παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Δημοσιεύματα σχετικά με ‘φυλακή’

Χώρος για όλες αυτές τις αναμνήσεις

03η 11ου του σωτηρίου έτους 2017 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

«Αυτή τη φορά δεν έχει επιστροφή» σκεφτόταν ο Σαν Βισέντε. «Τώρα θα με στείλουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Κούβα» έλεγε με το νου του. Και αυτό σήμαινε ότι θα άλλαζε η μία φυλακή με μία άλλη φυλακή, σίγουρα δίχως την ομορφιά της θαλασσινής αύρας να περνάει από τα κάγκελα. «Άλλη φυλακή;» αναρωτιόταν ενώ τη φανταζόταν. «Θα είναι η έκτη. Ή μήπως η έβδομη;» Και θυμόταν μία μία τις φυλακές μετρώντας με τα δάχτυλα, μιας και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Μετρούσε μονάχα τις κανονικές φυλακές, όπου είχε μείνει περισσότερο από μία εβδομάδα, όχι τις προσωρινές κρατήσεις σε στρατόπεδα ή σε αστυνομικά τμήματα. «Οι ιδέες δεν φυλακίζονται» έλεγε μέσα του και μετά χαμογελούσε με πονηριά και πρόσθετε: «Εγώ όμως φυλακίζομαι». Το Μεξικό είχε τελειώσει πια και εκείνος σιωπηρά έφτιαχνε ένα είδος αποχαιρετισμού, κάνοντας βόλτες στο κελί, έξι βήματα επί έξι βήματα και ακουμπούσε τους, ένα αντίο στη χώρα όπου είχε περάσει σχεδόν τρία χρόνια. «Μπορείς να πεις αντίο σε χώρες, όχι όμως στις ιδέες». Χαμογελούσε πάλι απολαμβάνοντας αυτό το προσωπικό του καλαμπούρι, φτιαγμένο ειδικά για το μονόλογό του. Άραγε έπρεπε να κάνει έναν απολογισμό εκείνων των σχεδόν τριών χρόνων ή αρκούσε να φύγει και να φυλάξει αυτές τις αναμνήσεις μαζί με άλλες αναμνήσεις παλαιότερες; Πού να τοποθετήσει εκείνο το ζωμό κότας που ήπιε ένα ξημέρωμα ή την επίθεση του ιππικού που αποκρούστηκε με τις πέτρες από τους υφαντουργούς του Τισαπάν; Και πού να βάλει τα σπαθιά που έβγαζαν σπίθες στον ήλιο της αυγής, τα ακίνητα πρόσωπα, τα μάτια καρφωμένα στα πέταλα των αλόγων, το πλήθος που τους περίμενε με την πέτρα στο χέρι; Τι να κάνει με την ελιά εκείνης της κοπέλας, της Ελένα, την ελιά κάτω από το αριστερό στήθος που χαλούσε τη γυναικεία συμμετρία και τον αποτρέλαινε; Πού να φυλάξει έναν εφιάλτη που τον είχε ξυπνήσει στα μισά της νύχτας, μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν ήταν εφιάλτης, ότι το όνειρο συνεχιζόταν στον ξύπνιο του; Πού να φυλάξει το τελευταίο τσιγάρο που κάπνισε με τον Φίλλιπς ή τη ματ λάμψη του μαύρου καπέλου στέτσον που του είχαν χαρίσει οι ράφτρες του Παλάσιο δε Ιέρο; Πώς να κάνει τις φράσεις του Μαλατέστα να ακούγονται τόσο μουσικές όπως εκείνη τη βραδιά γύρω από τη φωτιά, κουβεντιάζοντας με τους αγρότες του Ακολμάν, που έδειχναν να είναι οι ιδανικοί αποδέκτες της σκέψης του Ιταλού; Θα έπρεπε να υπάρχει κάπου χώρος για όλες αυτές τις αναμνήσεις, ένα σημειωματάριο, ένα βιβλίο με λευκές σελίδες, ένα ενυδρείο, μια τσέπη ενός γιλέκου.
«Ένα χαρτόκουτο για να φυλάς τους αποχαιρετισμούς» έλεγε κάνοντας τα έξι βήματα από τη μία άκρη στην άλλη του κελιού του, ενώ μεγαλοφώνως και χωρίς να σκέφτεται, απάγγελνε το μονόλογο του Σεγισμούντο, που τον είχε μάθει τυχαία όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ήθελε να τον ξεχάσει: «Ονειρεύομαι πως είμαι εδώ / μέσα στη φυλακή κλεισμένος / Και ονειρεύτηκα πως ήμουν αλλιώς και πιο ευτυχισμένος / Τι είναι η ζωή; Ένα παραλήρημα…»

