παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Αρχείο για ‘βιβλιόφωνο’ Category

Φτηνιάρικοι καιροί

09η 13ου του σωτηρίου έτους 2011 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Οι Βαλκανικές Βουλγαρικές Αερογραμμές έστειλαν τις αεροσυνοδούς τους να ποζάρουν γυμνές στο Playboy για να σωθούν από τη χρεωκοπία. Το χυτήριο Κρεμίκοβτσκι πουλήθηκε σε μια αμερικάνικη εταιρεία με αντίτιμο ένα δολάριο.

Οι καινούργιοι ηγέτες αποτέφρωσαν την ταριχευμένη σορό του Γκιόργκι Ντιμιτρόφ και αποφάσισαν να κατεδαφίσουν το μαυσωλείο του, το οποίο τους κοιτούσε επικριτικά προσβάλλοντας την αριστοκρατία του καινούργιοι καπιταλισμού τους. Μεγάλο πλήθος πήγε να παρακολουθήσει την κατεδάφιση του μαυσωλείου, ενώ ο πρωθυπουργός επιτηρούσε τις τυπικές διαδικασίες πίσω από τις κουρτίνες του γραφείου του. Οι πιο έμπειροι πυροτεχνουργοί της χώρας ήρθαν με καθαρές στολές για να τοποθετήσουν τους δυναμίτες τους. Με τρομακτική έλλειψη χιούμορ, έκαναν νόημα ότι ήταν έτοιμοι και όλοι προετοιμάστηκαν να δουν το σπίτι των πνευμάτων να εξαερώνεται.

(more…)

...

Μια τεράστια έκταση γρασιδιού, επίπεδη και άψογα κουρεμένη

08η 12ου του σωτηρίου έτους 2011 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Είναι αδύνατον να περιγράψω το σοκ του επαναπατρισμού. Θυμάμαι ότι στάθηκα για ώρα ατελείωτη κοιτάζοντας μια στρωτά βαμμένη κίτρινη γραμμή δίπλα στη στροφή ενός τσιμεντένιου πεζοδρομίου. Κίτρινη κίτρινη γραμμή γραμμή. Στοχάστηκα επάνω στο ανθρώπινο έργο, την μπογιά, το φορτηγό με το στιμέντο και τα καλούπια που χρησιμοποιήθηκαν, όλα τα εφόδια που χρειάστηκαν γι’ αυτή την απλή στροφή του δρόμου. Προς τι; Δεν μπορούσα να βρω ακριβώς την απάντηση. Για να μην παρκάρει εκεί κανένα αμάξι; Υπάρχουν τόσο πολλά αυτοκίνητα που η Αμερική πρέπει να χωριστεί σε μέρη όπου μπορούν και μέρη όπου δεν μπορούν να πάνε; Ήταν πάντα έτσι, ή πολλαπλασιάστηκαν απίστευτα, μαζί με τα τηλέφωνα και τα καινούργια παπούτσια και τα ραδιόφωνα τρανζίστορ και τις τομάτες τις τυλιγμένες σε σελοφάν, κατά τη διάρκεια της απουσίας μας;

(more…)

...

Ο Χριστός, ο θάνατος κι η απόγνωση

03η 27ου του σωτηρίου έτους 2011 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Ήταν αναγκασμένοι να κείτονται σιωπηλοί στο κρεβάτι τους, υποταγμένοι στους σωματικούς πόνους, που τους κατασπάραζαν ζωντανούς. Και για να χλευάσει, θαρρείς, τα πάθη τους, για να τους θυμίζει αδιάκοπα την αδυναμία τους, κρεμόταν στην κάτω άκρη κάθε κρεβατιού ο ετοιμοθάνατος Χριστός πάνω σ’ έναν πελώριο λευκό σταυρό μπροστά από έναν σκοτεινιασμένο ουρανό. Ο φτωχός Χριστός, αυτός που είχε σηκώσει θλιμμένα τους ώμους, όταν οι Ιουδαίοι του ζήτησαν να κάνει το θαύμα του: «Ει υιός ει του Θεού, κατάβηθι από του σταυρού». Και από τα τσακισμένα του μάτια, που είχαν αντικρίσει αμέτρητους αρρώστους πάνω σε όλα αυτά τα κρεβάτια, από το στόμα του, που, παραμορφωμένο από τον πόνο, είχε εισπνεύσει αναρίθμητες φορές το άρωμα των φριχτών πληγών, από τον κάθε πόρο αυτού του σταυρωμένου ληστή, ανάβλυζε μια νοσηρή εξάντληση, βουτώντας στο σκοτάδι τις ψυχές των αρρώστων και πνίγοντας όλα όσα δεν είχαν αποτελειώσει ακόμη ο θάνατος και η απόγνωση.

