παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Αρχείο για ‘ιδιοφωνίες’ Category

Το Ντύσσελντορφ σε τρεις κινήσεις: πρόπλυση, πλύση, στέγνωμα

05η 27ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Γύρω στον ένα μήνα και κάτι ψιλά πριν έκλεισα ένα μήνα ακόμα αποκριάτικες διακοπές μεταμφιεσμένες σε μαθήματα γερμανικών στο Ντύσσελντορφ, με τη σκέψη πως μετά τη Λειψία είναι η σειρά και μιας δυτικογερμανικής πόλης να φιλοξενήσει τη μεγαλειότητά μου. Κατά τα φαινόμενα, όπως υποστηρίζει κι ο σοφός (=ελληνικός) λαός, λέγε-λέγε μαλακίες, κάποια στιγμή θα την πληρώσεις.

Το Ντύσσελντορφ είναι μια πόλη που μπορεί να χρησιμεύσει άνετα ως παράδειγμα της γερμανικής δυτικής κουλτούρας: κάτι αιώνες πριν, άγνωστο και αδιάφορο πόσοι, μια μούτζα τσομπάνηδες βοσκάγανε τα ζωντανά τους γύρω από τον ποταμό Ντύσσελ, του οποίου το όνομα ελλείψει φαντασίας χρησιμοποίησαν για να ονομάσουν το χωριό που ίδρυσαν γύρω του, μιας που το να το πουν «Ρηνοχώρι» δεν θα το όριζε ξεκάθαρα στο χάρτη. Έκτοτε επιδόθηκαν με ζήλο στο άθλημα του να βγάζουν χρήματα, κάνοντας μόνο μια-δυο στάσεις όταν το Ντύσσελντορφ ισοπεδώθηκε και χρειαζόταν να το ξαναχτίσουν για να συνεχίσουν ακάθεκτοι. Όσοι από εσάς παίζετε βιντεοπαιχνίδια στρατηγικής, θα βρείτε σίγουρα πολλές ομοιότητες με μονάδες όπως π.χ. οι peons του Warcraft. Με μια σύντομη επίσκεψη σ’ αυτήν την καταβόθρα του πολιτισμού, θα διαπιστώσετε πως οι κάτοικοι φέρνουν στη συμπαθή, αμόρφωτη, βλαμμένη, γκρινιάρα τάξη του παιχνιδιού της Blizzard πρωτίστως εξωτερικά αλλά και εσωτερικά: είναι βρωμιάρηδες, φωνακλάδες, πίνουν μπύρα ανεξαρτήτως ώρας της ημέρας, ρεύονται μπύρα ανεξαρτήτως συνοδεύουσας παρέας, και επιπλέον στην τηλεόραση βλέπουν μόνο και σταθερά ποδόσφαιρο ενώ διαβάζουν καθημερινά κι ανελλιπώς τη Bild (για όσους αγνοούν, πρόκειται για την κωλοτρυπίδα του καθημερινού τύπου). Όποια σκατογνώμη κι αν έχετε σχηματίσει για τους Γερμανούς, οι Ντυσσελντόρφιοι την επιβεβαιώνουν στο διπλάσιο με δύο επιπρόσθετα σημαντικά χαρακτηριστικά.

(more…)

...

…και το Έθνος ας ψοφήσει

04η 22ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Τα άπλυτά μας στη φόρα. Αυτό έγινε. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Λες και δεν το ξέραμε.

Ξαφνικά, αντιληφθήκαμε ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα με πρασιτική οικονομία και διογκωμένο δημόσιο τομέα. Δεν γνωρίζαμε για το πρωτογενές έλλειμμα, το δημόσιο χρέος ή το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Δεν είχαμε ιδέα. Γουί ντίντεν’τ χεβ ε κλου.

Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας μάγκες που τόσα χρόνια τρώγαμε τζάμπα από τους κοινοτικούς κορβανάδες και δεν ανησυχούσαμε για τίποτα. Να τα πακέτα Ντελόρ, να οι χρηματοδοτήσεις του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, να οι επιχορηγήσεις των Ταμείων Ανταγωνιστικότητας και Προαγωγής της Ελληνικής Ρεμαλοσύνης. Κύριος οίδε πόσο κοινοτικό και εθνικό χρήμα (γιατί κοντά στο βασιλικό…ποτίζεται και η γλάστρα, δηλαδή μαζί με των ευρωπαίων ας φάμε και τα ελληνικά) έχει κατασπαταληθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Και να σου οι βίλες, οι μίζες και τα κότερα (για τους πολιτικούς άρχοντες). Να σου τα επιδόματα, οι αυξήσεις και οι προσλήψεις στο δημόσιο. Κάπου εδώ κολλάνε και οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 (γιατί πάνω από όλα είμαστε και εθνικόφρονες και άξιοι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων) και έρχεται όλο και γίνεται μια ομορφιά. Γιατί, σου λέει μέχρι το 2000 είμασταν πολύ κοντά στα πλαίσια της Ευρωζώνης. Από το 2004 και μετά, μας πήρε και μας σήκωσε.

Θεωρούσαμε ότι λαμβάνουμε δωρεάν χρήμα, αλλά οι Ευρωπαίοι το μόνο που έκαναν ήταν να μας δανείζουν για να χρηματοδοτήσουμε με τη σειρά μας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους (ανοιχτές αγορές, γαρ). Οι καλοί μας οι εταίροι, μας έδιναν λεφτά για να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα, να εκσυγχρονίσουμε και να εξυγιάνουμε τη δημόσια διοίκηση, να αναμορφώσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα, το ασφαλιστικό σύστημα, να λάβουμε μέτρα υπέρ του κοινωνικού συνόλου, να αναβαθμίσουμε τέλος πάντων, αυτή την καημένη χώρα ώστε να μπορεί να σταθεί αντάξια δίπλα στο λήμμα «ευρωπαϊκή».

