Έξι ερωτικά αποσπάσματα
Κάτι που θεωρείται αυτονόητο στην εξοχή, η σιγαλιά της νύχτας, παραμένει θαύμα για τις πόλεις. Όποιος φεύγει απ’ την πόλη για να πάει στο εξοχικό του σπίτι, στον τόπο όπου γεννήθηκε, και στέκεται το πρώτο βράδυ στο παράθυρο ή μένει ξαπλωμένος στο κρεβάτι, αισθάνεται τη σιγαλιά να τον τυλίγει σαν δώρο της πατρίδας του, σαν βάλσαμο. Νιώθει πως βρίσκεται κοντά στην πηγή της υγείας και της γνησιότητας. Η αιωνιότητα φυσάει πάνω του σαν απαλό αεράκι.
Η σιωπή αυτή δεν είναι απόλυτη, είναι γεμάτη ήχους, σκοτεινούς, υπόκωφους, μυστικούς ήχους της νύχτας, ενώ στην πόλη οι ήχοι της νύχτας δεν διαφέρουν σχεδόν καθόλου από εκείνους που ακούγονται τη μέρα. Στην εξοχή οι ήχοι της νύχτας είναι το τραγούδι των βατράχων, η μελωδία του ανέμου στα φυλλώματα των δέντρων, το νερό που κυλάει στο ποτάμι, ένα νυχτοπούλι ή κάποια νυχτερίδα που πετάει. Κι αν καμιά φορά τύχει να περάσει κάποια αργοπορημένη άμαξα και στις αυλές αρχίσουν να γαβγίζουν τα σκυλιά, οι ήχοι αυτοί είναι ασπασμοί της ζωής, πάντα καλόδεχτοι, που σβήνουν αργά και μεγαλόπρεπα στην απεραντοσύνη του διαστήματος.