του Paco Ignacio Taibo II από τον Περαστικό· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

...

Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες, Part II

08η 20ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

when you are engulfed in flamesΌταν ανακοινώθηκε η αναχώρησή μας, η γυναίκα επέστρεψε στη θέση της αλλά δεν ακουμπούσε κανονικά στο κάθισμα για να συνεχίσει τη συζήτηση με τον άντρα. Δεν πρόσεχα τι έλεγαν, αλλά νομίζω ότι τον άκουσα να τη φωνάζει Μπέκι, ένα εύρωστο όνομα που ταίριαζε με τον μεταδοτικό, σχεδόν παιδικό ενθουσιασμό της.

Το αεροπλάνο απογειώθηκε, και όλα ήταν όπως έπρεπε , μέχρι που η γυναίκα ακούμπησε το μπράτσο μου και εδειξε τον άντρα στον οποίο μιλούσε νωρίτερα. «Έι» είπε, «βλέπετε αυτόν εκεί τον τύπο;» Τον φώναξε με το όνομά του-Έρικ, νομίζω-και ο άντρας γύρισε και κούνησε το χέρι του. «Βλέπετε, αυτός είναι ο άντρας μου, και αναρωτιόμουν αν θα μπορούσατε να αλλάξετε θέση ώστε να καθίσουμε μαζί».«Χμ, για να πω την αλήθεια…» ξεκίνησα, και προτού τελειώσω, το προσωπό της σκλήρυνε και με διέκοψε, λέγοντας, «Τι; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα μ’ αυτό;»

«Λοιπόν» είπα, «κανονικά δε θα είχα κανένα πρόβλημα να αλλάξω θέση, αλλά κάθεται στον μπουλμέ, και τη σιχαίνομαι αυτή τη θέση».

«Πού κάθεται;»

«Στον μπουλμέ» εξήγησα. «Έτσι λέγεται η μπροστινή θέση».

«Ακούστε» μου είπε. «Δεν σας ζητάω να αλλάξετε επειδή δεν είναι καλή θέση. Σας το ζητάω επειδή είμαστε παντρεμένοι». Μου έδειξε τη βέρα της, και όταν έγειρα λίγο για να τη δω καλύτερα, τράβηξε πίσω το χέρι της, λέγοντας, «Καλά, τέλος πάντων. Ξεχάστε το».

Ήταν σαν να μου είχε κλείσει μια πόρτα στα μούτρα, και χωρίς λόγο, πίστεψα εγώ. Θα μπορούσα να έχω αφήσει τα πράγματα έτσι, αλλά εγώ προσπάθησα να το συζητήσω. «Η πτήση διαρκεί μόνο ενενήντα λεπτά» είπα, υπονοώντας ότι, μπροστά στην αιωνιότητα, ενενήντα λεπτά χωρίς τον άντρα της δεν ήταν και τόσο τρομερό. «Δηλαδή, τι, μήπως θα μπει στη φυλακή με το που θα προσγειωθούμε στο Ράλεϊ;»

«Όχι, δεν θα μπει στη φυλακή» είπε εκείνη, και στην τελευταία λέξη ύψωσε τη φωνή της, κοροϊδεύοντάς με.

«Κοιτάξτε» της είπα, «αν επρόκειτο για παιδί θα άλλαζα θέση». Και με έκοψε, λέγοντας, «Τέλος πάντων». Έκανε μια γκριμάτσα και γύρισε να κοιτάξει από το παράθυρο.

Η γυναίκα είχε αποφασίσει ότι ήμουν ένας κόπανος, από αυτούς που αρνούνται να κάνουν οποιαδήποτε χάρη σε κάποιον άλλο, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Απλώς προτιμώ η χάρη να είναι δική μου ιδέα, και να με κάνει να νιώθω καλός κι ευγενικός, κι όχο πιεσμένος. Οπότε όχι. Άσε την να κρατάει μούτρα, αποφάσισα.

Ο Έρικ είχε σταματήσει να κουνάει το χέρι του, και μου έκανε νόημα να ειδοποιήσω τη Μπέκι. «Τη γυναίκα μου» σχημάτιζε άηχα τις λέξεις. «Θέλω να μιλήσω στη γυναίκα μου».

Δε μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι σκούντησα τη γυναίκα στον ώμο.

«Μη με αγγίζεις» είπε εκείνη, όλο θεατρικότητα, λες και της είχα ρίξει μπουνιά.

«Θέλει να σας μιλήσει ο άντρας σας»

«Αυτό δε σας δινει το δικαίωμα να με αγγίζετε».

Η Μπέκι έλυσε τη ζώνη της, σηκώθηκε όρθια, και μίλησε στον Έρικ με έναν δυνατό θεατρικό ψίθυρο: «Του ζήτησα να αλλάξει θέση, αλλά δεν το κάνει»

Ο Έρικ έγειρε το κεφάλι του, που στη νοηματική σημαίνει: «Πώς κι έτσι;» κι εκείνη είπε, πολύ πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, «Γιατί είναι μαλάκας, να γιατί».

Μια ηλικιωμένη γυναίκα στη σειρά με τις μονές θέσεις με κοίταξε, κι εγώ έβγαλα το σταυρόλεξο των Times από την τσάντα μου κάτω από το κάθισμα. Αυτό πάντα σε κάνει να φαίνεσαι λογικός, ειδικά το Σάββατο, που το σταυρόλεξο είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Το πρόβλημα είναι ότι χρειάζεται αυτοσυγκέντρωση, και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ εγώ ήταν αυτή η Μπέκι.

Δεκαεφτά οριζόντια: μια λέξη με δεκαπέντε γράμματα που σημαίνει διαφώτιση. «Δεν είμαι μαλάκας» έγραψα, και χωρούσε.

Πέντε κάθετα: Ινδιάνικη φυλή με οκτώ γράμματα. «Εσύ είσαι».

Κοίτα αυτό τον έξυπνο άνθρωπο, με πόση ευκολία συμπληρώνει το σταυρόλεξο, φανταζόμουν ότι σκέφτονταν όλοι. Πρέπει να είναι ιδιοφυΐα. Γι’ αυτό δεν άλλαζε θέση για να κάνει τη χάρη σε αυτήν την καημένη. Ξέρει κάτι που δεν ξέρουμε.

Είναι αξιολύπητο το πόση σημασία δίνω στο σταυρόλεξο των Times, που είναι εύκολο τη Δευτέρα, και γίνεται όλο και πιο δύσκολο όσο προχωράει η εβδομάδα. Περνάω δεκατέσσερις ώρες για να λύσω το σταυρόλεξο της Παρασκευής, και μετά το κουνάω μπροστά στη μούρη κάποιου και απαιτώ να μου αναγνωρίσει τη διανοητική μου ανωτερότητα. Πιστεύω ότι σημαίνει πως είμαι πιο έξυπνος από τους άλλους, αλλά στην πραγματικότητα σημαίνει απλώς πως δεν έχω τι να κάνω με τη ζωή μου.

του David Sedaris, από το Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.

Υ.Γ. Μάλλον θα ανακηρυχθεί σε βιβλίο-έμβλημα και θα πάρει και τη Χρυσή Πιστοποίηση “artech”

...