Κάποια στιγμή όμως, όλα τα ωραία τελειώνουν και μαζί τους οι μάσες. Το κοινοτικό χρήμα κάποια στιγμή άρχισε να στερεύει (you know, υπάρχουν κι αλλού…πορτοκαλιές, κοινώς χώρες που χρήζουν οικονομικής και όχι μόνο βοήθειας με στόχο την αειφόρο και συμμετρική ανάπτυξη (λέγε με Ανατολική Ευρώπη). Αλλά ο Ελληνάρας, ο σωστός, ο πρόστυχος δε μάσησε φυσικά. Σου λέει «δε μου δίνεις ευρωπαίε φίλε μου; Σκασίλα μου! Θα δανειστώ από τις αγορές». Και κάπως έτσι ξεκινάει ο φαύλος κύκλος μας, από τον οποίο Θεού και Δου-Νου-Του θέλοντος, θα αργήσουμε να βγούμε.

Τα επιμέρους κοινωνικά προβλήματα ουδέποτε μας απασχόλησαν – χαμηλές μαθησιακές επιδόσεις των ελληνόπουλων, ανυπαρξία κράτους πρόνοιας και δικαίου, ανισότητες στην κατανομή του πλούτου, εξαιτίας της ελλειπούς λειτουργίας των εισπρακτικών μηχανισμών – αυτό θα πει να έχεις σκατώσει το αξιακό σου σύστημα. Καλά, δεν το συζητώ για τα ελλείμματα…αυτά υπήρχαν μόνο στην αρρωστημένη φαντασία όσων έκρουαν των κώδωνα του κινδύνου εδώ και καιρό. Μέχρι το σήμερα… Πού βρισκόμαστε σήμερα; Πουθενά.

Ναι, ναι καλά ακούσατε, δεν κάνουν πουλάκια τα αυτιά σας. Πουθενά. Δεν ανήκουμε ούτε στην πρώτη, ούτε στη δεύτερη ταχύτητα της Ευρωζώνης. Δεν είμαστε ούτε στο Βορρά, ούτε στο Νότο. Ούτε καν στα Βαλκάνια (και ερωτώ: ξέρετε ποιά είναι η μοναδική χώρα, όχι μόνο στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο που δεν έχει δημόσιο χρέος; Σας αφήνω με την απορία, για να διαβάσετε όλο το κείμενο).

Είμαστε μια ειδική κατηγορία εντός της νομισματικής ένωσης – πρωτοπόροι και σε αυτό, τρομάρα μας! Και η σύμπραξη της Ε.Ε. με το Δ.Ν.Τ. γίνεται για πρώτη φορά στα χρονικά. Και σας παρακαλώ πολύ να μη φαντάζεστε το Δ.Ν.Τ. ως τίποτα αιμοβόρους δράκουλες που ήρθαν να μας πιουν το αίμα. Όόόόχι, όχι. Τεχνοκράτες είναι οι άνθρωποι. Να βοηθήσουν ήρθαν. Και όχι αμισθί. Μας δανείζουν με χαμηλό κόστος, ναι, αλλά θέλουν να διασφαλιστούν ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Και αν με ρωτάτε, είμαι υπέρ. Δε διαφωνώ με τις προβλέψεις περί των μέτρων που θα επιβάλλουν (είπαμε, δεν είναι φιλόπτωχο), ότι θα είναι σκληρά και όλοι θα υποφέρουμε, αλλά πιστέψτε με, είναι αναγκαίο. Πρέπει αυτή η χώρα να αλλάξει πρόσωπο και πορεία πλεύσης. Ο Γεώργιος Σουρής (και Υδροχόος, παρακαλώ) είχε γράψει κάποιους στίχους πριν εκατό και πλέον χρόνια:

Ποιός είδε κράτος λιγοστό, σ’ όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να ξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά’χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά’χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Και δεν ήταν καν Γερμανός! Να πεις ότι είχε και προηγούμενα μαζί μας. Και δεν καταλαβαίνω δηλαδή, γιατί ο Γερμανός, και ο κάθε Γερμανός ή Γάλλος να πρέπει να πληρώνει για το μάγκα τον Ελληνάρα που χαλβαδιάζει τα μπούτια των Γερμανίδων και των Γαλλίδων τους τρεις καλοκαιρινούς μήνες στα νησιά και κοπροσκυλιάζει τους υπόλοιπους εννιά;

Δύο έργα σεξ, η αίθουσα κλιματίζεται.

Δε θέλετε Δ.Ν.Τ.; Με γειά σας, με χαρά σας. Μαζί σας. Διακανονισμός του χρέους (αποπληρωμή των ελληνικών περιπαθών ομολόγων στο 70% και ουχί στο 100% – έτσι για να σπάσουνε και λίγο τα μούτρα τους οι κερδοσκόποι) και άντε γεια. Κλαμπ Παρισιού, αγκαλιά με το Αφγανιστάν. Εκτός Ευρωζώνης, εκτός Ε.Ε., εκτός…γενικότερα. Μη σας πω ότι θα μας αλλάξουν και ήπειρο.

Γι’ αυτό να μην ακούω αηδίες του στυλ «πω, πω, ήρθαν αυτοί οι ΔΝΤ-δες και θα μας πιουν το αίμα». Οι πολιτικοί που ψηφίζατε τόσα χρόνια σας το έπιναν.

Και by the way, η χώρα με μηδενικό δημόσιο χρέος είναι η Αλβανία. Για να μάθετε να κοροιδεύετε τους Αλβανούς, που παρεπιπτόντως δουλεύουν σαν τα σκυλιά, ενώ οι δικοί μας οι ρεμπεσκέδες είναι μόνο φραπέ και χωρίστρα με τζελ. Ουστ!

(*βέβαια, πήρε το αυτί μου ότι σκοπεύει και η Αλβανία να εισέλθει στις διεθνείς αγορές, σχεδιάζοντας να λάβει δάνειο ύψους 400 εκ. Ευρώ με το οποίο θα χρηματοδοτήσει ένα μέρος του κρατικού προϋπολογισμού και ορισμένες άλλες λειτουργικές δαπάνες).

[ Το παρόν κείμενο αποτελεί πόνημα της pennystock83 ]

...

