παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Δημοσιεύματα σχετικά με ‘κατσαρόλα’

Συμμαζέψου

12η 01ου του σωτηρίου έτους 2009 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Το κορίτσι από την ΟυαλίαΟ Τζιμ αρνιόταν να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, αφήνοντας τις γυναίκες να ψηλαφούν τη μικρή ετικέτα που ήταν καρφιτσωμένη στο πέτο του. Όλα τα παιδιά είχαν από μία, με τα ονόματα και τις διευθύνσεις τους στη μία πλευρά και «Περαιτέρω Πληροφορίες» στην άλλη: θρήσκευμα, ημερομηνία γέννησης, παθήσεις. Όταν η κυρία Λόυντ και η Χάτι σταμάτησαν μπροστά του, η κοπελίτσα έδειξε να παραξενεύεται με τη μάσκα του.

«Βγάλ’ την», τον διέταξε, αλλά ο Τζιμ έγνεψε όχι, με το ρύγχος της μάσκας να πηγαίνει πέρα-δώθε και τους κόκκους του άνθρακα να θροΐζουν στο εσωτερικό της.

«Γιατί όχι;»

Έγειρε προς το μέρος της, ανασήκωσε τη λαστιχένια τσιμούχα. «Γιατί η μαμά σου κλάνει δηλητηριώδη αέρια».

(more…)

...

― Τι κάνεις; ―Κάνω διατροφή. Εσύ;

09η 15ου του σωτηρίου έτους 2008 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Γυρνώντας απ’ τη δουλειά, απογευματάκι προς βράδυ, πετυχαίνεις στο δρόμο μια παλιά σου φίλη, αγκαλιές, φιλιά και λες «Δεν πάμε να τσιμπήσουμε κάτι;». Συμφωνεί, αλλά όταν συνειδητοποιεί ότι το μόνο διαθέσιμο μαγαζί εκεί γύρω είναι μια ψησταριά αρχίζει να ιδρώνει από ανησυχία, δεν λέει όμως τίποτα. Κάθεστε κι, ενώ εσύ παραγγέλνεις 2-3 πίττες γύρο ή 5-6 χοιρινά καλαμάκια, εκείνη ζητάει κατάλογο, τα κοιτάει όλα, πρώτα τις σαλάτες, στραβώνει, μετά τα της ώρας, στραβώνει, μετά τα υπόλοιπα, ξαναστραβώνει, ρωτάει το σερβιτόρο πόσο μεγάλα είναι τα καλαμάκια κοτόπουλου, αν μπορεί να πει να μην της τα ψήσουν πολύ και αν μπορεί να ζητήσει την πίττα της αλάδωτη. Εν τέλει παραγγέλνει δύο καλαμάκια κοτόπουλου και μία «πίττα αλάδωτη, κομμένη στα τέσσερα». Τις πατάτες και το τζατζίκι που πήρατε «για τη μέση», τελικά θα τα φας εσύ.

Σε επισκέπτεται μια άλλη φίλη για να τα πείτε, να ακούσετε μουσική, να της φτιάξεις το πισί και λες να της μαγειρέψεις για να της δείξεις ότι είσαι νοικοκύρης και γιατί κατά πάσα πιθανότητα, για να την κάλεσες μονάχη σπίτι σου, δεν το έκανες επειδή έχεις πιο γρήγορο Internet από ‘κείνη. Λες να πετάξεις δυο-τρεις μπριζολίτσες στην ψηστιέρα, να φτιάξεις μια σαλατούλα και ή να τηγανίσεις πατάτες ή να βράσεις ένα ρυζάκι. Βγάζει εκείνη το χαρτάκι, κοιτάζει από ‘δώ, κοιτάζει από ‘κεί, το φέρνει πλαγίως (Cover Flow), κάνει κάτι αντιστοιχίσεις (απλή μέθοδο των τριών;) και σου λέει ότι δεν πρέπει να φάει πατάτες και «τώρα που το λέμε, ούτε ρύζι πρέπει, αλλά αν είναι κάτω από ένα ποτηράκι του κρασιού δεν πειράζει… α, και σαλάτα βάλε μου σε ξεχωριστό πιάτο χωρίς αλάτι και λάδι παρακαλώ!»

Πας σε μια φίλη να της φτιάξεις το πισί, έρχονται και δυο γνωστοί σας να κάτσετε όλοι μαζί για μπύρες, να πείτε καμιά μαλακία, κάνα γκομενικό. Περνάει η ώρα, το πισί δεν φτιάχνεται με τίποτα, λέτε να πάρετε καμιά πίτσα, καμιά μακαρονάδα. «Παιδιά, εγώ δεν θα πάρω, θα φάω το γιαούρτι μου με φρούτο». Και έρχονται οι πίτσες, περιφέρονται τα κομμάτια με μπέικον, μανιτάρια, πιπεριές, μακαρονάδα τέσσερα τυριά, κάνα σκορδόψωμο άμα λάχει, καμιά κοκακόλα, καμιά μπύρα κι εκείνη κατεβάζει σε μικρές κουταλιές την ασπρίλα με το τεμαχισμένο μήλο.

(more…)

...