παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Αρχείο για ‘βιβλιόφωνο’ Category

Λίγες ανάσες

09η 19ου του σωτηρίου έτους 2016 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

ΜεταποίησηΕίναι κάτι στιγμές στο λαγούμι, όταν χτυπάει το τρυπάνι κι ίσα που βλέπεις τα ρούχα σου από τη σκόνη και τους ατμούς. Είναι λες και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από κει που τελεινώνεις εσύ. Κι όλα είναι κρύα και σκληρά. Ιδρώνεις γιατί δεν μπορεί να πάρει το πετσί σου ανάσα. Ιδρώνεις κι αντί να γίνεται μαλακό, ποτίζει ο ιδρώτας σίδερο κι είναι σαν να σε καλουπώνει ένα πράμα. Ξεχνάς ότι έχεις κορμί. Μόνο το κοπάνημα από το δράπανο υπάρχει. Και πρέπει να σε βγάλει κάποιος από το λαγούμι για να ζωντανέψεις πάλι. Ν’ αλλάξει η βάρδια και να ‘ρθούνε να σε βγάλουνε από το λαγούμι. Να βγεις πάνω και ν’ αρχίσεις να μιλάς, να θυμηθείς ότι είσαι άνθρωπος.
Στη βάρδια με άλλαζε πάντα ο Νίκος. Ερχότανε και μου χτυπούσε τον ώμο, γιατί όταν δούλευε η μηχανή ούτε τη φωνή σου δεν μπορούσες να ακούσεις. Και πάντα κρατούσε μια σακούλα πλαστική. Δυο μπουκάλια νερό και δυο καφέδες μέσα. Καθόμασταν μαζί για κάνα μισάωρο. Έκανε αυτός ένα τσιγάρο πριν πιάσει δουλειά, έπαιρνα εγώ λίγες ανάσες πριν σχολάσω. Τελειώναμε, του άφηνα το δεύτερο μπουκάλι κι έπαιρνα τα σκουπίδια στη σακούλα. Όχι ότι θα μας έλεγε κανένας τίποτα. Ποιος νοιάζεται για τα σκοτάδια. Τώρα τ’ αφήνω όλα εκεί, και, μόλο που είναι μόνο τα δικά μου, έχουν αρχίσει να γίνονται σωρός. Κι έτσι που τα κοιτάω, όλο μου ‘ρχεται να τους βάλω ένα φουρνέλο να τα τινάξω.
Λίγο πριν κοιμηθώ, σκέφτομαι αυτό συνέχεια. Στη σύραγγα μέσα, πίσω από το τρυπάνι, να ξεχνάνε να μ’ αλλάξουνε κι εγώ να δουλεύω και να σκάβω, κι όσο πιο βαθιά πάω, τόσο πιο πολλοί με ξεχνάνε. Κι εγώ σκάβω και πλημμυρίζω σίδερο.

απόσπασμα από το διήγημα Μεταποίηση του Δημοσθένη Παπαμάρκου από τη συλλογή διηγημάτων Μεταποίηση· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

...

Ελαφρύς κι υπνωτιστικός παλμός.

08η 06ου του σωτηρίου έτους 2016 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Μέρα με τη μέραΟ πατέρας του ήταν πενήντα χρονών αλλά έμοιαζε με εκατό.
Ποιος ξέρει τι σιωπή να επικρατεί στο κεφάλι του, σκέφτηκε ο Βιτόριο. Τι είδους σιωπή. Αν βουίζει, όπως συμβαίνει μερικές φορές, μπαίνει γεμίζοντας τ’ αυτιά σαν κέρινο βούλωμα, στην αρχή εισχωρεί απαλά σαν αέρινο πέπλο και μετά πυκνώνει, σφίγγει τις ίνες του και από δίχτυ μετατρέπεται σε πυκνό, συμπαγές κάλυμμα που πιέζει το τύμπανο κι εμποδίζει να περάσουν οι άλλοι θόρυβοι, τους καλύπτει με εκείνο το πυκνό σμήνος από σφήκες, με εκείνο το παθιασμένο, επίμονο τερέτισμα των γρύλων και των τζιτζικιών, με το οξύ και υστερικό τσιτσίρισμα του λαδιού που τηγανίζεται.
Μπορεί να είναι, όμως, μια υγρή σιωπή, από εκείνες τις μαύρες σιωπές που δημιουργούνται μέσα στο κεφάλι μας, ανάμεσα στα αυτιά, σε ένα ακαθόριστο σημείο στο κέντρο του εγκεφάλου, ένα μικροσκοπικό στίγμα, μια μικρή κηλίδα, ένα κενό που απλώνεται αργά αργά και στο μεταξύ απορροφά τα πάντα, τόνους, συχνότητες, δονήσεις, ηχοχρώματα, ψηλά και χαμηλά, λέξεις, ήχους, τα προσελκύει όλα και τα καταβροχθίζει σε μια μολυβένια δίνη, πυκνή, μουντή και σκιερή, μια μαύρη τρύπα που απλώνεται, γλιστρά μέχρι κάτω το λαιμό και τρώει την καρδιά, τα πνευμόνια, το έντερο και δεν βρίσκει πλέον άλλα όρια από το δέρμα, το άχρηστο δέρμα του σώματος.
Ή μάλλον όχι, είναι μια σταγόνα, μια σταγόνα που πέφτει και κατασταλάζει στην κορυφή του κρανίου, μέσα στο κεφάλι, σαν το νερό στο θόλο μιας σπηλιάς, φουσκώνει, κρέμεται, αποκολλιέται και κατακρημνίζεται με ταχύτητα κατά μήκος της ραχοκοκκαλιάς μέχρι που σκάει στο κάθισμα της πολυθρόνας, μέσα στο παντελόνι, σταθερή, ακριβής, συμπαγής, η μία σταγόνα μετά την άλλη, σαν διαπεραστικό καμπάνισμα που δεν λέει να σταματήσει, πάλλεται ελαφριά και υπνωτιστικά και στο μεταξύ συντονίζει πάνω του όλους τους θορύβους, τους αναμιγνύει και τους διαλύει, τους κάνει να γλιστράνε στο φόντο και τους αφανίζει, σαν ένα τρίγωνο σε συμφωνική ορχήστρα που επιμένει κι επιμένει κι επιμένει μέχρι που απομένει μόνο αυτό να αντηχεί με τη σταγόνα του.

του Κάρλο Λουκαρέλι από το Μέρα με τη μέρα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

...

Θα ήταν αλλιώς η ζωή τους.

08η 03ου του σωτηρίου έτους 2016 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

άντρας που πέφτειΤου αρέσει πια περισσότερο το φως των μεσημεριών παρά η νύχτα. Θυμάται μάλιστα τα λόγια ενός παλιού συναδέλφου για τη νύχτα: αχ, η νύχτα είναι ο μύθος των νιάτων μας. Την εποχή όμως που μοιράζονταν τέτοιες πάνσοφες κουβέντες, γύριζε από το μπαρ φασκιωμένος τη μυρωδιά του μπράντυ και του καπνού. Έδινε ένα φιλί στην Έλσα που την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, αφού ελάχιστες φορές είχε κατορθώσει να μείνει ξύπνια περιμένοντάς τον. Ύστερα έβγαινε για λίγο στο μπαλκόνι να ανασάνει το γαλάζιο αεράκι της πρώτης αυγής και επέστρεφε στο δωμάτιο για να κάνουν έρωτα με τον υπνοβατικό ρυθμό των νυσταγμένων σωμάτων. Τον ξυπνούσε η κλιμάκωση των χαδιών τους και όσο πλησίαζε ο οργασμός τους ένιωθε βασανιστικά το πραγματικό δέσιμό του με αυτή τη γυναίκα μαζί με τα αυλάκια του ιδρώτα και τη βαριά οσμή του σάλιου στο δέρμα της.
Όταν τελείωναν ακουμπούσε απαλά το χέρι στον κρόταφό της, όπως κάνει μια μητέρα για να καταλάβει τον πυρετό του παιδιού της. Ήταν μια χειρονομία που τον διαβεβαίωνε αόριστα για τις γαλήνιες πλευρές αυτού του κόσμου. Είχε ανάγκη να πιστεύει σε έναν χώρο ελεύθερο από τον κυνισμό αντρών που γερνάνε τυλίγοντας τον πόνο τους σε χωμάτινα μαθήματα μισανθρωπίας. Τους είχε βαρεθεί όλους αυτούς με τις χαμένες ψευδαισθήσεις και τα απροσδιόριστα πολεμικά τους αδραγαθήματα. Παλιές, στερημένες γενιές, έτοιμες να κακολογήσουν τα εγγόνια τους.
Με την Έλσα θα ήταν αλλιώς η ζωή τους. Το ‘ξερε απ’ την αρχή, δεν το έλεγε όμως σε κανέναν, και προπάντων όχι σε κάποιον από τους πελάτες. Δεν ήταν τρελός να παραδεχτεί ότι αγαπούσε τη γυναίκα του μπροστά σε δικηγόρους που έγραφαν θεατρικά έργα, σε ηθοποιούς με τέσσερις γάμους και κατασκαμμένους από τη θλίψη συνταξιούχους δημοσιογράφους. Μα, τη σύζυγο βρήκες κι εσύ, καημένε, να ερωτευτείς, θα απορούσαν και αμέσως θα άρχιζαν να γνέφουν ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας πως δεν τους βλέπει ο χαζός.
Δεν τους είπε τίποτα λοιπόν. Κράτησε τον έρωτά του για την Έλσα έξω από τα ανέκδοτα, τις αναμνήσεις και τους αλκοολικούς εκστασιασμούς. Τη διαφύλαξε μακριά από τις καμπαρντίνες και τα κόκκινα πλεχτά κασκόλ των ηρώων της νύχτας του.
Και τελικά, αυτό το μικρόσωμο κορίτσι από τα Ψαχνά Ευβοίας θα γινόταν ο κόσμος των απογευμάτων του, θα γινόταν μια ζωή που θα τη ζούσε σε έναν ακριβό ενδιάμεσο χρόνο: ανάμεσα στους κωματώδεις πρωινούς του ύπνους και στις νύχτες της δουλειάς.

απόσπασμα από το διήγημα η εκκρεμότητα είναι εκκρεμότητα του Νικόλα Σεβαστάκη από τον Άντρα που πέφτει· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

...