Μάο τσε Μέρκελ

04η 22ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Μαθαίνω γερμανικά. Το επίπεδό μου βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο καλούτσικα και στο αρκετούτσικα καλά, σίγουρα πάντως κάτι που να τελειώνει σε -ούτσικα. Μπορώ να συνεννοηθώ αρκετά καλά και να κάνω μέρος σε σχετικά απλές φιλοσοφικές συζητήσεις με πολιτικό, κοινωνικό, μουσικό ή σεξουαλικό περιεχόμενο. Οι κατηγορίες ηλικίας όμως με τις οποίες μπορώ να συζητήσω άνετα είναι τα παιδάκια από 4 έως 7 ετών και οι ηλικιωμένοι άνω των 70, οι οποίοι έχουν υποστεί τουλάχιστον ένα καρδιακό επεισόδιο· αυτό συμβαίνει καθώς τα μέλη των δύο αυτών ηλικιακών κατηγοριών μιλούν αργά, για απλά θέματα και συνήθως συγχωρούν λάθη. Αφ’ ενός όμως είναι κάπως δύσκολο να κάνεις έναν 70άρη καρδιακό να ενδιαφερθεί για κάτι που έχεις να του πεις κι αφ’ ετέρου το να μιλάς σε εξάχρονα παιδάκια θα τραβήξει το ενδιαφέρον των οργάνων τήρησης της τάξης.

Ως εκ τούτου είχα τη φαεινή ιδέα, πριν πάω φαντάρος στα 26 μου να ξοδέψω όλα τα χρήματα που έβγαλα τα προηγούμενα τριανταεπτά χρόνια (τριανταεννέα, αν υπολογίσεις τις υπερωρίες) δουλεύοντας μαύρα από ‘δώ, από ‘κεί κι από πιο κάτω. Έτσι γύρω στο Γενάρη επισκέφτηκα το DAAD, το οποίο διαβάζεται «Ντε Α Α Ντε», αλλά εκ του αποτελέσματος, ήτοι για να δεις την έκφραση όσων σε ακούν, συμφέρει να το προφέρεις «Νταάντ». Το DAAD είναι μια υπηρεσία των φίλων μας των Γερμανών που αναλαμβάνει να παίρνει φοιτητές και μαθητές από άλλες χώρες και να τους στέλνει σούμπιτους στη Γερμανία, ενώ διατείνεται ότι κάνει και το αντίθετο, πράγμα που είναι φυσικά μύθος. Η ευγενέστατη και ολιγόλογη κυρία που εργάζεται στο Νταάντ της Αθήνας (γραφεία υπάρχουν επίσης στη Θεσσαλονίκη και στο Σουφλί) μου πρότεινε τη Λειψία με έναν πολύ διακριτικό τρόπο: μου έδωσε φυλλάδια με το αναλυτικό πρόγραμμα κάθε επιπέδου, ημερομηνίες, τιμές, καθώς και το κλασικό φυλλάδιο που διαθέτει κάθε ινστιτούτο ξένων γλωσσών και έχει φωτογραφίες από μαθητές και καθηγητές γελαστούς να τη βρίσκουν πάνω από βιβλία και μπροστά σε πισιά· για τα υπόλοιπα σχετικά ινστιτούτα, μου έδωσε δυο διευθύνσεις στο ίντερνετ να ψάξω κι έτσι νομίζω πως ήταν ξεκάθαρη πως φέτος η κυρία Μέρκελ σπρώχνει Λειψία. Κάτι το οποίο δεν είναι απαραίτητα κακό, αν σκεφτείς πως από πίσω υπάρχει μια κάποιου είδους οργάνωση που κοιτάει κάθε χρόνο ποιος κλαίγεται περισσότερο για λεφτά, τηλεφωνεί στα Νταάντ όλου του κόσμου και λέει «στείλτε εκεί τα θύματα φέτος».

Έτσι λοιπόν, κάπως τυχαία, κάπως μην ξέροντας που πάν’ τα τρία, βρέθηκα στη Λειψία να κάνω μαθήματα γερμανικών στην InterDaF e.V., όπου e.V. βλέπε eingetragener Verein, δηλαδή εγγεγραμμένο σωματείο. Δεν κάνω πλάκα. Η InterDaF βρίσκεται σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Herder, το οποίο με τη σειρά του συνεργάζεται με το πανεπιστήμιο της Λειψίας. Όπερ σημαίνει πως πρόκειται για ένα φροντιστήριο της κακιάς ώρας επιπέδου PALSO, αλλά στο γερμανικό αντίστοιχο: είναι ένα κτήριο που πιάνει μισό γερμανικό οικοδομικό τετράγωνο, έχει δώδεκα ορόφους, εκατό αίθουσες, τρία ασύρματα δίκτυα, ένα φωτοτυπικό μηχάνημα, κανέναν ψύκτη, στελεχώνεται μοναχά από γυναίκες από τη βάση ως την κορυφή της πυραμίδας της ιεραρχίας και στο οποίο μαθαίνουν γερμανικά αποκλειστικά Κινέζοι. Η αναλογία των Κινέζων προς τους μη Κινέζους θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή όταν είναι δέκα προς ένα. Υπάρχουν τάξεις που είναι η καθηγήτρια, δώδεκα Κινέζοι κι ο μαλάκας.

Μας κάνουν μάθημα δύο εξαιρετικές κυρίες της άνω μέσης ηλικίας, των οποίων η εξωτερική όψη σε συνδυασμό με την οικογενειακή κατάσταση δείχνουν ότι ακόμα κι εμείς οι ασχημούληδες έχουμε τρελές ελπίδες στην ανατολική Γερμανία. Οι μαθητές είναι απ’ όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, κατά βάση όμως κι αν το καλοσκεφτεί κανείς οι χώρες καταγωγής τους έχουν ένα κοινό σημείο: είναι χωρισμένες στα δύο ή και στα περισσότερα και το ένα μέρος σφάζει το άλλο (ή τα άλλα), οπότε μαντέψτε από ποιο μέρος προέρχονται τα φυντάνια μας. Εκτός φυσικά από την Κίνα όπου ο καθένας δουλεύει ανάλογα με τις δυνατότητές του και τσεπώνει ανάλογα με τις ανάγκες του, κάτι που είναι εν ολίγοις η απαιτούμενη μαλακία που λέγεται περιοδικά για να περάσει η ώρα. Γενικότερα διαθέτουμε ατραξιόν όπως μια κραγμένη Μολδαβό, ένα Βραζιλιάνο με αίσθηση του χιούμορ ανεπτυγμένη αντιστρόφως ανάλογα με το ποδόσφαιρο στη χώρα του, μια Γιαπωνέζα με φωνή αρνητικών ντεσιμπέλ, που έχει σπουδάσει γερμανική φιλολογία στην Ιαπωνία, παίζει ποδόσφαιρο και θέλει να ανοίξει ζαχαροπλαστείο στη Γερμανία, έναν Σύριο με μπάκα και ροζ μάγουλα και μια στραβοχυμένη Περουβιανή σαραντακάτι ετών, που από ένα σημείο και μετά νομίζεις ότι σε διακόπτει όταν μιλάς επειδή γουστάρει να ζει στο όριο και να προκαλεί τον αγκώνα και το γόνατό σου.

Βεβαίως η άρχουσα τάξη είναι φυσικά οι Κινέζοι. Ο ανυποψίαστος καμμένος θα πρέπει να απομυθοποιήσει τις χυμώδεις Κινέζες με τα πελώρια μπούτια και τα αβυσσαλέα ντεκολτέ που βλέπει στις τσόντες, καθώς αυτές είναι ένα φετίχ τόσο σπάνιο όσο ένας τριχωτός χοντρομπαλάς με δαχτυλίδι στον αφαλό που κρέμεται από μια οικολογική λάμπα Philips δώρο του ΣΚΑΪ, κάνει κακά του και παραλλήλως τον παίρνει από το δεξί ρουθούνι. Οι Κινέζες γενικότερα μοιάζουν περισσότερο με σελιδοδείκτες παρά με τις γυναίκες που βλέπουμε στα περιοδικά. Πρόκειται για κοριτσάκια με καμπύλες σχεδιασμένες με νήμα της στάθμης, με στήθη μεγέθους αγκινάρας (καθαρισμένης φυσικά), ενίοτε με περιποιημένο μουστάκι, οι οποίες προκαλούν κίνηση στο δείκτη της ζυγαριάς μοναχά αν έχουν φορέσει παλτό Μοντγκόμερυ κι έχουν πέσει πριν σε πισίνα. Οι Κινέζοι από τη μεριά τους είναι δημιουργημένοι επειδή η φύση είχε όρεξη για πολύ, μα πολύ χοντρά αστεία. Μπαλαντζάρουν με τρομερή επιτυχία ανάμεσα στο εξαιρετικά αδιάφορο και στο εξαιρετικά ενοχλητικό, ενώ η εξωτερική τους εμφάνιση είναι η δεύτερη τραγωδία μετά την Ορέστεια που σώζεται ολόκληρη και διαθέτει ως μπόνους και το σατυρικό δράμα: π.χ. ένας παχύσαρκος με βλεφαρόπτωση που σπουδάζει γλωσσολογία και τρώει Χάριμπο κι ένας άλλος που πριν μιλήσει γερμανικά ρουφάει στιγμιαία μια μεγάλη ποσότητα αέρα προσομοιώντας ηχητικά το ram air της Kawasaki ZX10R και που έχει 9 μετρημένες διάπαρτες και με διάφορα μήκη τρίχες κάτω από τη μύτη του, τις οποίες συντηρεί προφανώς γιατί ψάχνοντας για το «μουνί» στο λεξικό έπεσε πάνω στη λέξη «μουστάκι» και οι οποίες δίνουν πολλές νέες ιδέες για βασανιστήρια. Σε γενικές γραμμές οι Κινέζοι και των δύο φύλων μιλούν ελεϊνά πολύ και πάντα στη γλώσσα τους, σίγουροι για το ότι δεν τους καταλαβαίνει κανείς, με μοναδικές εξαιρέσεις τη διάρκεια του μαθήματος και την περίπτωση που θέλουν να σε ρωτήσουν κάτι προσωπικά. Αν είσαι ένας κι έχεις βγει με δέκα Κινέζους, θεωρείται πως απλά ήθελες να μείνεις μόνος σου. Επίσης πίνουν ζεστό νερό με γρασίδι, μασουλάνε με ορθάνοιχτο στόμα, ενίοτε ρεύονται και τρώνε οτιδήποτε μπορεί να μασηθεί, κάτι αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς τι έχουν στο εθνικό τους διαιτολόγιο.

Μοναδική εξαίρεση που οφείλει να σημειωθεί είναι ένα εικοσιτριάχρονο πιπίνι σε συσκευασία τσιχλόφουσκας που τρώει με μαχαιροπίρουνα και κλειστό στόμα, που θέλει να σπουδάσει Ιστορία, που μιλάει γερμανικά, που γράφει ποιήματα, που παίζει τέσσερα μουσικά όργανα, που πιστεύει ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός είναι για τα μπάζα και που τη φτιάχνουν οι επιστήμονες.

Για να επιστρέψω στα μαθήματα, κάνουμε καθημερινά από τις 8:00 ως τις 13:15 με δύο διαλείμματα: ένα στις 9:30 διάρκειας μισής ώρας και ένα στις 11:30 διάρκειας ενός τετάρτου. Χρησιμοποιούμε το πρώτο διάλειμμα για να κοιμηθούμε, να ξυριστούμε, να πλύνουμε τα δόντια μας, να καθαρίσουμε τα αυτιά μας και γενικότερα να κάνουμε οτιδήποτε δεν προλαβαίνει να κάνει ο άνθρωπος, όταν μαζί με τον εαυτό του το πρωί έχει να ξυπνήσει και τα κοκόρια και το δεύτερο για να συζητήσουμε για τις απόψεις του Φρόυντ σχετικά με την καλλιέργεια της αγκινάρας. Κατά τη διάρκεια των διδακτικών ωρών οι καθηγήτριες μας παροτρύνουν πολύ να μιλήσουμε, να επικοινωνήσουμε και να κάνουμε εργασίες σε ομάδες, ενώ πραγματοποιούν κάθε μορφής περίπλοκους μαθηματικούς αλγορίθμους για να χωρίσουν τον κάθε Κινέζο από τους συμπατριώτες του. Μια στο τόσο έχουμε διαγώνισμα ενώ τουλάχιστον μια φορά στις δυο μέρες θα εξεταστούμε στην κατανόηση ακουστικού κειμένου από ένα μηχάνημα τρομακτικής ανατολικογερμανικής αισθητικής, που παίζει κασσέττες και σιντί και είναι ειδική παραγγελία από τη Μαλαισία, ώστε να μη διαθέτει ραδιοφωνικό δέκτη, καθότι όπως ίσως θα ξέρετε, η κρατική γερμανική τηλεόραση και το κρατικό γερμανικό ραδιόφωνο δεν πληρώνονται φασιστικά από τη ΔΕΗ, αλλά από ρουφιάνους που μπουκάρουν ξαφνικά με το έτσι θέλω σπίτι σου, όταν εσύ κάνεις κακά σου, τρως, ξύνεις τη μύτη σου ή αυνανίζεσαι, και ελέγχουν αν έχεις τηλεόραση και ραδιόφωνο. Το κάθε επίπεδο στην InterDaF δεν είναι ουσιαστικά αυτόνομο, αλλά είναι μέρος μιας μεγαλύτερης προετοιμασίας για την εισαγωγή των Κινέζων στα γερμανικά πανεπιστήμια. Διαθέτουμε τρία βιβλία τα οποία κάνουμε σχεδόν ολόκληρα και τα οποία ―να σημειωθεί― μαζί με εισιτήρια για εκδηλώσεις, θέατρα, κινηματογράφους, μπουρδέλα, μουσεία και επισκέψεις που κατά καιρούς μας πηγαίνουν συμπεριλαμβάνονται στο πληρωτέο ποσόν, ενώ σε πολλά μαγαζιά μας κάνουν έκπτωση όταν επιδεικνύουμε την κάρτα της InterDaF. Στις εξετάσεις, οι οποίες (δι)ενεργούνται μέσα στο ινστιτούτο, δικαιούμαστε να χρησιμοποιήσουμε γερμανογερμανικό λεξικό και μάλιστα, αν για οποιοδήποτε λόγο δεν έχουμε, μας δανείζουν ένα από αυτά της συλλογής του ινστιτούτου.

Τα γερμανικά είναι μια και μάλλον η ευκολώτερη από όλες αυτές τις γαμάτες γλώσσες, όπου είσαι αναγκασμένος, αν θέλεις να μιλήσεις σωστά, να σκεφτείς και διαφορετικά και, όταν είσαι υποχρεωμένος να κατακερματίσεις τη σκέψη σου για να την επαναδομήσεις σύμφωνα με τους κανόνες τις γλώσσας, μπορείς άμεσα να καταλάβεις αν αυτό που πας να πεις είναι μπαρούφα ή στέκει. Είναι επίσης σαν τη μουσική, όπου ακόμη και ο πιο σκαλωμένος αυτοσχεδιασμός, ακολουθεί κανόνες και γράφεται πάνω στο πεντάγραμμο, ενώ όποιος μπορεί να ακουστεί ερωτικός μιλώντας αυτό το πράμα έχει τεράστια μα τεράστια κότσια.

Με την τελευταία παράγραφο έχω κλείσει ως τώρα γύρω στις τέσσερις εκθέσεις και παρά το γλύψιμο ακόμα να πάρω ένα βαθμό της προκοπής.

...

Από τη Λευκορωσσία με αγάπη!

04η 18ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Ο συγκάτοικός μου στην εστία είναι από τη Λευκορωσσία, κάτι για το οποίο δεν ήμουν σίγουρος για κάμποσο καιρό. Τα γερμανικά του δεν είναι τόσο καλά, οπότε μου συστήθηκε λέγοντας πως είναι από τη «Λευκή Ρωσία» και το είπε με το ύφος που θα έλεγε κάποιος ότι κατάγεται από το δύσμοιρο Κονγκό ή από το εξωτικό Κρανίδι. Το διασταύρωσα όμως έπειτα αναφέροντάς του την πρωτεύουσα της χώρας του, κάτι για το οποίο είμαι πάντα σίγουρος χάρη στη συγχωρεμένη πια (από ποιον μη ρωτάτε) δασκάλα μας, η οποία μάς έβαζε στο μάθημα της γεωγραφίας να αποστηθίζουμε τις χώρες με τις πρωτεύουσές τους, χωρίς όμως γνωρίζουμε και κατά πού ―έστω στο περίπου― πέφτουν. Κροατία, Ζάγκρεμπ. Μάλτα, Βαλέτα. Περού, Λίμα. Και πάει λέγοντας.

Ο Λευκορώσσος συγκάτοικός μου λοιπόν λέγεται Αντρέι κι εγώ μεταξύ μου τον αποκαλώ «σάπιο». Είναι πεντακάθαρος στο μπάνιο, ήτοι δεν κάνει κακά του στο νιπτήρα ούτε τσίσα του στο ταβάνι, ενώ ανεβάζει το καπάκι της τουαλέτας πριν κάνει εμετό και μαζεύει τις τρίχες μετά το ντους. Σημειωτέον πως έχει δύο σαμπουάν, ένα για την πυτιρίδα και ένα για την απώλεια μαλλιών, πλένει τα χέρια του με πράσινο σαπούνι, ενώ για το σώμα του δεν έχω καταλήξει ακόμη και ομολογώ πως διστάζω να τον ρωτήσω. Φοράει σταυρουδάκι, έχει μαλλιά ως το σβέρκο που ενίοτε πιάνει με λαστιχάκι, μιλάει γερμανικά με μια γαμιστερή προφορά που φωνάζει από μακριά «στα αρχίδια μου» και που προσπαθώ μάταια να υιοθετήσω, ενώ από μουσική ακούει ψιλοηλεκτρονική, ψιλορώσικη ψιλοράπ, το Zombie των Cranberries, το soundtrack της Αμελί Πουλέν (πάντα μ’ αρέσει να το γράφω στα ελληνικά αυτό) και τους δρόμους της φωτιάς του Βαγγέλη Παπαθανασίου, ο οποίος έχει ευτυχώς δηλώσει πως αισθάνεται περισσότερο Γάλλος παρά Έλληνας, για να μας φύγει η σκασίλα. Μαθαίνει κι αυτός γερμανικά και από το Σεπτέμβρη θα σπουδάσει βιομηχανικό σχέδιο, ενώ προς το παρόν ζωγραφίζει σε χαρτόνια με νερομπογιές γυμνές γυναίκες, φάτσες και τον Μπομπ το Σφουγγαράκη, όλα με μαφιόζικη τεχνοτροπία.

Το μόνο του πρόβλημα είναι στην κουζίνα, όπου είναι τόσο μπίχλας όσο όλοι οι κάτοικοι του ορόφου μαζί. Λάδια και λίπη από τα φαγητά, μαχαιροπίρουνα και πιάτα με λεκέδες κάθε χρωματισμού, ακαθόριστα κομματάκια και διάφορα μισοψημένα απομεινάρια από φαγητά τα οποία πετάγονται από το φαγητό και παραμένουν εκεί, τα οποία πρέπει να είναι αυτά που συντηρούν αυτή τη μορφή ζωής πίσω απ’ την κουζίνα που δεν έχει μεγαλώσει ακόμα αρκετά για να βγει στο φως. Διαθέτει ένα τηγανάκι που χωράει μισή μερίδα φαγητό και ένα πολύ περίεργο σκεύος, σαν μικρή μαρμιτούλα, στο οποίο ή φτιάχνει σούπα ή ζεσταίνει νερό για τον καφέ του. Την πρώτη φορά που το είδα τον ρώτησα πόσες φορές έχει καεί μ’ αυτό, μου απάντησε καμία και την επόμενη φορά που έβρασε νερό του χύθηκε όλο πάνω στα πόδια του και μας άκουσαν ως το Μινσκ. Το ίδιο βράδυ σκέφτηκα να κλειδώσω το δωμάτιό μου οταν θα έπεφτα για ύπνο, αλλά αποφάσισα να μην το κάνω όταν μου ευχήθηκε καληνύχτα.

Ο δικός του χώρος στο ψυγείο περιέχει μοναχά αντικείμενα προς βρώση με ποσοστό λίπους άνω του 50% και πενταψήφιο αριθμό θερμίδων, ενώ ανάμεσα στα μπαχαρικά και στις σάλτσες που έχει παραταγμένα στο τραπέζι της κουζίνας έχει και ένα μπουκάλι ή καλύτερα μια νταμιτζάνα με τσίλι, η οποία αδειάζει με ταχύτατους ρυθμούς, αλλά δεν έχω διαπιστώσει από πού γεμίζει. Όπως ο Χριστός ―βοήθειά μας― έκανε το νερό μπράντυ, ίσως να μπορεί κι αυτός να κάνει τα τσίσα του τσίλι. Αγνοώ. Πάντως η μαγειρική του περιέχει πάντα γενναίες δόσεις τσίλι κι αυτός είναι κι ο βασικός λόγος που δεν του έχω προτείνει ποτέ να μαγειρέψουμε μαζί. Φαντάζομαι πως οι ανοχές του απέναντι στο τσίλι είναι όπως των Ιρλανδών απέναντι στο ποτό, ενώ εγώ αν έτρωγα το μισό απ’ όσο καταναλώνει τούτος, θα είχα ήδη κάνει δυο φορές το γύρο του κόσμου πετώντας. Μετά από μια-δυο εβδομάδες πάντως πήρε παράδειγμα από μένα και αγοράζει έκτοτε και κάνα λαχανικό, το οποίο όμως μαγειρεύει με βούτυρο στο τηγάνι με δέκα οκάδες μπαχαρικά και φυσικά τσίλι. Αντιστοίχως βέβαια κι αυτός παραξενεύεται ακόμα από διάφορες συνήθειές μου, όπως π.χ. από το πόση σαλάτα τρώω και δη ωμή κι από το πόσα μακαρόνια και ρύζι φτιάχνω, το τελευταίο μάλιστα αφαιρώντας το από τα περιέχοντα σακουλάκια και βράζοντάς το σαν άνθρωπος.

Ο σάπιος είναι εδώ με τους φίλους του, τους οποίους ακόμη δεν έχω καταφέρει να μετρήσω, πάντως κυμαίνονται ανάμεσα στους επτά και στους δέκα. Ο πλέον άξιος αναφοράς ―παρόλο που, αν ξέρει ελληνικά, θαρρώ πως παίζω το κεφάλι μου κορώνα-γράμματα― είναι ένας τύπος στο ύψος μου, λίγο πιο αδύνατος από μένα, με πάντα φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο και κεφάλι, με φωνή σαν τα ζόμπι από το Resident Evil 1, ο οποίος φοράει μόνιμα, ακόμη και το βράδυ, ακόμη και μέσα στο σπίτι μεγάλα μαύρα γυαλιά, χωρίς κατά τα φαινόμενα να είναι τυφλός. Ο θρύλος λέει πως κάποιος τον είδε κάποτε χωρίς μαύρα γυαλιά, αλλά δεν έζησε για να μας το διηγηθεί, ενώ στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, εκδόσεις Μεταίχμιο, στην πεντακοσιοστή έβδομη σελίδα που τυπώθηκε μόνο μια φορά εκ παραδρομής και τώρα βρίσκεται στο θησαυροφυλάκιο του Βατικανού σύμφωνα με τον Dan Brown, αναφέρεται πως η καταστροφή θα λάβει τέλος κι η Δημιουργία θα ξαναρχίσει όταν «ο Ρώσος βγάλει τα μαύρα του γυαλιά και τραγουδήσει το “What a Wonderful World” του Armstrong». Δεν χτυπά ποτέ το κουδούνι, αλλά πάντα την πόρτα, όχι πολύ δυνατά, ούτε πολύ αδύναμα, τσααακ στη μέση, με ένα ρυθμό που είναι σαν να λέει «Ήρθα. Ετοιμάσου». Μερικές φορές μου έχει πει «Hallo, mann» (sic).

