παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Ελαφρύς κι υπνωτιστικός παλμός.

06η 08ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

Μέρα με τη μέραΟ πατέρας του ήταν πενήντα χρονών αλλά έμοιαζε με εκατό.
Ποιος ξέρει τι σιωπή να επικρατεί στο κεφάλι του, σκέφτηκε ο Βιτόριο. Τι είδους σιωπή. Αν βουίζει, όπως συμβαίνει μερικές φορές, μπαίνει γεμίζοντας τ’ αυτιά σαν κέρινο βούλωμα, στην αρχή εισχωρεί απαλά σαν αέρινο πέπλο και μετά πυκνώνει, σφίγγει τις ίνες του και από δίχτυ μετατρέπεται σε πυκνό, συμπαγές κάλυμμα που πιέζει το τύμπανο κι εμποδίζει να περάσουν οι άλλοι θόρυβοι, τους καλύπτει με εκείνο το πυκνό σμήνος από σφήκες, με εκείνο το παθιασμένο, επίμονο τερέτισμα των γρύλων και των τζιτζικιών, με το οξύ και υστερικό τσιτσίρισμα του λαδιού που τηγανίζεται.
Μπορεί να είναι, όμως, μια υγρή σιωπή, από εκείνες τις μαύρες σιωπές που δημιουργούνται μέσα στο κεφάλι μας, ανάμεσα στα αυτιά, σε ένα ακαθόριστο σημείο στο κέντρο του εγκεφάλου, ένα μικροσκοπικό στίγμα, μια μικρή κηλίδα, ένα κενό που απλώνεται αργά αργά και στο μεταξύ απορροφά τα πάντα, τόνους, συχνότητες, δονήσεις, ηχοχρώματα, ψηλά και χαμηλά, λέξεις, ήχους, τα προσελκύει όλα και τα καταβροχθίζει σε μια μολυβένια δίνη, πυκνή, μουντή και σκιερή, μια μαύρη τρύπα που απλώνεται, γλιστρά μέχρι κάτω το λαιμό και τρώει την καρδιά, τα πνευμόνια, το έντερο και δεν βρίσκει πλέον άλλα όρια από το δέρμα, το άχρηστο δέρμα του σώματος.
Ή μάλλον όχι, είναι μια σταγόνα, μια σταγόνα που πέφτει και κατασταλάζει στην κορυφή του κρανίου, μέσα στο κεφάλι, σαν το νερό στο θόλο μιας σπηλιάς, φουσκώνει, κρέμεται, αποκολλιέται και κατακρημνίζεται με ταχύτητα κατά μήκος της ραχοκοκκαλιάς μέχρι που σκάει στο κάθισμα της πολυθρόνας, μέσα στο παντελόνι, σταθερή, ακριβής, συμπαγής, η μία σταγόνα μετά την άλλη, σαν διαπεραστικό καμπάνισμα που δεν λέει να σταματήσει, πάλλεται ελαφριά και υπνωτιστικά και στο μεταξύ συντονίζει πάνω του όλους τους θορύβους, τους αναμιγνύει και τους διαλύει, τους κάνει να γλιστράνε στο φόντο και τους αφανίζει, σαν ένα τρίγωνο σε συμφωνική ορχήστρα που επιμένει κι επιμένει κι επιμένει μέχρι που απομένει μόνο αυτό να αντηχεί με τη σταγόνα του.

του Κάρλο Λουκαρέλι από το Μέρα με τη μέρα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Θα ήταν αλλιώς η ζωή τους.

03η 08ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

άντρας που πέφτειΤου αρέσει πια περισσότερο το φως των μεσημεριών παρά η νύχτα. Θυμάται μάλιστα τα λόγια ενός παλιού συναδέλφου για τη νύχτα: αχ, η νύχτα είναι ο μύθος των νιάτων μας. Την εποχή όμως που μοιράζονταν τέτοιες πάνσοφες κουβέντες, γύριζε από το μπαρ φασκιωμένος τη μυρωδιά του μπράντυ και του καπνού. Έδινε ένα φιλί στην Έλσα που την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ, αφού ελάχιστες φορές είχε κατορθώσει να μείνει ξύπνια περιμένοντάς τον. Ύστερα έβγαινε για λίγο στο μπαλκόνι να ανασάνει το γαλάζιο αεράκι της πρώτης αυγής και επέστρεφε στο δωμάτιο για να κάνουν έρωτα με τον υπνοβατικό ρυθμό των νυσταγμένων σωμάτων. Τον ξυπνούσε η κλιμάκωση των χαδιών τους και όσο πλησίαζε ο οργασμός τους ένιωθε βασανιστικά το πραγματικό δέσιμό του με αυτή τη γυναίκα μαζί με τα αυλάκια του ιδρώτα και τη βαριά οσμή του σάλιου στο δέρμα της.
Όταν τελείωναν ακουμπούσε απαλά το χέρι στον κρόταφό της, όπως κάνει μια μητέρα για να καταλάβει τον πυρετό του παιδιού της. Ήταν μια χειρονομία που τον διαβεβαίωνε αόριστα για τις γαλήνιες πλευρές αυτού του κόσμου. Είχε ανάγκη να πιστεύει σε έναν χώρο ελεύθερο από τον κυνισμό αντρών που γερνάνε τυλίγοντας τον πόνο τους σε χωμάτινα μαθήματα μισανθρωπίας. Τους είχε βαρεθεί όλους αυτούς με τις χαμένες ψευδαισθήσεις και τα απροσδιόριστα πολεμικά τους αδραγαθήματα. Παλιές, στερημένες γενιές, έτοιμες να κακολογήσουν τα εγγόνια τους.
Με την Έλσα θα ήταν αλλιώς η ζωή τους. Το ‘ξερε απ’ την αρχή, δεν το έλεγε όμως σε κανέναν, και προπάντων όχι σε κάποιον από τους πελάτες. Δεν ήταν τρελός να παραδεχτεί ότι αγαπούσε τη γυναίκα του μπροστά σε δικηγόρους που έγραφαν θεατρικά έργα, σε ηθοποιούς με τέσσερις γάμους και κατασκαμμένους από τη θλίψη συνταξιούχους δημοσιογράφους. Μα, τη σύζυγο βρήκες κι εσύ, καημένε, να ερωτευτείς, θα απορούσαν και αμέσως θα άρχιζαν να γνέφουν ο ένας στον άλλον, πιστεύοντας πως δεν τους βλέπει ο χαζός.
Δεν τους είπε τίποτα λοιπόν. Κράτησε τον έρωτά του για την Έλσα έξω από τα ανέκδοτα, τις αναμνήσεις και τους αλκοολικούς εκστασιασμούς. Τη διαφύλαξε μακριά από τις καμπαρντίνες και τα κόκκινα πλεχτά κασκόλ των ηρώων της νύχτας του.
Και τελικά, αυτό το μικρόσωμο κορίτσι από τα Ψαχνά Ευβοίας θα γινόταν ο κόσμος των απογευμάτων του, θα γινόταν μια ζωή που θα τη ζούσε σε έναν ακριβό ενδιάμεσο χρόνο: ανάμεσα στους κωματώδεις πρωινούς του ύπνους και στις νύχτες της δουλειάς.

απόσπασμα από το διήγημα η εκκρεμότητα είναι εκκρεμότητα του Νικόλα Σεβαστάκη από τον Άντρα που πέφτει· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Τα πόδια της σε ξένη γη

17η 04ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφουΣτα χρόνια που ακολούθησαν: φωνές-τζιτζίκια-βήματα-σαγιονάρες-γέλια-παφλασμοί-τρεχάλα του καλοκαιριού-μπάλα του μπάσκετ ν’ αναπηδά στο τσιμέντο. Οι Ντέγιαν κι οι Ζλάτκο κι οι Γκόραν να παίζουν με τα παιδιά τους μπάσκετ σχεδόν σα να χορεύουν μπαλέτο κι οι ντόπιοι κι οι ντόπιες να χάνουν ανάσες και καρδιοχτύπια. Τα παιδιά των ντόπιων θυμούνταν να κοκορευτούν ότι τάχα ήξεραν να παίζουν μόνο σαν έφευγαν οι ξένοι το φθινόπωρο. Στα φθινοπωρινά τσιμέντα μαζί με τη βροχή λιμνούλες η νοσταλγία για τα καρφώματα του Ντράγκαν και τα τρίποντα του Ζέλικο και τα μπαίσματα του Γεβγκένι. Λες και ξέμεναν οι σκιές τους στους δρόμους του Νιόφυτου ν’ αλωνίζουν καταχείμωνο. Εκείνες οι φωνές τους κι ο βαθύς τρόπος τους με τα σύμφωνα. Τα λιγωμένα πρόσωπα των κοριτσιών όπως έβλεπαν να πηγαίνουν όλοι οι Ιτς ―Γκαβρίλοβιτς και Ιβάνοβιτς και Στεφάνοβιτς και Ζόριτς― για μπάνιο. Μέχρι να ξεθυμάνει η μυρωδιά τους μαζί με τη μυρωδιά απ’ τα καλαμαράκια και το ούζο ξανάρχονταν με το καλοκαίρι, με σάρκα και οστά και με τη μυρωδιά του ιδρώτα τους και τις χορευτικές τους κινήσεις, ζωή ακαταμάχητη. Κάποιοι έγιναν σωστοί συγχωριανοί καλοκαιρίσιοι. Για όσους δεν ήρθαν ξανά, ήρθαν κι άλλοι, κι άλλοι, κι ανακατεύονταν οι γιουγκοσλάβικοι ιδρώτες στη θάλασσα με ιδρώτες αγγλικούς και γερμανικούς. Ο ξανθός κόσμος. Ο Ματθαίος στην είσοδο του παντοπωλείου, που μέσα σε δύο χρόνια μετατράπηκε σε σουπερμάρκετ με τη σχετική ταμπέλα απέξω και σωσίβια, μπρατσάκια και στρώματα θαλάσσης με ζωγραφιές κρεμασμένα στην είσοδο, ανάσαινε το μείγμα τους και το βάφτιζε καλοκαίρι. Μια αγγλίδα τού άλλαξε το όνομα σε Μάθιου. Τον φώναζε σερ Μάθιου και γελούσε ρυάκια κρύα κατευθείαν απ’ το βουνό. Όλη φακίδες, απ’ τη μύτη ως το ντεκολτέ, και στο μουνί της πάλι φακίδες θά ‘χε· το ήξερε η Μάγκι πως ο σερ Μάθιου αυτό σκεφτόταν. Κι η ροζ αγγλική γλωσσίτσα της να ξεπροβάλλει απ’ το στόμα της ατάραχη να γλείψει το παγωτό της. Κι αυτός να σκέφτεται ότι η γυναίκα του, μικροπαντρεμένη μ’ αυτόν το γέρο που ο Ματθαίος έβλεπε στον καθρέφτη του κάθε πρωί, δεν είχε φορέσει ποτέ της σορτσάκια και δεν είχε μοστράρει τα άλλοτε ωραία πόδια της σε ξένη γη. Δεν υπήρχε σε καμιά χώρα ένας ξεμωραμένος γέρος να τα βλέπει αστραπές να διασχίζουν τα αλτσχάιμερ, τα πάρκινσον, τους καρκίνους, τις αρθρίτιδες για να τον επαναφέρουν για λίγο σ’ ένα νησάκι-μπάλωμα της νεότητάς του. Το συρτάρι του μαγαζιού γεμάτο δραχμές και η καρδιά του άδεια από μέρη να θυμηθεί. Να θυμηθεί τι; Στον ύπνο του μόνο πού και πού άνοιγε ακόμα η γη το στόμα της και κατάπινε τον κόσμο. Σα ν’ άνοιγε άνθρωπος το στόμα του και να κατάπινε το δέρμα του το ίδιο.

της Μαρίας Ξυλούρη από τη Νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντης.