παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Αρχείο για ‘βιβλιόφωνο’ Category

Συζήτηση με μια θερμάστρα

04η 19ου του σωτηρίου έτους 2015 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

«(…) Για πέστε μου όμως, Φραγκλίνε, πώς γίνεται μια ιταλική θερμάστρα νά ‘χει αμερικάνικο όνομα; Δεν είναι παράξενο;»
« Παράξενο; Όχι, αυτός είναι, ξέρετε, ένας από τους απόρρητους φυσικούς νόμους, ο νόμος των παραπομπών και των υποκατάστατων. Οι δειλοί λαοί έχουν τραγούδια που εκθειάζουν το θάρρος. Οι ανέραστοι λαοί θεατρικά έργα που εκθειάζουν τον έρωτα. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς τις θερμάστρες. Οι ιταλικές θερμάστρες έχουν τις περισσότερες φορές αμερικανικά ονόματα, όπως οι γερμανικές ελληνικά. Είναι γερμανικές και, πιστέψτε με, δε ζεσταίνουν περισσότερο από μένα, τις ονομάζουν όμως Εύρηκα, Φοίνιξ ή Ο αποχαιρετισμός του Έκτορος. Ξυπνούν ένδοξες αναμνήσεις. Έτσι κι εγώ λέγομαι Φραγκλίνος. Θερμάστρα είμαι, έχω όμως και προδιαγραφές πολιτικού. Το στόμα μου είναι μεγάλο, ξοδεύω πολλή ενέργεια, ζεσταίνω λίγο, βγάζω καπνό από ένα σωλήνα, έχω καλό όνομα και ξυπνώ ένδοξες αναμνήσεις. Δεν είναι και λίγα».

του Herman Hesse από Τα παραμύθια· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη.

...

Σεγοντάροντας τον άνεμο, σκυμμένοι στα κουπιά.

03η 20ου του σωτηρίου έτους 2015 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

λαθρεμπόριοΌλα γύρω έμοιαζαν να εναρμονίζονται με το ξύπνημα του «La Buena Ventura». Παρ’ όλο που δεν είχαμε ακόμα απομακρυνθεί απ’ την πόλη, αρχίζαμε ήδη να ζούμε σ’ έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό απ’ αυτόν της στεριάς· έναν κόσμο ερμητικό και μυστηριώδη, κλειδωμένο για τους αργόστροφους ή τους επιπόλαιους που μπορεί να τον θεωρούν μονότονο, επιφανειακό και ξένο, παρά τη συνταρακτική ζωή του, την πολυμορφία του και την άπειρη χρωματική του ποικιλία· έναν κόσμο αχανή σαν τη φιλοδοξία, προκλητικό σαν την ηδονή, παρθένο, ανεξερεύνητο και αεικίνητο σαν την ίδια τη ζωή· έναν κόσμο που, όπως ακριβώς τη ζωή, τον αγαπάς, τον μισείς, και τον φοβάσαι· τον ταυτόχρονα πολλαπλό και ενιαίο κόσμο με τα ευμετάβολα νερά, τα ζεστά χρώματα, τις λεπτές αποχρώσεις, τις φευγαλέες ίριδες, τον αφρό που είναι απείρως πιο εύθρυπτος από το ροδοπέταλο ή τη δαντέλα, τα λυγερά και τα φουσκωμένα κύματα που χαϊδεύουν και εκνευρίζουν, τις φονικές και αμείλικτες φουρτούνες, τις εκκωφαντικές και τρομαχτικές συμφωνίες, τα νανουρίσματα· τον κόσμο με τα σιωπηλά ατσάλινα σαγόνια που σκοτώνουν απροειδοποίητα· τον κόσμο της υποκρισίας και του μιμητισμού, της άπειρης υπομονής του στρειδιού, της ακόρεστης λαιμαργίας του καρχαρία, της ακατανίκητης δύναμης της φάλαινας, της ανυπεράσπιστης αδυναμίας ―χωρίς καν την άμυνα της κραυγής― της σαρδέλας και της ρέγκας· έναν κόσμο πρωτεϊκό και συγκεχυμένο, ερμητικό και μυστηριώδη: τον κόσμο της θάλασσας.

Κι αυτός ο κόσμος, τώρα, ξυπνούσε και ζωντάνευε, απαντώντας στο κάλεσμα του πρωινού. Δώδεκα-δεκατέσσερα ψαράδικα, με ορθάνοιχτα πανιά, ξανοίγονταν στη θάλασσα. Ήταν οι ψαράδες της Πούντας που, στωικοί και απαυδισμένοι, ξεκινούσαν για το σκληρό μεροκάματο που μετά βίας θα έφτανε το ένα πέσο για τον καθένα. Κάποιοι σεγόνταραν τον άνεμο, σκυμμένοι στα κουπιά τους, στον κεντρικό πάγκο· άλλοι, σε πιο βαριά πλεούμενα, κωπηλατούσαν όρθιοι, με αναλλοίωτο ρυθμό. Στους πάγκους της πλώρης, έβλεπες τα ανθεκτικά κασόνια για τους αστακούς, μπογιατισμένα κόκκινα· και κάτω από την κουπαστή, αραδιασμένα το καμάκι, ο γάντζος και τα παραγάδια. Απ’ τη μια βάρκα στην άλλη πετάγονταν πρόστυχα πειράγματα, χυδαία σαν πορνογραφικά καρτ-ποστάλ, που σχεδόν όλα περιείχαν ομοφυλοφιλικούς υπαινιγμούς.

(…)

Ο ήλιος, ζεματιστός και τώρα στρογγυλός σαν φινιστρίνι που μόλις είχε γυαλιστεί, έβαφε χρυσαφιά τα σύννεφα. Τεράστιες τούφες βαμβάκι, με διαμάντινο περίγραμμα και μολυβένιο κέντρο, απλώνονταν μακριά, πάνω απ’ το νερό. Το πρωινό ήταν διάφανο σαν την πιο αγνή προαίρεση. Και καθώς η ζωή, επιβάλλοντας τους νόμους της, ήθελε να χαλάσει αυτήν την αγνότητα, έξι πελεκάνοι αποδεκάτιζαν τα κοπάδια σαρδέλες που, το ξημέρωμα, έψαχναν στον όρμο κάπου να κρυφτούν από τους πιο θανάσιμους εχρθούς τους.

του Ενρίκε Σέρπα, από το Λαθρεμπόριο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera

...

Η πραγματική προσωπικότητα

10η 02ου του σωτηρίου έτους 2014 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

978-960-501-661-6«Είστε σοσιαλιστής;»
«Φαίνεται;»
«Έχετε μια συγκρατημένη μελαγχολία. Σας κερνάω άλλο ένα».
«Πρέπει να πάρω κουράγιο για να γίνει γρήγορα ό,τι είναι να γίνει. Ο καπιταλισμός νίκησε, αλλά είναι σάπιος. Αύριο πρέπει να υποστηρίξω ένα νομοσχέδιο στο οποίο δεν πιστεύω».
«Μην κάνετε τη ζωή σας δύσκολη, φίλε μου. Υποστηρίξτε οποιοδήποτε άλλο νομοσχέδιο».
«Ούτε τα υπόλοιπα μου αρέσουν».
«Τότε είστε σε αρκετά δύσκολη θέση».
«Οι κομμουνιστές είναι προδότες. Έχουν πάψει να θέλουν την επανάσταση. Όλοι θέλουν να γίνουν σοσιαλιστές κι εμείς δεν έχουμε άλη επιλογή από το να γίνουμε φιλελεύθεροι. Η ιστορία θα μας δικαιώσει. Καμιά φορά ξεχνάω το όνομά μου και περιπλανιέμαι στην πόλη. Οι ψυχίατροι λένε ότι πάσχω από διχασμένη προσωπικότητα, αλλά δεν είναι αλήθεια. Ψάχνω να βρω την πραγματική μου προσωπικότητα».
«Αν τη βρω εγώ πριν από σας, θα της πω να έρθει εδώ, ότι είστε εδώ και την περιμένετε».
«Μόνο μέχρι τις δύο. Το μαγαζί κλείνει στις δύο».

του Manuel Vázquez Montalbán από τη Βαρκελώνη του Μανόλο

...

Συντροφική δοκιμή πυρηνικών πυραύλων

01η 07ου του σωτηρίου έτους 2014 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Expo 58Το επόμενο πρωί, η κυρία Φόλεϊ επέστρεψε στο Λέδερχεντ, και οι δύο σύζυγοι πέρασαν την υπόλοιπη μέρα πασχίζοντας όσο μπορούσαν να διατηρήσουν μια επίφαση οικογενειακής ρουτίνας. Η Σύλβια έφαγε σχεδόν όλο το απόγευμα σιδερώνοντας τα πουκάμισα, τα γιλέκα και τα εσώρουχα του άντρα της, ενώ ο Τόμας, αφού έφερε την πολυθρόνα του σε συντροφική απόσταση από τη σιδερώστρα της, διάβασε την κυριακάτικη εφημερίδα του που ήταν γεμάτη ειδήσεις για τον κύριο Χρουστσόφ και την απαίτησή του να ματαιώσει η Αμερική όλες τις δοκιμές πυρηνικών πυραύλων της στον Ειρηνικό. Οι απόπειρές του να κινήσει το ενδιαφέρον της Σύλβια για το θέμα απέβησαν άκαρπες. Η Σύλβια έμοιαζε θλιμμένη και αφηρημένη, και ξέχασε να αλείψει βούτυρο στο φρυγανισμένο του ψωμί πριν του βάλει επάνω τις αντσούγιες. Η μόνη της κουβέντα, στο τσάι τους, ήταν ο άρκευθος που είχαν στον πίσω κήπο και ο οποίος, ακόμα και τώρα, μέσα Απριλίου, δεν είχε ούτε ένα φύλλο. «Κι αν δεν ξαναβγάλει φύλλα ποτέ του;» είπε απροσδόκητα, κάποια στιγμή. «Κι αν το ίδιο πράγμα συμβεί σε όλα τα δέντρα του κήπου και της πλατείας και παντού; Κι αν δεν ξαναφυτρώσουν ποτέ; Κι αν πάψουν να υπάρχουν φύλλα γενικά;» Ο Τόμας δεν ήταν σίγουρος αν η Σύλβια ακολουθούσε απλώς κάποιον τυχαίο, δικό της, νοσηρό, ειρμό σκέψης ή αν οι παρατηρήσεις της συνδέονταν κατά κάποιο τρόπο με το θέμα των πυρηνικών δοκιμών που είχε θέσει ο ίδιος. Ήταν πραγματικά αδύνατο να καταλάβει. Για την ακρίβεια, τα μόνα πράγματα που καταλάβαινε με απόλυτη βεβαιότητα ήταν ότι η Σύλβια ήταν βαθύτατα στενοχωρημένη και ότι κανείς από τους δυο τους δεν είχε τα κότσια να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

Από την Expo 58 του Τζόναθαν Κόου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις

...

Βλαβερός ενεστώτας

06η 02ου του σωτηρίου έτους 2013 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Του έλειπαν αυτά τα υπέροχα που ποτέ δεν αντικαταστάθηκαν. Δηλαδή το ξύπνημα δίπλα σε έναν γυμνό ώμο, η βουτυρένια γεύση του κρουασάν, ο καφές, ο έρωτας, η δεδηλωμένη με γκρίνια πολλών ντεσιμπέλ αποστροφή του στα πρωινά τσιγάρα. Να ήταν αυτή η αληθινή ευτυχία ― ή μήπως η δυστυχία, γιατί του έλειπαν;

Είχε περάσει ο καιρός που δεν έψαχνε αναμνήσεις από τα χρόνια της μεγάλης απόδρασής του, μάλλον γιατί εξασκούσε συστηματικά τον εαυτό του στην προσαρμογή σε μια νέα ζωή, χωρίς σπουδαία πετάγματα. Το ξύπνημά του δεν περιλάμβανε πια ήχους από βρύσες που ανοιγόκλειναν με τον τρόπο των Φρανσουάζ ή βήματα ξυπόλυτων ποδιών στο παρκέ, μ’ εκείνη τη χαρακτηριστική βιασύνη των κοριτσιών που αγαπούσε. Του έλειπε ακόμα και η δημιουργική τεμπελιά, τα αφελή άλλοθι για να αναβληθούν ανάπηρα προγράμματα, σχετικά με το ασαφές αντικείμενο που σπούδαζε.

Σήμερα, ώριμος, μόνος και ξαφνιασμένος από τη συγκομιδή της βραδιάς που πέρασε, σκεφτόταν ότι ελάχιστα ήταν τα πράγματα που ίσχυαν, αναλογικά με τα όνειρα που είχε κάποτε. Τώρα πάσχιζε να κρατηθεί από τον ηλεκτροφόρο ενεστώτα χρόνο, καρφωμένος στη θλιβερή πρωτεύουσα εκατοντάδων χιλιάδων θυμωμένων ανθρώπων. Πάντως, μέσα του, αισθανόταν να αναδύεται ένας φιλότιμος θυμός που δεν θα τον κατάπινε η ρουτίνα. Κι αυτό τον τάραζε.

του Γιάννη Ξανθούλη από το γιο του δάσκαλου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις διόπτρα

...