To καλύτερο βέβαια προϊόν των κρατών του πρώην και οσονούπω πάλι Υπαρκτού Σοσιαλισμού, που εξάγεται επιμελώς χάρη στις φροντίδες του Καπιταλισμού, του ΔΝΤ, του ΟΗΕ και της ΟΥΝΕΣΚΟ, είναι οι γυναίκες. Έχω συνολικά ανοίξει σε τρεις διαφορετικές γυναίκες, όλες τους ξανθές, είτε με βυζί ως το κούτελο είτε με σορτσάκι ως τον αφαλό, οι οποίες χωρίς να έχουν εξαιρετικά σώματα είναι κινητά συντριβάνια φερορμόνης. Ο Γιουλ Μπρύνερ της προηγούμενης παραγράφου επί παραδείγματι έχει μία γκόμενα, την οποία όταν φοράει τακούνια μπορεί ένας άνθρωπος μετρίου αναστήματος να θηλάσει. Περπατούν κάθε μέρα μαζί προς το Ινστιτούτο, πιασμένοι χέρι χέρι, ενώ αυτή κουνάει τον πισινό της από το ένα αυτί στο άλλο κι αυτός της κρατάει πάντα με το άλλο χέρι την τσάντα. Υπό άλλες συνθήκες, αν έβλεπες έναν άντρα με γυναικεία τσάντα, θα είχες κάποιο αστείο να κάνεις, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να είσαι ο Χαβιέ Μπαρδέμ και νά ‘χεις τη θάλασσα μέσα σου ή να τα έχεις τόσο μεγάλα που να παίζεις βόλευ. Μπιτς βόλευ. Επειδή συνήθως περπατώ κάμποσα μέτρα πιο πίσω τους κι επειδή ομολογουμένως ένας κώλος που κουνιέται έτσι, όπως κι αν είναι, θα τραβήξει τη ματιά σου, στην αρχή από φόβο μη γυρίσει κανείς τους και με δει κοιτούσα πάντα στο πλάι και ή κάπου σκόνταφτα ή με έπιανε ψύξη. Μετά από κάποιες μέρες διαπίστωσα ότι δεν τους πολυενδιαφέρει, ότι οι γυναίκες απ’ αυτό το μέρος της γης περπατούν έτσι από φυσικού τους, οπότε άρχισα να κοιτάω μπροστά, αλλά έπρεπε πια να προσέχω διπλά, γιατί το βήμα μου επιτάχυνε από μόνο του.

Ένα κυριακάτικο πρωινό κάποιος τους είχε γενέθλια κι ο Αντρέι είχε αναλάβει να φυλάξει στο ψυγείο μας από την προηγούμενη μέρα την τούρτα. Κάμποσα λεπτά μετά απ’ τις 7:00 που σηκώθηκα εγώ κι ο σάπιος ήταν στο δεύτερο όνειρο ακόμα, χτυπάει δειλά δειλά η πόρτα, ανοίγω εγώ με την τσίμπλα στο μάτι και ιδού, στέκεται στο κατώφλι μου μια άλλη Λευκορωσσίδα απ’ την παρέα τους, φορώντας κοντό φουτεράκι χωρίς σουτιέν, κολλητή φόρμα γυμναστικής, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω και με την κοιλιά έξω, κάνοντάς μου νόημα να μην ξυπνήσω τον Αντρέι, ενώ εγώ πήγαινα απλά να κρατηθώ από κάπου, γιατί από την απότομη στύση μπαλαντζάρισα. Μου ζήτησε να τη βοηθήσω να βγάλει την τούρτα και να βάλει τα κεράκια· το τι άκουσα εγώ ας το αφήσουμε καλύτερα. Στο παλάτι που έχουμε για κουζίνα και που χωράει μόνο ένας άνθρωπος, εδώ χωρέσαμε τρεις: η Λευκορωσσίδα, εγώ και τον τρίτο μαντέψτε τον. Ανοίξαμε την τούρτα, βγάλαμε τα κεράκια, τα τοποθετήσαμε αργά και βασανιστικά, πήγα να ανάψω ένα ακουμπώντας το με το δάχτυλο, αλλά μετά σκέφτηκα πως δεν θα ήθελε να τα ανάψει ακόμα, οπότε της δάνεισα τον αναπτήρα μου, εννοώντας τη μικρή συσκευή με το γκάζι που ανάβουμε τα τσιγάρα. Γύρω στο μεσημέρι, αφού έγινε η φιέστα, μου έφερε ο σάπιος πίσω τον αναπτήρα μου καθώς και ένα κομμάτι τούρτα και μου είπε ―άκουσον, άκουσον, πάταξον― «σ’ ευχαριστώ που βοήθησες τη φίλη μου», ενώ η γυναίκα (που λέγεται Κάτια) από εκείνη τη μέρα με χαιρετάει, όταν βρισκόμαστε μάτι με μπούτι στο διάδρομο.

Η τούρτα ευτυχώς δεν είχε τσίλι.

...