Τα πόδια της σε ξένη γη

04η 17ου του σωτηρίου έτους 2016 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφουΣτα χρόνια που ακολούθησαν: φωνές-τζιτζίκια-βήματα-σαγιονάρες-γέλια-παφλασμοί-τρεχάλα του καλοκαιριού-μπάλα του μπάσκετ ν’ αναπηδά στο τσιμέντο. Οι Ντέγιαν κι οι Ζλάτκο κι οι Γκόραν να παίζουν με τα παιδιά τους μπάσκετ σχεδόν σα να χορεύουν μπαλέτο κι οι ντόπιοι κι οι ντόπιες να χάνουν ανάσες και καρδιοχτύπια. Τα παιδιά των ντόπιων θυμούνταν να κοκορευτούν ότι τάχα ήξεραν να παίζουν μόνο σαν έφευγαν οι ξένοι το φθινόπωρο. Στα φθινοπωρινά τσιμέντα μαζί με τη βροχή λιμνούλες η νοσταλγία για τα καρφώματα του Ντράγκαν και τα τρίποντα του Ζέλικο και τα μπαίσματα του Γεβγκένι. Λες και ξέμεναν οι σκιές τους στους δρόμους του Νιόφυτου ν’ αλωνίζουν καταχείμωνο. Εκείνες οι φωνές τους κι ο βαθύς τρόπος τους με τα σύμφωνα. Τα λιγωμένα πρόσωπα των κοριτσιών όπως έβλεπαν να πηγαίνουν όλοι οι Ιτς ―Γκαβρίλοβιτς και Ιβάνοβιτς και Στεφάνοβιτς και Ζόριτς― για μπάνιο. Μέχρι να ξεθυμάνει η μυρωδιά τους μαζί με τη μυρωδιά απ’ τα καλαμαράκια και το ούζο ξανάρχονταν με το καλοκαίρι, με σάρκα και οστά και με τη μυρωδιά του ιδρώτα τους και τις χορευτικές τους κινήσεις, ζωή ακαταμάχητη. Κάποιοι έγιναν σωστοί συγχωριανοί καλοκαιρίσιοι. Για όσους δεν ήρθαν ξανά, ήρθαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι ανακατεύονταν οι γιουγκοσλάβικοι ιδρώτες στη θάλασσα με ιδρώτες αγγλικούς και γερμανικούς. Ο ξανθός κόσμος. Ο Ματθαίος στην είσοδο του παντοπωλείου, που μέσα σε δύο χρόνια μετατράπηκε σε σουπερμάρκετ με τη σχετική ταμπέλα απέξω και σωσίβια, μπρατσάκια και στρώματα θαλάσσης με ζωγραφιές κρεμασμένα στην είσοδο, ανάσαινε το μείγμα τους και το βάφτιζε καλοκαίρι. Μια αγγλίδα τού άλλαξε το όνομα σε Μάθιου. Τον φώναζε σερ Μάθιου και γελούσε ρυάκια κρύα κατευθείαν απ’ το βουνό. Όλη φακίδες, απ’ τη μύτη ως το ντεκολτέ, και στο μουνί της πάλι φακίδες θά ‘χε· το ήξερε η Μάγκι πως ο σερ Μάθιου αυτό σκεφτόταν. Κι η ροζ αγγλική γλωσσίτσα της να ξεπροβάλλει απ’ το στόμα της ατάραχη να γλείψει το παγωτό της. Κι αυτός να σκέφτεται ότι η γυναίκα του, μικροπαντρεμένη μ’ αυτόν το γέρο που ο Ματθαίος έβλεπε στον καθρέφτη του κάθε πρωί, δεν είχε φορέσει ποτέ της σορτσάκια και δεν είχε μοστράρει τα άλλοτε ωραία πόδια της σε ξένη γη. Δεν υπήρχε σε καμιά χώρα ένας ξεμωραμένος γέρος να τα βλέπει αστραπές να διασχίζουν τα αλτσχάιμερ, τα πάρκινσον, τους καρκίνους, τις αρθρίτιδες για να τον επαναφέρουν για λίγο σ’ ένα νησάκι-μπάλωμα της νεότητάς του. Το συρτάρι του μαγαζιού γεμάτο δραχμές και η καρδιά του άδεια από μέρη να θυμηθεί. Να θυμηθεί τι; Στον ύπνο του μόνο πού και πού άνοιγε ακόμα η γη το στόμα της και κατάπινε τον κόσμο. Σα ν’ άνοιγε άνθρωπος το στόμα του και να κατάπινε το δέρμα του το ίδιο.

της Μαρίας Ξυλούρη από τη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης.

...

Αν θυμώνει, αν φοβάται, αν πεινάει.

