παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Αρχείο για ‘βιβλιόφωνο’ Category

Καρκινικές μάζες, ηχογραφημένες στην άλλη άκρη του κόσμου

04η 21ου του σωτηρίου έτους 2017 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Ο Γκορμπατσόφ ήρθε στην εξουσία τη χρονιά που η Γκαλίνα άρχιζε τα μαθήματα μπαλέτου, κι έφερε μαζί του την γκλάσνοστ, την περεστρόικα και την ντεμοκρατιζάτσιγια. Οι μανάδες μας ψιθύριζαν λίγο πιο δυνατά, κι εμείς, καθώς περνούσαμε από την πρώιμη στην ώριμη εφηβεία, βρίσκαμε τη φωνή μας. Σιγά σιγά αποκτήσαμε τη σύνεση να είμαστε επιφυλακτικές· ο κομματάρχης της πόλης μας ήταν όσο σκληρός και ο διοικητής του στρατοπέδου, κι όπως ακριβώς οι καινούργιες ποπ επιτυχίες, έτσι και οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις έφταναν σε μας πολύ αργότερα από τη στιγμή που διακηρύσσονταν στη Μόσχα. Το χειμώνα, όταν ο ήλιος χανόταν κάτω από την τρίμηνη νύχτα, μαζευόμασταν σε πάρκα και αλάνες, κάτω απ’ τα σκουριασμένα μεταλλικά κλαδιά του Λευκού Δρυμού, ζεσταινόμασταν σε εγκαταλειμμένες πολυκατοικίες και καφετέριες περνώντας η μία στην άλλη κουρελιασμένες σαμιζντάτ σελίδες του Σολζενίτσιν και του Μπρόντσκι, χορεύαμε με το δίσκο των Κουίν που είχε φέρει απ’ την Ευρώπη ένας δάσκαλος βιολιού, δεύτερος ξάδερφος κάποιου απ’ την παρέα, και φορούσαμε μαυραγορίτικα Levi’s που σε όλες μας έδειχναν καλύτερα απ’ όσο μας πήγαιναν. Ανταλλάσσαμε παλιά ριόμπρα ―πλευρικοί δίσκοι, οστική μουσική, σκελετικά τραγούδια―, δηλαδή, απαγορευμένη ροκ του 50 και του 60 που γραφόταν από φωνόγραφο πάνω σε εκτεθειμένες ακτινογραφίες και παιζόταν σε πολύ χαμηλή ένταση. Ραδιογραφίες σπασμένων πλευρών, εξαρθρωμένων ώμων, κακοήθων όγκων, συμπιεσμένων σπονδύλων κόβονταν σε όχι και τόσο τέλειους κύκλους, η μουσική εντυπωνόταν στην ακτινογραφική επιφάνεια, η κεντρική τρύπα ανοιγόταν με την κάφτρα ενός τσιγάρου, κι ήταν καταπληκτικό να ξέρεις ότι αυτές οι εικόνες ανθρώπινου πόνου μπορούσε να κρύβουν στ’ αυλάκια τους έναν ήχο τόσο καθαρό και χαρούμενο όσο η φωνή του Μπράιαν Ουίλσον. Οι γονείς μας έλεγαν αυτή τη μουσική «καπιταλιστικό μίασμα», λες και οι καρκινικές μάζες στις ακτινογραφίες είχαν προκληθεί από ένα τραγούδι ηχογραφημένο στην άλλη άκρη του κόσμου και όχι από τη μόλυνση που έβγαινε απ’ τις υψικαμίνους έξω απ’ τα παράθυρά μας, δωρεάν για όλους.
Τα καλοκαίρια, η καταστροφή της γης διαπότιζε τα σύννεφα. Κίτρινη ομίχλη σαβάνωνε την πόλη σαν βερνίκι εκτεθειμένο στον αέρα. Διοξείδιο του θείου υψωνόταν απ’ τους Δώδεκα Αποστόλους, και τα δώδεκα καμίνια σχημάτιζαν κύκλο γύρω από μια λίμνη βιομηχανικών αποβλήτων. Η βροχή έκαιγε το δέρμα μας. Η ρύπανση στερεοποιούνταν σε κάτι σαν πηχτή οροφή που δεν άφηνε να περάσει το φως των αστεριών. Το φεγγάρι ανήκε πια στο παρελθόν για το οποίο μας μιλούσαν οι γιαγιάδες μας. Εμείς αξιοποιούσαμε το καλοκαίρι όπως μπορούσαμε: μέρες χωρίς σχολείο, νύχτες χωρίς σκοτάδι. Πρώτα ραντεβουδάκια, πρώτα φιλιά, πρωινά μπιμπίκια στον καθρέφτη, τρίχες εκεί που δεν τις θέλαμε. Αναλογιζόμασταν την ακτινογραφία ενός καρκίνου στον πνεύμονα που ήταν το άλμπουμ Surfin’ Safari, στοχαζόμασταν για τους τρόπους που έχει ένα σώμα να προδώσει την ψυχή του, κι αναρωτιόμασταν μήπως και η ενηλικίωση ήταν κάτι παθολογικό. Ερωτευόμασταν και ξε-ερωτευόμασταν με πυρετώδη συχνότητα. Γινόμασταν σταθερά ο άνθρωπος που αργότερα θα μετανιώναμε ότι είχαμε γίνει.

του Anthony Marra από τον Τσάρο της Αγάπης και της Τέκνο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

...

Αδέξιες μα αξιόλογες

04η 12ου του σωτηρίου έτους 2017 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Εκείνος με τη σειρά του, έφερε στην Οξφόρδη μια συλλογή από δίσκους που ήθελε να την κάνει να τους αγαπήσει. Κάθισε εντελώς ακίνητη και άκουσε υπομονετικά, με κλειστά μάτια και υπερβολική συγκέντρωση, τον Τσακ Μπέρι. Εκείνος πίστευε ότι δεν θα της άρεσε το «Roll over Beethoven», μα εκείνη το βρήκε ξεκαρδιστικό. Της έπαιξε τις «αδέξιες μα αξιόλογες» διασκευές των τραγουδιών του Τσακ Μπέρι από τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς. Προσπάθησε να πει κάτι επαινετικό για όλα, μα χρησιμοποιούσε λέξεις όπως ζωηρό, εύθυμο ή εγκάρδιο, και ο Έντουαρντ κατάλαβε ότι προσπαθούσε απλώς να φανεί ευγενική. Όταν της είπε ότι δεν «έπιανε» πραγματικά το ροκ εντ ρολ, κι ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει να προσπαθεί, παραδέχτηκε ότι αυτό που δεν άντεχε ήταν τα ντραμς. Όταν οι μελωδίες ήταν τόσο στοιχειώδεις, κυρίως σε απλό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων, προς τι αυτός ο ανηλεής πάταγος, κρότος και ορυμαγδός προκειμένου να κρατηθεί το τέμπο; Ποιος ήταν ο λόγος, τη στιγμή που υπήρχε ήδη μια ρυθμική κιθάρα και συχνά πιάνο; Εάν οι μουσικοί είχαν ανάγκη να ακούν το ρυθμό, γιατί δεν έπαιρναν ένα μετρονόμο; Τι θα γινόταν εάν το Κουαρτέτο Ένισμορ έπαιρνε έναν ντράμερ; Τη φίλησε και της είπε ότι πρέπει να ήταν το πιο παρωχυμένο άτομο σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό.
«Όμως μ’ αγαπάς», του είπε.
«Γι’ αυτό σ’ αγαπώ».

του Ίαν ΜακΓιούαν από το Στην Ακτή· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

...

Χώρος για όλες αυτές τις αναμνήσεις

03η 11ου του σωτηρίου έτους 2017 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

«Αυτή τη φορά δεν έχει επιστροφή» σκεφτόταν ο Σαν Βισέντε. «Τώρα θα με στείλουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Κούβα» έλεγε με το νου του. Και αυτό σήμαινε ότι θα άλλαζε η μία φυλακή με μία άλλη φυλακή, σίγουρα δίχως την ομορφιά της θαλασσινής αύρας να περνάει από τα κάγκελα. «Άλλη φυλακή;» αναρωτιόταν ενώ τη φανταζόταν. «Θα είναι η έκτη. Ή μήπως η έβδομη;» Και θυμόταν μία μία τις φυλακές μετρώντας με τα δάχτυλα, μιας και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Μετρούσε μονάχα τις κανονικές φυλακές, όπου είχε μείνει περισσότερο από μία εβδομάδα, όχι τις προσωρινές κρατήσεις σε στρατόπεδα ή σε αστυνομικά τμήματα. «Οι ιδέες δεν φυλακίζονται» έλεγε μέσα του και μετά χαμογελούσε με πονηριά και πρόσθετε: «Εγώ όμως φυλακίζομαι». Το Μεξικό είχε τελειώσει πια και εκείνος σιωπηρά έφτιαχνε ένα είδος αποχαιρετισμού, κάνοντας βόλτες στο κελί, έξι βήματα επί έξι βήματα και ακουμπούσε τους, ένα αντίο στη χώρα όπου είχε περάσει σχεδόν τρία χρόνια. «Μπορείς να πεις αντίο σε χώρες, όχι όμως στις ιδέες». Χαμογελούσε πάλι απολαμβάνοντας αυτό το προσωπικό του καλαμπούρι, φτιαγμένο ειδικά για το μονόλογό του. Άραγε έπρεπε να κάνει έναν απολογισμό εκείνων των σχεδόν τριών χρόνων ή αρκούσε να φύγει και να φυλάξει αυτές τις αναμνήσεις μαζί με άλλες αναμνήσεις παλαιότερες; Πού να τοποθετήσει εκείνο το ζωμό κότας που ήπιε ένα ξημέρωμα ή την επίθεση του ιππικού που αποκρούστηκε με τις πέτρες από τους υφαντουργούς του Τισαπάν; Και πού να βάλει τα σπαθιά που έβγαζαν σπίθες στον ήλιο της αυγής, τα ακίνητα πρόσωπα, τα μάτια καρφωμένα στα πέταλα των αλόγων, το πλήθος που τους περίμενε με την πέτρα στο χέρι; Τι να κάνει με την ελιά εκείνης της κοπέλας, της Ελένα, την ελιά κάτω από το αριστερό στήθος που χαλούσε τη γυναικεία συμμετρία και τον αποτρέλαινε; Πού να φυλάξει έναν εφιάλτη που τον είχε ξυπνήσει στα μισά της νύχτας, μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν ήταν εφιάλτης, ότι το όνειρο συνεχιζόταν στον ξύπνιο του; Πού να φυλάξει το τελευταίο τσιγάρο που κάπνισε με τον Φίλλιπς ή τη ματ λάμψη του μαύρου καπέλου στέτσον που του είχαν χαρίσει οι ράφτρες του Παλάσιο δε Ιέρο; Πώς να κάνει τις φράσεις του Μαλατέστα να ακούγονται τόσο μουσικές όπως εκείνη τη βραδιά γύρω από τη φωτιά, κουβεντιάζοντας με τους αγρότες του Ακολμάν, που έδειχναν να είναι οι ιδανικοί αποδέκτες της σκέψης του Ιταλού; Θα έπρεπε να υπάρχει κάπου χώρος για όλες αυτές τις αναμνήσεις, ένα σημειωματάριο, ένα βιβλίο με λευκές σελίδες, ένα ενυδρείο, μια τσέπη ενός γιλέκου.
«Ένα χαρτόκουτο για να φυλάς τους αποχαιρετισμούς» έλεγε κάνοντας τα έξι βήματα από τη μία άκρη στην άλλη του κελιού του, ενώ μεγαλοφώνως και χωρίς να σκέφτεται, απάγγελνε το μονόλογο του Σεγισμούντο, που τον είχε μάθει τυχαία όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ήθελε να τον ξεχάσει: «Ονειρεύομαι πως είμαι εδώ / μέσα στη φυλακή κλεισμένος / Και ονειρεύτηκα πως ήμουν αλλιώς και πιο ευτυχισμένος / Τι είναι η ζωή; Ένα παραλήρημα…»