του Georg Heym από τον Ιωνάθαν (αφήγημα στο βιβλίο Ο Κλέφτης: Επτά αφηγήματα)· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νεφέλη

...

Η λύπη μετά τις έξι

02η 18ου του σωτηρίου έτους 2011 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Έγειρα το κεφάλι στο μεγάλο γραφείο με τα κρυστάλλινα μελανοδοχεία χωρίς μελάνι, γιατί, όταν έγραφε τ’ αποτελέσματα των εξετάσεων, χρησιμοποιούσε στιλογράφο που τον είχε μόνιμα βυθισμένο σε κάποια τσέπη. Έγειρα το κεφάλι θέλοντας να κλάψω αληθινά, πέρα απ’ τη βουβή οδύνη του συκωτιού μου, για όσες ζωές και ρόλους μ’ ανάγκαζαν να υποδύομαι. Κοίταζα τον Ιούδα στο μισοσκόταδο να δαγκώνει τα νύχια συντριμμένος απ’ τον πρωταγωνιστικό του ρόλο, βουτηγμένος στην αδικία μιας προκαθορισμένης μοίρας.

Θυμάμαι που, μερικά χρόνια αργότερα, θα ‘χα μπει στα δεκατρία, πλενόμουν στο μπάνιο και στο σαλόνι η γιαγιά καθόταν με τη Χριστοφόρου κι έπαιζαν χαρτιά. Ήρθε, μισάνοιξε την πόρτα του μπάνιου και την ξανάκλεισε, αλλά επειδή είχε αρχίσει να βαριακούει, μιλούσε κάπως δυνατά.

«Μεγαλώνει, άρχισε να γίνεται ανήλικος. Σε λίγο θα γνωρίσει τη μοναξιά…» είπε της Χριστοφόρου και τ’ άκουσα κι εγώ κάτω απ’ τις πετσέτες.

Κι εγώ κι ο Ιούδας είχαμε ρόλους προκαθορισμένους. Τη μοναξιά, όμως, τη γνώριζα απ’ τα έξι, από τότε που η μαμά μ’ αγκάλιασε παράφορα και μου είπε:

«Δεν αντέχω την αγάπη, είμαι δυστυχισμένη και δυστυχισμένος είναι κάποιος που νιώθει σαν να τον κλείδωσαν ένα ζεστό απόγευμα του καλοκαιριού στο σπίτι. Όλα κλειστά. Παράθυρα, πόρτες και στην παγωνιέρα ούτε πάγος ούτε τίποτα. Αυτό είναι να ‘σαι δυστυχισμένος».

Το σκεφτόμουν και το ξανασκεφτόμουν για τ’ απογεύματα των καλοκαιριών μετά τις έξι, που όλη η ζωή είναι στο δρόμο και στα μπαλκόνια. Θέλησα να νιώσω δυστυχισμένος. Με γοήτευε η λέξη και η ένταση του απογεύματος με τη βαβούρα-πρόκληση κι εγώ μόνος, στην παγίδα του σπιτιού, ν’ ακούω ένα μάμπο ραδιοφωνικό με λατινοαμερικάνους από μακριά, πέρα απ’ την οδό Ερεσού, αφού εκεί εντόπιζα την πιο μουσικόφιλη οικογένεια της περιοχής. Σφύριζαν, άκουγαν ραδιόφωνο στη διαπασών, τραγουδούσαν μάγκικα… κι όλα αυτά μου ‘φερναν λύπη.

του Γιάννη Ξανθούλη, από Το ροζ που δεν ξέχασα

...

Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες, Part II

08η 20ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

when you are engulfed in flamesΌταν ανακοινώθηκε η αναχώρησή μας, η γυναίκα επέστρεψε στη θέση της αλλά δεν ακουμπούσε κανονικά στο κάθισμα για να συνεχίσει τη συζήτηση με τον άντρα. Δεν πρόσεχα τι έλεγαν, αλλά νομίζω ότι τον άκουσα να τη φωνάζει Μπέκι, ένα εύρωστο όνομα που ταίριαζε με τον μεταδοτικό, σχεδόν παιδικό ενθουσιασμό της.

Το αεροπλάνο απογειώθηκε, και όλα ήταν όπως έπρεπε , μέχρι που η γυναίκα ακούμπησε το μπράτσο μου και εδειξε τον άντρα στον οποίο μιλούσε νωρίτερα. «Έι» είπε, «βλέπετε αυτόν εκεί τον τύπο;» Τον φώναξε με το όνομά του-Έρικ, νομίζω-και ο άντρας γύρισε και κούνησε το χέρι του. «Βλέπετε, αυτός είναι ο άντρας μου, και αναρωτιόμουν αν θα μπορούσατε να αλλάξετε θέση ώστε να καθίσουμε μαζί».«Χμ, για να πω την αλήθεια…» ξεκίνησα, και προτού τελειώσω, το προσωπό της σκλήρυνε και με διέκοψε, λέγοντας, «Τι; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα μ’ αυτό;»

«Λοιπόν» είπα, «κανονικά δε θα είχα κανένα πρόβλημα να αλλάξω θέση, αλλά κάθεται στον μπουλμέ, και τη σιχαίνομαι αυτή τη θέση».

«Πού κάθεται;»

«Στον μπουλμέ» εξήγησα. «Έτσι λέγεται η μπροστινή θέση».

«Ακούστε» μου είπε. «Δεν σας ζητάω να αλλάξετε επειδή δεν είναι καλή θέση. Σας το ζητάω επειδή είμαστε παντρεμένοι». Μου έδειξε τη βέρα της, και όταν έγειρα λίγο για να τη δω καλύτερα, τράβηξε πίσω το χέρι της, λέγοντας, «Καλά, τέλος πάντων. Ξεχάστε το».

Ήταν σαν να μου είχε κλείσει μια πόρτα στα μούτρα, και χωρίς λόγο, πίστεψα εγώ. Θα μπορούσα να έχω αφήσει τα πράγματα έτσι, αλλά εγώ προσπάθησα να το συζητήσω. «Η πτήση διαρκεί μόνο ενενήντα λεπτά» είπα, υπονοώντας ότι, μπροστά στην αιωνιότητα, ενενήντα λεπτά χωρίς τον άντρα της δεν ήταν και τόσο τρομερό. «Δηλαδή, τι, μήπως θα μπει στη φυλακή με το που θα προσγειωθούμε στο Ράλεϊ;»

«Όχι, δεν θα μπει στη φυλακή» είπε εκείνη, και στην τελευταία λέξη ύψωσε τη φωνή της, κοροϊδεύοντάς με.

«Κοιτάξτε» της είπα, «αν επρόκειτο για παιδί θα άλλαζα θέση». Και με έκοψε, λέγοντας, «Τέλος πάντων». Έκανε μια γκριμάτσα και γύρισε να κοιτάξει από το παράθυρο.

Η γυναίκα είχε αποφασίσει ότι ήμουν ένας κόπανος, από αυτούς που αρνούνται να κάνουν οποιαδήποτε χάρη σε κάποιον άλλο, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αλλά δεν είναι αλήθεια. Απλώς προτιμώ η χάρη να είναι δική μου ιδέα, και να με κάνει να νιώθω καλός κι ευγενικός, κι όχο πιεσμένος. Οπότε όχι. Άσε την να κρατάει μούτρα, αποφάσισα.

Ο Έρικ είχε σταματήσει να κουνάει το χέρι του, και μου έκανε νόημα να ειδοποιήσω τη Μπέκι. «Τη γυναίκα μου» σχημάτιζε άηχα τις λέξεις. «Θέλω να μιλήσω στη γυναίκα μου».

Δε μπορούσα να το αποφύγω, κι έτσι σκούντησα τη γυναίκα στον ώμο.

«Μη με αγγίζεις» είπε εκείνη, όλο θεατρικότητα, λες και της είχα ρίξει μπουνιά.

«Θέλει να σας μιλήσει ο άντρας σας»

«Αυτό δε σας δινει το δικαίωμα να με αγγίζετε».

Η Μπέκι έλυσε τη ζώνη της, σηκώθηκε όρθια, και μίλησε στον Έρικ με έναν δυνατό θεατρικό ψίθυρο: «Του ζήτησα να αλλάξει θέση, αλλά δεν το κάνει»

Ο Έρικ έγειρε το κεφάλι του, που στη νοηματική σημαίνει: «Πώς κι έτσι;» κι εκείνη είπε, πολύ πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν, «Γιατί είναι μαλάκας, να γιατί».

Μια ηλικιωμένη γυναίκα στη σειρά με τις μονές θέσεις με κοίταξε, κι εγώ έβγαλα το σταυρόλεξο των Times από την τσάντα μου κάτω από το κάθισμα. Αυτό πάντα σε κάνει να φαίνεσαι λογικός, ειδικά το Σάββατο, που το σταυρόλεξο είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Το πρόβλημα είναι ότι χρειάζεται αυτοσυγκέντρωση, και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ εγώ ήταν αυτή η Μπέκι.

Δεκαεφτά οριζόντια: μια λέξη με δεκαπέντε γράμματα που σημαίνει διαφώτιση. «Δεν είμαι μαλάκας» έγραψα, και χωρούσε.

Πέντε κάθετα: Ινδιάνικη φυλή με οκτώ γράμματα. «Εσύ είσαι».

Κοίτα αυτό τον έξυπνο άνθρωπο, με πόση ευκολία συμπληρώνει το σταυρόλεξο, φανταζόμουν ότι σκέφτονταν όλοι. Πρέπει να είναι ιδιοφυΐα. Γι’ αυτό δεν άλλαζε θέση για να κάνει τη χάρη σε αυτήν την καημένη. Ξέρει κάτι που δεν ξέρουμε.