10η 11ου του σωτηρίου έτους 2015 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Πήγαινα, που λες, στο καφενείο τις Κυριακές και καθόμασταν, και μη σου πω ψέματα, κουβέντες πολλές δεν κάναμε. Γω μίλαγα δηλαδής κι αυτός μόνο που ‘ταν εκεί και έπινε και κάπνιζε. Τι τον ρώταγα, αν είχε κάνει οικογένεια, τι τα ‘κανε τα λιεφτά που μάζευε, άμα είχε δει κι άλλα μέρη στην Αμερική. Τίποτες. Μου ‘χε κάνει μεγάλη εντύπωση, γιατί ειδικά στην αρχή που ‘μουνα φρέσκος όλο για το χωριό μίλαγα, πώς μου λείπει το ‘να, πώς μου λείπει τ’ άλλο. Αυτός μια φορά δεν είπε, έτσ’ σαν άνθρωπος, α ρε, κι εγώ πολύ θα το ‘κανα κέφι να ‘χα αυτό απ’ την πατρίδα. Και σ’ Εγγλιέζο για να καταλάβεις να τα ‘λεγα, κάποια στιγμή θα ‘λεε κάτ’, ωραίο το χωριό σ’ έτσ’ όπως τ’ ακούω, κι εγώ θα ‘θελα να ‘βλεπα τη θάλασσα στη Βληχάδα που λες ότι είναι τόσο ωραία. Ο Αργύρης σαν τον μουγκό. Κι όχι ότι έδινε κάνα άλλο σημάδι να καταλάβω να πω ότι κάτι του ‘καναν όλα αυτά. Όχι, τίποτες. Σαν το ψάρι κοίταε, που δεν ξέρεις αν θυμώνει, αν φοβάται, αν πεινάει όπως τ’ άλλα τα ζωντανά. Ε, λοιπόν, σ’ το λέω, απ’ όλα σε αυτόν τον άνθρωπο αυτό ήταν το πιο τρομαχτικό. Στ’ αλήθεια μ’ έκανε να φοβάμαι, να ριγάει η ραχοκοκαλιά μ’, πώς το λένε. Αυτό που τόσα χρόνια στην ξενιτιά τη βαθιά την πατρίδα τ’ μια φορά δεν τη ζήλεψε. Μια φορά ν’ αναστενάξει που άκουσε να του λένε για κει που γεννήθκε, που άκουσε ένα τραγούδ’ που ‘χε χορέψει στη χαρά τ’. Τίποτες. Πιο μαύρο πράμα απ’ αυτό δεν έχω ματαπαντήσει. Να μη φοβάσαι ούτε έτσ’ δα λίγο την εξορία.

του Δημοσθένη Παπαμάρκου από το Γκιακ· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις αντίποδες.

...

Ξύλινα σκαλοπάτια

08η 31ου του σωτηρίου έτους 2015 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Έκανε κρύο στην αυλή της φυλακής. Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν μέσα στην απόλυτη άπνοια σαν χιλιάδες αλπινιστές αλεξιπτωτιστές που έπαιρναν μέρος σε μια τεράστια εισβολή στη Σοβιετική Ένωση από τον αέρα. Κάλυψαν σιωπηλά τις κρεμάλες και μετέτρεψαν το απλό γκρίζο γεωμετρικό σχήμα τους σε κάτι σχεδόν καλοκάγαθο, σαν λευκό μάλλινο ύφασμα στη χριστουγεννιάτικη φάτνη μιας ήσυχης επαρχιακής εκκλησίας ή μια στρώση σαντιγί σε μια τούρτα μπλακ φόρεστ. Οι δυο θηλιές που κρέμονταν από το παγωμένο σαν ζαχαρωτό δοκάρι θα μπορούσαν να είναι διακοσμητικό στοιχείο ενώ, από κάτω, τα λίγα ξύλινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο θάνατο έμοιαζαν να έχουν φτιαχτεί πονόψυχα για ένα παιδάκι που δεν έφτανε να πλύνει τα χέρια του στο νιπτήρα.
Παρά το γεγονός που επρόκειτο να ακολουθήσει, ήταν δύσκολο να μη σκεφτείς τα παιδιά. Η φυλακή ήταν τριγυρισμένη από ρωσικά σχολεία ―ένα στη Φελντ, ένα στην Κίεβ και ένα στην Κράσνι Στράσε― και όπως πάρκαρα το αμάξι απέξω τα παιδιά έπαιζαν χιονοπόλεμο και τα γέλια τους γέμιζαν τον παγωμένο αέρα σαν φωνές αποδημητικών πουλιών. Στους δύο που περίμεναν να εκτελεστούν θα πρέπει να προκάλεσε επώδυνες αναμνήσεις πιο ευτυχισμένων στιγμών. Ακόμη και εγώ το βρήκα καταθλιπτικό και μου θύμισε τον άνθρωπο που ήμουν κάποτε και δεν θα γινόμουν ποτέ ξανά.

του Philip Kerr από τον Άνθρωπο χωρίς ανάσα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

...