του Paco Ignacio Taibo II από τον Περαστικό· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

...

Πόσο πολύ σαν το ποτάμι

02η 05ου του σωτηρίου έτους 2017 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Εκείνη τη χρονιά δεν έγινε σμπορ. Έγιναν μόνο δυο κηδείες. Ντύσαμε την Ελίτσα με το νυφικό της φόρεμα και ξαπλώσαμε το όμορφο κορμί της μέσα σε ένα απαίσιο φέρετρο. Τα ασημένια σκουλαρίκια δεν ήταν δίπλα της. Το χωριό μαζεύτηκε στη δική μας πλευρά του ποταμού. Στην άλλη μεριά, στο άλλο χωριό, έθαβαν το αγόρι τους. Μπορούσα να διακρίνω τον τάφο που είχαν σκάψει και το χώμα ήταν το ίδιο και το βάθος ήταν το ίδιο. Στη δική μας μεριά ήταν τρεις παπάδες, γιατί η γιαγιά δεν ανεχόταν με τίποτα την αθεΐα των κομμουνιστών. Όλοι κρατούσαμε ένα κερί και οι άνθρωποι απέναντι κρατούσαν επίσης κεριά, κι οι όχθες ζωντάνευαν από τις φωτιές ―δυο φλεγόμενα χέρια που δεν μπορούσαν να συναντηθούν. Ανάμεσά τους ήταν το ποτάμι.
Ο πρώτος παπάς άρχισε να ψέλνει και οι δυο μεριές άκουγαν. Τα μάτια μου ήταν στην Ελίτσα. Δεν μπορούσα να την αφήσω να φύγει και τα πάντα ήταν θολά στο μυαλό μου. «Γενεά πορεύεται», μου φαίνεται πως έψελνε ο παπάς, «και γενεά έρχεται, και η γη εις τον αιώνα έστηκε. Και ανατέλλει ο ήλιος και δύνει ο ήλιος. Αυτός ανατέλλων εκεί πορεύεται προς δυσμάς, προς τη Σερβία. Και πάντες οι χείμαρροι πορεύονται μακριά, ανατολικά της Δύσης. Τι το γεγονός; Αυτό το γενησόμενον. Και το πεποιημένον. Αυτό το ποιηθησόμενο. Και ουκ έστιν παν πρόσφατον υπό τον ήλιον».
Η φωνή του παπά έσβησε και τότε ένας άλλος παπάς στην άλλη μεριά άρχισε να ψέλνει. Οι λέξεις σωριάστηκαν πάνω στην καρδιά μου σαν πέτρες και σκεφτόμουν πόσο πολύ θα ήθελα να είμαι σαν το ποτάμι, που δεν είχε μνήμη, και πόσο λίγο σαν τη γη, που δεν μπορούσε ποτέ να ξεχάσει.

του Μιροσλάβ Πένκοφ, από το Ανατολικά της Δύσης· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

...

Μία ώρα νωρίτερα

12η 13ου του σωτηρίου έτους 2016 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

Η Κριστίν είχε επιστρέψει στο Όσλο λίγα χρόνια αργότερα. Από φίλους ο Χάρι είχε ακούσει πως είχε μαζί της ένα κορίτσι δύο χρονών, αλλά ο Άγγλος είχε μείνει στο Λονδίνο. Ένα βράδυ την είχε δει στο Sardines. Όταν πλησίασε, είδε πόσο είχε αλλάξει. Το δέρμα της ήταν χλωμό και τα μαλλιά της κρέμονταν άτονα γύρω από το πρόσωπό της. Όταν τον είδε, το πρόσωπό της συσπάστηκε και σχηματίστηκε κάτι σαν φοβισμένο χαμόγελο. Χαιρέτησε τον Χιάρταν, έναν «φίλο μουσικό» τον οποίο ο Χάρι αναγνώρισε. Μιλούσε γρήγορα και νευρικά για ασήμαντα πράγματα, χωρίς να αφήνει τον Χάρι να κάνει τις ερωτήσεις που ήξερε πως ήθελε να κάνει. Μίλησε για τα μελλοντικά της σχέδια αλλά τα μάτια της δεν είχαν σπίθα και οι ζωηρές χειρονομίες της, τις οποίες εκείνος θυμόταν, είχαν αντικατασταθεί από νωθρές, άψυχες κινήσεις.
Σε κάποιο σημείο, ο Χάρι νόμισε ότι εκείνη έκλαιγε, αλλά ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένος για να μπορεί να το πει με βεβαιότητα.
Ο Χιάρταν έφυγε, ξαναγύρισε, της ψιθύρισε κάτι στο αυτί και ελευθερώθηκε από το αγκάλιασμά της με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο προς τον Χάρι. Ύστερα έφυγαν όλοι, και ο Χάρι και η Κριστίν έμειναν καθισμένοι στον άδειο χώρο ανάμεσα σε αποτσίγαρα και σπασμένα μπουκάλια, μέχρι που τους πέταξαν έξω. Δεν είναι εύκολο να πει κανείς ποιος στήριζε ποιον για να βγουν από την πόρτα και ποιος είχε προτείνει ένα ξενοδοχείο, όμως, εν πάση περιπτώσει, κατέληξαν στο Savoy, όπου με συνοπτικές διαδικασίες άδειασαν το μίνι μπαρ και σκαρφάλωσαν στο κρεβάτι. Ο Χάρι έκανε μια φιλότιμη αλλά αποτυχημένη προσπάθεια να μπει μέσα της, όμως ήταν πολύ αργά. Φυσικά ήταν πολύ αργά. Η Κριστίν έκρυψε το κεφάλι της στο μαξιλάρι και έκλαψε. Ο Χάρι έφυγε στις μύτες των ποδιών όταν ξύπνησε, πήρε ένα ταξί και πήγε στο Postkafé, το οποίο άνοιγε μία ώρα νωρίτερα από τις άλλες χαβούζες. Κάθισε εκεί και συλλογιζόταν πόσο αργά ήταν.

του Jo Nesbo, από τη Νυχτερίδα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

...

Αναγνώσεις μικρού μήκους στο βιβλιοκαφέ Έναστρον

11η 09ου του σωτηρίου έτους 2016 · Στην κατηγορία βιβλιόφωνο

KerouacΑισθησιακές ιστορίες και κατά λάθος δολοφόνοι, Νέες Τάξεις Πραγμάτων, μονομαχίες, ο Κάφκα, ένας εξωγήινος κι άλλα σύντομα διηγήματα σας περιμένουν τη Δευτέρα 14.11 στις 8 μμ στο βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101, Αθήνα).

Επτά νέοι συγγραφείς στα πρώτα τους βήματα διαβάζουν κείμενά τους και μας καλούν να τους ακούσουμε. Συμμετέχουν: Χρήστος Δεμέτης, Νίκος Ηλιάδης, Γιώργος Καρακασίδης, Βασιλική Μαλέκα, Κώστας Μεγγησίδης, Νάνσυ Σιδέρη, Χριστίνα Σπηλιοπούλου.

Οικοδεσπότης ο συγγραφέας Βαγγέλης Μπέκας.

...