Είναι αξιολύπητο το πόση σημασία δίνω στο σταυρόλεξο των Times, που είναι εύκολο τη Δευτέρα, και γίνεται όλο και πιο δύσκολο όσο προχωράει η εβδομάδα. Περνάω δεκατέσσερις ώρες για να λύσω το σταυρόλεξο της Παρασκευής, και μετά το κουνάω μπροστά στη μούρη κάποιου και απαιτώ να μου αναγνωρίσει τη διανοητική μου ανωτερότητα. Πιστεύω ότι σημαίνει πως είμαι πιο έξυπνος από τους άλλους, αλλά στην πραγματικότητα σημαίνει απλώς πως δεν έχω τι να κάνω με τη ζωή μου.

του David Sedaris, από το Όταν σας έχουν τυλίξει οι φλόγες· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι.

Υ.Γ. Μάλλον θα ανακηρυχθεί σε βιβλίο-έμβλημα και θα πάρει και τη Χρυσή Πιστοποίηση “artech”

...

Η περιορισμένη φαντασία του

06η 19ου του σωτηρίου έτους 2010 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Μετά ο ταγματάρχης ξανάπιασε τις συνηθισμένες του ασχολίες. Και τα χρόνια κύλησαν σαν ομοιόμορφες, στρογγυλές, αθόρυβες ρόδες. Ο γερο-ανάπηρος του Λάξενμπουργκ δεν ήταν ο τελευταίος νεκρός που αποχαιρέτησε ο βαρόνος. Αμέσως μετά έθαψε τον πεθερό του και λίγα χρόνια αργότερα και τη γυναίκα του, που πέθανε ξαφνικά, χωρίς κλάματα κι αποχαιρετισμούς, έπειτα από μια άσχημη πνευμονία. Έστειλε το γιο του εσωτερικό σ’ ένα σχολείο στη Βιέννη, ορίζοντας πως δεν έπρεπε ποτέ να γίνει εν ενεργεία στρατιωτικός. Έμεινε μόνος στα κτήματα, στο μεγάλο άσπρο σπίτι όπου ακούγονταν ακόμα οι ανάσες των πεθαμένων. Μιλούσε μόνο με τον δασοφύλακα, τον επιστάτη, τον υποηρέτη του και τον αμαξά του. Οι εκρήξεις της οργής του ήταν όλο και πιο σπάνιες. Αλλά το προσωπικό κι οι εργάτες ένιωθαν συχνά το χωριάτικο βαρύ του χέρι. Και ο αμίλητος θυμός του έπεφτε δυσβάσταχτος στις πλάτες τους.Όπου κι αν πήγαινε, τον υποδεχόταν φοβισμένη σιωπή ― σαν τη γαλήνη πριν από το ξέσπασμα της μπόρας. Κάθε δεκαπέντε έφταναν τα υπάκουα γράμματα του γιου του. Του απαντούσε μια φορά το μήνα, δυο λόγια όλα κι όλα, σε μικρά τσιγκούνικα φύλλα χαρτιού, στα περιθώρια τα κομμένα από τα γράμματα που λάβαινε. Μια φορά το χρόνο, στις 18 Αυγούστου, στα γενέθλια του αυτοκράτορα, φορούσε τη στολή του και πήγαινε στον κοντινό στρατώνα. Ο γιος του ερχόταν δυο φορές το χρόνο: τα Χριστούγεννα και στις καλοκαιρινές διακοπές. Κάθε παραμονή Χριστουγέννων ο πατέρας έδινε στο γιο τρία ασημένια φιορίνια, βάζοντάς τον να υπογράψει απόδειξη. Το παιδί υπέγραφε, αλλά δεν τά ‘παιρνε ποτέ. Τα χρήματα έμπαιναν το ίδιο βράδυ σε μια κασετίνα, στο συρτάρι του γέρου, δίπλα στους ελέγχους του σχολείου ― δίπλα στις αποδείξεις της επιμέλειας και των μετρημένων αλλά επαρκών επιδόσεων του νεαρού Τρόττα στα μαθήματά του. Το παιδί ποτέ δεν πήρε δώρα, παιχνίδια, χαρτζιλίκι, βιβλία άλλα πέρα από τα σχολικά του. Δεν έδειχνε ωστόσο να υποφέρει απ’ αυτές τις στερήσεις. Διέθετε μυαλό προσγειωμένο, λογικό, πρακτικό. Η περιορισμένη φαντασία του δεν λαχταρούσε τίποτα περισσότερο από το να ξεμπερδέψει το γρηγορότερο δυνατόν με τις υποχρεώσεις του σχολείου του.

του Joseph Roth από Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

...