Το μέσα έξω και τα μυαλά στην ανακύκλωση

04η 16ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Μένω στη φοιτητική εστία της Λειψίας. Το κτήριο, σκατομπέζ χρώματος με σκατομπλέ αποχρώσεις σε αντίθεση με τα υπόλοιπα της περιοχής που είναι σκατομπέζ με σκατοκιτρινί ή σκατορόζ αποχρώσεις, βρίσκεται στην οδό Gärtnerstraße, αριθμός 181, ταχυδρομικός κώδικας 04209, πόλη Λειψία, Bundesκρατίδιο της Σαξονίας, χώρα Γερμανία, αν θέλετε να μου στείλετε κάτι. Κάτι για το οποίο αμφιβάλλω. Η οδός μου είναι τριχασμένη προσωπικότητα: η περιοχή αποτελείται από τρεις παράλληλους δρόμους-αδιέξοδα με κοινή είσοδο και έξοδο σε κανονικό δρόμο, οι οποίες έχουν όλες την ονομασία Gärtnerstraße. Αν το ξέρεις, το διασκεδάζεις. Αν περπατάς με βαλίτσες και τσάντα πλάτης στο χιόνι, όχι. Α, ναι, και δωμάτιο 103. Βασικό, αν θέλετε να με ληστέψετε, μιας που είμαι στο ισόγειο και κάθε πρωί αφήνω ανοιχτά τα παράθυρα. Για το τελευταίο μου έκανε μια φορά παρατήρηση ο επιστάτης ή ―πιο πιστά από άποψη μετάφρασης και μόνο― ο γαμιάς του κτηρίου.

Ο περί ου ο λόγος ονομάζεται Herr Κ(άτι) Lange κι εγώ τον αποκαλώ κύριο Μακρή, αλλά μιας που δεν υπάρχει κανείς να μοιραστώ το αστείο μου, γελάω μόνος μου. Ο κύριος Μακρής είναι μεσήλικας, απ’ αυτούς που διατηρούνται σε φόρμα, κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι κυριολεκτικό, μιας που φοράει μονίμως φόρμες μάρκας Μέκαψμπουργκ σε διάφορες αποχρώσεις του μπλε σκούρου, όπως και το φούτερ του οργανισμού Studentwerk Leipzig σε μια σπάνια απόχρωση του μπλε, απ’ αυτές που ψάχνεις μία εβδομάδα για να βρεις πού αλλού την έχεις δει στον πλανήτη. Σκεφτείτε την εξής σκηνή από το «Finding Nemo 2: Ressurection» (βρίσκεται σε στάδιο post-production): ο μπαμπάς του Nemo έχει κάτσει κανονικότατα στην Doris, μόνο που κάτι η φλωριά που τον δέρνει, κάτι ο μαστροΚάβουρας δυο φύκια πιο κάτω που την έχει μεγάλη, το ετεροθαλές αδελφάκι του σκασμένου Nemo βγαίνει μπλε με μια ιδέα καβουρί και δυο άσπρες ρίγες για ξεκάρφωμα (στο τέλος της ταινίας μπαλαμουτιάζεται με τον ιππόκαμπο). Τέτοιο είναι και το χρώμα. Είναι αθλητικός τύπος (o κύριος Μακρής), μοιάζει με απόστρατος χαμηλόβαθμος της DDR και κάτι τέτοιο θα τον έκανε σίγουρα μαλάκα αν δεν ήταν μαλάκας πριν την άνοδό του στην ιεραρχία του υπαρκτού σοσιαλισμού (πλασματική ιεραρχία, αφού όλοι είναι ίσοι).

(more…)

...

Γλειψία: το πήγαινε-έλα στο SimCity

04η 08ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία ιδιοφωνίες

Αν κάποιος πάει να κατοικήσει σε μια πόλη, συνήθως θέλει να διηγηθεί τις εντυπώσεις του αμέσως, μετά τις πρώτες δυο μέρες σίγουρα. Άλλοι μιλούν σχετικά αν περάσει μια εβδομάδα κι άλλοι γράφουν αφού επισκεφθούν το σουπερμάρκετ, μια μπυραρία, ένα ξενυχτάδικο, ένα εστιατόριο, ένα κατάστημα μουσικής, έναν οίκο ανοχής και πράξουν τα σχετικά μ’ αυτά τα μέρη. Νομίζω πως η καλύτερη ευκαιρία για να γράψει κανείς για τον τόπο που μένει είναι αφού θα έχει τελειώσει σ’ αυτόν ένα χαρτί υγείας. Μπορεί και περισσότερα προφανώς, ανάλογα με τις ανάγκες του, αλλά τουλάχιστον ένα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω με σαφήνεια, ούτε καν στον εαυτό μου, αλλά θεωρώ πως οι σχέσεις ενός ατόμου με μια μέχρι τότε ξένη προς αυτό πόλη ή χώρα παίρνουν σταθερή μορφή και γίνονται άξιες λόγου αφού συντελεστούν μερικές βασικές λειτουργίες. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες, αλλά όπως και να το κάνουμε οποιοσδήποτε μπορεί να ψωνίσει ποτά, φαγητά κι ανθρώπους μέσα σε μία μέρα, ενώ όταν κάθεσαι στη λεκάνη ή πάνω απ’ αυτήν ή σε οποιαδήποτε τέλος πάντων στάση σε σχέση με τον απόπατο (στην κοινωνική ανθρωπολογία ήμουν πάντα σκράπας) αποκτάς μια πιο βαθιά κι ουσιαστική σχέση με τον τόπο και το κωλόχαρτο μετρά αυτό ακριβώς το βάθος.

Βρίσκομαι στη Λειψία της Σαξονίας της Γερμανίας της Ευρώπης μια γουρουνότριχα περισσότερο από ένα μήνα, έχω τελειώσει ήδη δυο ρολλά χαρτιού υγείας, αύριο θα αρχίσω το τρίτο κι επειδή μυρίζομαι αμφιβολίες να ξεπηδούν έχω να δηλώσω πως κάποιες μέρες ανακουφίζομαι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό· όχι στις ράγες, διατίθενται υπερλούξ ανακουφιστήρια έναντι €1 ανεξαρτήτως διάρκειας παραμονής. Τις πρώτες μέρες σκεφτόμουν να κάνω αίτηση για ελευθέρας. Βρίσκομαι εδώ για να κάνω εντατικά μαθήματα στη γλώσσα και να ξοδέψω το μαύρο χρήμα που κέρδισα τον περασμένο χρόνο με κόπο κι ιδρώτα των μαλακών μορίων μου απ’ το κάτσε-κάτσε.

(more…)

...