, κάτω απ’ τα σκουριασμένα μεταλλικά κλαδιά του Λευκού Δρυμού, ζεσταινόμασταν σε εγκαταλειμμένες πολυκατοικίες και καφετέριες περνώντας η μία στην άλλη κουρελιασμένες σαμιζντάτ σελίδες του Σολζενίτσιν και του Μπρόντσκι, χορεύαμε με το δίσκο των Κουίν που είχε φέρει απ’ την Ευρώπη ένας δάσκαλος βιολιού, δεύτερος ξάδερφος κάποιου απ’ την παρέα, και φορούσαμε μαυραγορίτικα Levi’s που σε όλες μας έδειχναν καλύτερα απ’ όσο μας πήγαιναν. Ανταλλάσσαμε παλιά ριόμπρα ―πλευρικοί δίσκοι, οστική μουσική, σκελετικά τραγούδια―, δηλαδή, απαγορευμένη ροκ του 50 και του 60 που γραφόταν από φωνόγραφο πάνω σε εκτεθειμένες ακτινογραφίες και παιζόταν σε πολύ χαμηλή ένταση. Ραδιογραφίες σπασμένων πλευρών, εξαρθρωμένων ώμων, κακοήθων όγκων, συμπιεσμένων σπονδύλων κόβονταν σε όχι και τόσο τέλειους κύκλους, η μουσική εντυπωνόταν στην ακτινογραφική επιφάνεια, η κεντρική τρύπα ανοιγόταν με την κάφτρα ενός τσιγάρου, κι ήταν καταπληκτικό να ξέρεις ότι αυτές οι εικόνες ανθρώπινου πόνου μπορούσε να κρύβουν στ’ αυλάκια τους έναν ήχο τόσο καθαρό και χαρούμενο όσο η φωνή του Μπράιαν Ουίλσον. Οι γονείς μας έλεγαν αυτή τη μουσική «καπιταλιστικό μίασμα», λες και οι καρκινικές μάζες στις ακτινογραφίες είχαν προκληθεί από ένα τραγούδι ηχογραφημένο στην άλλη άκρη του κόσμου και όχι από τη μόλυνση που έβγαινε απ’ τις υψικαμίνους έξω απ’ τα παράθυρά μας, δωρεάν για όλους.
Τα καλοκαίρια, η καταστροφή της γης διαπότιζε τα σύννεφα. Κίτρινη ομίχλη σαβάνωνε την πόλη σαν βερνίκι εκτεθειμένο στον αέρα. Διοξείδιο του θείου υψωνόταν απ’ τους Δώδεκα Αποστόλους, και τα δώδεκα καμίνια σχημάτιζαν κύκλο γύρω από μια λίμνη βιομηχανικών αποβλήτων. Η βροχή έκαιγε το δέρμα μας. Η ρύπανση στερεοποιούνταν σε κάτι σαν πηχτή οροφή που δεν άφηνε να περάσει το φως των αστεριών. Το φεγγάρι ανήκε πια στο παρελθόν για το οποίο μας μιλούσαν οι γιαγιάδες μας. Εμείς αξιοποιούσαμε το καλοκαίρι όπως μπορούσαμε: μέρες χωρίς σχολείο, νύχτες χωρίς σκοτάδι. Πρώτα ραντεβουδάκια, πρώτα φιλιά, πρωινά μπιμπίκια στον καθρέφτη, τρίχες εκεί που δεν τις θέλαμε. Αναλογιζόμασταν την ακτινογραφία ενός καρκίνου στον πνεύμονα που ήταν το άλμπουμ Surfin’ Safari, στοχαζόμασταν για τους τρόπους που έχει ένα σώμα να προδώσει την ψυχή του, κι αναρωτιόμασταν μήπως και η ενηλικίωση ήταν κάτι παθολογικό. Ερωτευόμασταν και ξε-ερωτευόμασταν με πυρετώδη συχνότητα. Γινόμασταν σταθερά ο άνθρωπος που αργότερα θα μετανιώναμε ότι είχαμε γίνει.

του Anthony Marra από τον Τσάρο της Αγάπης και της Τέκνο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.