παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Θά ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρά μου.

16η 05ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

skiaΘα μ’ άρεσε νά ‘χα ταξιδέψει σε όλα τα καράβια που φόρτωσα, σε όλα τα καράβια μ’ όλους εκείνους τους επιβάτες που βοήθησα ν’ αποβιβαστούν, κουβαλώντας βαλίτσες γεμάτες πολύχρωμες ετικέτες ξενοδοχείων, τελωνείων, σιδηροδρομικών γραμμών. Θα μ’ άρεσε νά ‘χα ανέβει σ’ αυτούς τους άσπρους όγκους που λαμποκοπάνε στον ήλιο και νά ‘χα φύγει.

Εγώ δεν είμαι από ‘δώ. Δεν είμαι απ’ αυτή τη γη όπου γεννήθηκα· και στη ζωή μαθαίνεις, μαθαίνει αυτός που θέλει να μάθει, ότι κανένας δεν είναι από κει που γεννήθηκε, από κει που τον μεγάλωσαν. Ότι κανένας δεν είναι από πουθενά. Μερικοί προσπαθούν να συντηρήσουν τις αυταπάτες και δημιουργούν νοσταλγίες, ιδιοκτησίες, ύμνους και σημαίες. Ανήκουμε όλοι στους τόπους που δεν γνωρίσαμε. Αν υπάρχει νοσταλγία, είναι για τα πράγματα που ποτέ δεν είδαμε, για τις γυναίκες που μαζί τους δεν κοιμηθήκαμε κι ούτε ονειρευτήκαμε και για τους φίλους που δεν αποκτήσαμε ακόμα, τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, τα φαγητά που αχνίζουν στη χύτρα κι ακόμα δεν τα δοκιμάσαμε. Αυτή είναι η αληθινή νοσταλγία, η μοναδική.

Και μαθαίνεις ακόμα πως κάποια στιγμή ο δρόμος στράβωσε, και πως τρα πράγματα δεν θά ‘πρεπε νά ‘ναι έτσι. Κανένας δεν θά ‘πρεπε να τρώει ρύζι με μαμούνια και μισοσαπισμένο καλαμπόκι στις περιοχές με τα διυλιστήρια, πληρώνοντας τρεις φορές πάνω την τιμή τους γιατί τα μαγαζιά τα διαχειρίζονται οι εταιρείες· κανένας δεν θά ‘πρεπε να παλεύει μες στη βροχή για να κλείσει τις βαλβίδες στο φρέαρ επτά· να τσαλαβουτάει στη λάσπη της ζούγκλας με τους αγωγούς, ν’ ανατινάζει με δυναμίτη, να κοιμάται στο υγρό έδαφος, να του βγαίνει η ψυχή την ώρα που ο εργοδηγός τρώει ζαμπόν και βούτυρο από δυο κονσέρβες που εμείς τις μεταφέραμε ως εκεί· και το αφεντικό, ακόμα πιο μακριά από μας, να κοιμάται σε κρεβάτι δίχως να μας ξέρει, δίχως ν’ αναγνωρίζει πως από μας πηγάζει όλη του η ευημερία κι η εξουσία, δίχως να μαντεύει πως εμείς είμαστε τα μυρμήγκια που σπρώχνουν με τους ώμους τους την άνοδο των μετοχών του στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Γι’ αυτό δεν θέλω ν’ ανέβω σ’ αυτά τα άσπρα, τ’ αστραφτερά καράβια, γιατί θά ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρά μου δουλεύοντας έντεκα ώρες τη μέρα καμαρότος, γυαλίζοντας στις σκάλες τις στιλπνές μπρούντζινες κουπαστές, ιδρώνοντας στις κουζίνες μες στους ατμούς. Γι’ αυτό τα καράβια είναι μακριά, κι εγώ τα βλέπω να έρχονται και να φεύγουν απ’ όλα τα λιμάνια, απ’ όλα τα όνειρα, απ’ όλες τις νοσταλγίες.

του Paco Ignacio Taibo II από τη Σκιά της Σκιάς· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Έχεις κάτι να πεις;