Ναι, αλλά μπορούμε να ξεχνάμε κατά βούληση; Στο Περί ρήτορος, ο Κικέρων αφηγείται την ιστορία του Θεμιστοκλή, ενός Αθηναίου απαράμιλλης σοφίας στον καιρό του. Έλεγαν πως ο Θεμιστοκλής είχε δεχτεί κάποτε την επίσκεψη ενός άνδρα καλλιεργημένου και επιτυχημένου, ο οποίος, αφού του επιδαψίλευσε ένα σωρό κολακείες, προσφέρθηκε να του μάθει την επιστήμη της μνημοτεχνικής. Ο Θεμιστοκλής, περίεργος, τον ρώτησε τι μπορούσε να επιτύχει εκείνη η νέα επιστήμη για την οποία μόλις άρχιζε να γίνεται λόγος, κι ο επισκέπτης τον διαβεβαίωσε καμαρωτά ότι η μνημοτεχνική θα του επέτρεπε να θυμάται τα πάντα. Απογοητευμένος, ο Θεμιστοκλής απάντησε στον επισκέπτη ότι η πραγματική χάρη δε θα ‘ταν να του μάθει να θυμάται τα πάντα, αλλά να ξεχνάει ό,τι θέλει. Εγώ μπορώ να σκέφτομαι γεγονότα της ζωής μου (ό,τι είδα, ό,τι άκουσα, ό,τι αποφάσισα κάποια στιγμή) χωρίς τα οποία θα ‘μουν καλύτερα γιατί όχι μόνο δεν είναι χρήσιμα αλλά και, αντιθέτως, γίνονται ενοχλητικά, ντροπιαστικά ή οδυνηρά, αλλά ξέρω πως η εθελοντική τους λήθη δεν είναι δυνατή, πως θα συνεχίσουν να συνωστίζονται στη μνήμη μου· δεν αποκλείεται να μ’ αφήσουν ήσυχο για κάποιο διάστημα, μικρό ή μεγάλο, σαν ζώα σε χειμερία νάρκη, αλλά μια μέρα θα δω κάτι ή θ’ ακούσω κάτι ή θα πάρω μιαν απόφαση που θα τα κάνει να ξεπροβάλουν το κεφάλι· οι ενοχές ή απλώς ανησυχητικές αναμνήσεις επιστρέφουν στη μνήμη μας σε στιγμές απρόβλεπτες, και τότε συμβαίνει κάτι σαν μυϊκή αντίδραση ―ένα αντανακλαστικό του σώματός μας― που συνοδεύει πάντα αυτές τις αναδρομές· άλλοι βουλιάζουν το κεφάλι τους ανάμεσα στους ώμους όπως κάνουμε όταν κάποιος μας πετάει κάτι, άλλοι χτυπούν το γραφείο ή το ταμπλό του αυτοκινήτου τους λες και η απότομη κίνηση θα τρομάξει τις ανεπιθύμητες αναμνήσεις, κι άλλοι κάνουν ένα μορφασμό που τους προδίδει, κλείνοντας τα μάτια, πιέζοντας τα σαγόνια με το στόμα ανοιχτό και δείχνοντας τα δόντια, κι αν τους βλέπαμε από μια μεριά, θα μπορούσαμε και να φτάσουμε στο σημείο ν’ αναγνωρίσουμε εκείνες τις στιγμές. Να το, θα λέγαμε· μόλις θυμήθηκε κάτι άβολο, ή ανησυχητικό, ή ένοχο. Όχι· δεν ελέγχεται η λήθη, δε μάθαμε ποτέ να το κάνουμε, αν και το μυαλό μας θα λειτουργούσε καλύτερα αν μπορούσαμε, αν καταφέρναμε να ελέγξουμε τον τρόπο με τον οποίο το παρελθόν παρεισφρύει στο παρόν.

του Juan Gabriel Vásquez από τη Μορφή των Λειψάνων· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *