παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Ο τρόμος στο στομάχι

27η 08ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

Η πιο τρομερή τιμωρία του νόμου είναι πάντα αυτό που συμβαίνει στη φαντασία ενός ανθρώπου: η προοπτική της εκτέλεσης της θανατικής ποινής τροφοδοτεί τις πιο ευφάνταστες μαζοχιστικές σκέψεις. Όταν δικάζεις κάποιον με την προοπτική της θανατικής καταδίκσης, του γεμίζεις το μυαλό με σκέψεις πιο βάναυσες από οποιαδήποτε ποινή έχει επινοηθεί ποτέ. Κι όπως είναι φυσικό, ο άνθρωπος φθείρεται με την ιδέα ότι θα πέσει μέσα σε μια καταπακτή, για να κρεμαστεί πάνω απ’ το έδαφος, μ’ ένα σκοινί δεμένο γύρω απ’ το λαιμό του. Δυσκολεύεται να κοιμηθεί, χάνει την όρεξή του και συχνά η καρδιά του αρχίζει να υποφέρει από την πίεση που έχει προκαλέσει το ίδιο του το μυαλό. Ακόμα και κάποιος που στερείται κάθε φαντασίας, δεν χρειάζεται παρά να στρέψει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά και ν’ ακούσει το τρίξιμο των σπονδύλων του, για να νιώσει στο στομάχι του τον απαίσιο τρόμο της κρεμάλας.

του Philip Kerr από το Γερμανικό Ρέκβιεμ της Τριλογίας του Βερολίνου· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Μονόδρομος

10η 08ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

ΜονόδρομοςΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ
Παλιός Χάρτης. – Στον έρωτα οι πιο πολλοί ψάχνουν να βρούνε μιαν αιώνια πατρίδα. Άλλοι, ελάχιστοι όμως, το αιώνιο ταξίδι. Τούτοι οι τελευταίοι είναι οι μελαγχολικοί, που πρέπει ν’ αποφεύγουν την επαφή με τη μάνα γη. Αυτόν που θα τους απομακρύνει απ’ τον καημό της μάνας πατρίδας, αυτόν γυρεύουν. Σ’ αυτόν είναι πιστοί. Τα μεσαιωνικά βιβλία που πραγματεύονται τις ιδιοσυγκρασίες ξέρουν τι νοσταλγία νιώθουν οι άνθρωποι του τύπου αυτού για μακρινά ταξίδια.

LOGGIA
Γεράνι. – Δυο άνθρωποι που αγαπιούνται κρέμονται πάνω απ’ όλα απ’ τα ονόματά τους.
Γαρίφαλο μοναστηριού. – Ο ερωτευμένος βλέπει αυτόν που αγαπά πάντα μοναχικό.
Ασφόδελος. – Πίσω απ’ αυτόν που αγαπιέται κλείνει η άβυσσος του φύλλου όπως και της οικογένειας.
Άνθος του κάκτου. – Αυτός που αγαπά αληθινά νιώθει χαρά όταν επάνω στη λογομαχία έχει άδικο αυτός που αγαπιέται.
Μη με λησμόνει. – Η ενθύμηση βλέπει τον άνθρωπο που αγαπούμε πάντα σε σμίκρυνση.
Πρασινάδα. – Σαν προκύψει κάποιο εμπόδιο για την ένωση καταφθάνει αμέσως η φαντασίωση μιας συνύπαρξης χωρίς επιθυμίες όταν έρθει το γήρας.

του Walter Benjamin από το Μονόδρομο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Μόλις φτάσαμε.

07η 08ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

«Πάω να ετοιμάσω το δωμάτιο της μικρής» σου φωνάζω και ανεβαίνω πάνω.
Ανοίγω τα παράθυρα να μπει λίγος αέρας και το φως του φεγγαριού του Σεπτέμβρη και νιώθω την κλεισούρα να διαλύεται. Όταν ανοίγω και τη σκαλιστή ντουλάπα, η μυρωδιά προσπαθεί να παλέψει με ελαφρώς αλλαγμένη μορφή, αλλά δεν τα καταφέρνει.
Ξεσκεπάζω το κρεβάτι και παίρνω να διπλώνω το σκέπασμα, όταν παρατηρώ την κηλίδα του αίματος στο στρώμα, σε ένα κόκκινο τόσο σκούρο που πήγαινε για μαύρο. Από τα σεντόνια είχε φύγει με τα πλυσίματα, αλλά στο στρώμα παρέμενε.

Έντεκα χρόνια πριν, τον Αύγουστο, μια νύχτα λίγα βράδια μετά το μπλε φεγγάρι, καθόμουν και την άκουγα στο τηλέφωνο να μου λέει πως δεν αντέχει άλλο, πως δεν είναι πια ο εαυτός της και πως θέλει να μείνει μόνη της για να τον ξαναβρεί. Όλην αυτήν την ώρα την άκουγα σιωπηλός και έκοβα με τα δόντια μου κομμάτια πέτσα από το νύχι του δεξιού μου δείκτη. Όταν μου είπε ότι αυτό θα μου έκανε καλό κι ας μην το καταλάβαινα τότε, θύμωσα κι έσφιξα τα δόντια και για να μην της φωνάξω τράβηξα με δύναμη την παρανυχίδα. Αυτή βγήκε μέχρι πιο πάνω από την πρώτη κλείδωση κι άρχισε να στάζει αίμα, αλλά εγώ συνέχισα να ακούω. Ο πόνος με είχε ξεθυμάνει, δέχτηκα όσα μου είπε, συμφώνησα, της ευχήθηκα καληνύχτα κι έκλεισα το τηλέφωνο.
Το σεντόνι είχε ποτίσει σε εκείνο το σημείο και το αίμα πέρασε στο στρώμα. Το έπλυνα την επόμενη μέρα στο χέρι, έτριψα και το στρώμα δυνατά σε εκείνο το σημείο με ένα πανί με χλωρίνη ακούγοντας Μπιλλ Έβανς κι έπειτα έφυγα για τη θάλασσα.

Το ξεθωριασμένο σεντόνι πάει από κάτω. Βάζω τη μαξιλαροθήκη με τα κίτρινα λουλούδια που της αρέσει και αρέσει και σε σένα. Στρώνω από πάνω το παιδικό μου σεντόνι και διπλώνω στο πλάι την πικεδένια κουβέρτα, μήπως κρυώνει τη νύχτα η μικρή. Είναι Σεπτέμβρης και δεν είναι καιρός για απροσεξίες. Τώρα τα πράγματα είναι αλλιώς, έχουν αλλάξει. Τώρα είσαι εσύ.

Σ’ ακούω να τακτοποιείς τις τσάντες στην κουζίνα και σου φωνάζω από πάνω «Ξύπνησέ την να πλύνει τα δόντια της, για να τη βάλω στο κρεβάτι». Στο αυτοκίνητο μάς είπε ότι ένα της δόντι άρχισε να κουνιέται σήμερα κι εγώ της είπα ότι τέλειωσαν τα ψέματα κι ότι έπρεπε να παίρνει πια στα σοβαρά τη στοματική υγιεινή. Όπως και μερικά άλλα ζητήματα, σκεφτόμουν από μέσα μου, όσο εσύ χαμογελούσες με τον τρόπο που της μίλαγα.

Η πραγματικότητα μέσα στη θάλασσα

01η 08ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Άφησε το βιβλίο και τα γυαλιά του μέσα στο καπέλο, ακούμπησε δυο πέτρες πάνω στην πετσέτα και σηκώθηκε να βουτήξει. Καθώς πατούσε γρήγορα πάνω στα καφτά βότσαλα, μια γιαγιά τραγουδούσε παράφωνα στο εγγόνι της ένα τραγούδι δικής της έμπνευσης κι ενέτεινε το μαρτύριο.
Μέσα στη θάλασσα σκεφτόταν πάντα καλύτερα. Είχε διαβάσει πως αυτό συνέβαινε επειδή το σώμα ένιωθε τάχα ασφαλές όπως μέσα στη μήτρα. Μαλακίες. Εκείνος σκεφτόταν καλύτερα επειδή ένιωθε παρείσακτος. Μέσα στο νερό όλοι οι άνθρωποι είναι το ίδιο: παρείσακτοι οργανισμοί που προσπαθούν να επιβιώσουν χωρίς να προσφέρουν τίποτα. Σαν ζωντανοί φελλοί.
Κίνησε την περιέργεια σε κάτι ψάρια. Τον πλησίασαν αλλά μιας που δεν τρωγόταν, απομακρύνθηκαν ξανά. Προσπέρασε μια τσούχτρα από μακριά ―ποτέ δεν ξέρεις αν τσιμπάνε―, όπως προσπερνάει και τους ανθρώπους στην πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα έξω από τη θάλασσα.
Είναι πια στα βαθιά, μόνος από άλλους παρείσακτους, αυτός κι η υγρή ζωή, η μόνη ζωή που αντέχει. Γυρνάει το κεφάλι προς την ακτή. Ο κόσμος έχει γίνει πιο μικρός. Οι τσιρίδες των μικρών παιδιών ίσα που ακούγονται και δεν μυρίζει πια αντιηλιακό. Στρέφεται ξανά προς τα βαθιά και συνεχίζει.

Απογευματινό λάδι ραπτομηχανής

29η 07ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Ξύπνησα χωρίς άλλη επιλογή, όταν άκουσα το καζανάκι των απέναντι και μετά νερό να κατεβαίνει στην εξωτερική υδρορροή. Φαντάστηκα σκατά να κατεβαίνουν δυο ορόφους και να πέφτουν στην αποχέτευση, που δεν ήταν πολύ μακριά από τα όνειρα που έβλεπα εκείνο το μεσημέρι. Προσπάθησα να ανασάνω από τη μύτη, γιατί το στόμα μου ήταν ξερό κι η γλώσσα μου κολλούσε στα τοιχώματα και στον ουρανίσκο. Ο ανεμιστήρας είχε σταματήσει να γυρνάει πέρα δώθε κι έστελνε στον τοίχο πίσω μου ζεστό αέρα που μύριζε καμμένο λάδι ραπτομηχανής. Προσπάθησα να γυρίσω από την άλλη, αλλά με τύφλωσε η απογευματινή αντηλιά. Τέντωσα με το ζόρι το ένα πόδι κι έκλεισα τον ανεμιστήρα, έβγαλα και το άλλο και κάθισα στο κρεβάτι για να συγκεντρώσω τα μέλη μου. Ιδρώτας κύλισε σε στάλες από το σβέρκο μου στην πλάτη κι οι μασχάλες μου μύριζαν λες και περνούσα δεύτερη εφηβεία. Ήθελα νερό και λίγη σοκολάτα. Κι ένα παγωμένο μπάνιο. Έβαλα δύναμη στα πόδια και κατάφερα να σηκωθώ.

Το πάνω μέρος του ορίζοντα

26η 07ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Αργά το απόγευμα, όταν τα νερά σταμάτησαν να λάμπουν κι ο ήλιος πήγαινε να δύσει, βγήκε από τη θάλασσα με το παιδί της. Στήριξε το πορτοκαλί του σωσίβιο με δυο πέτρες, τον σκούπισε, του άλλαξε μαγιώ, του έβαλε φανελάκι και έτριψε τη μύτη της στη δική του. Τον ακούμπησε στην ψάθα της κι αυτός άρχισε να περιεργάζεται τα βότσαλα. Έβγαλε το πάνω μέρος του μαγιώ της και κάθισε ανάσκελα στην ξαπλώστρα. Έκλεισε τα μάτια και μύρισε με δυο βαθιές ανάσες τη μοναξιά της θάλασσας. Το χέρι της γλίστρησε στο πλάι κι ο μικρός το έπιασε και το έσφιξε. Τότε εκείνη τον σήκωσε και τον κράτησε στο στήθος της. Του χάιδεψε τα μαλλιά, του έδειξε μακριά, προς τον ήλιο που έδυε και κοίταξαν κι οι δύο με το ίδιο βλέμμα τον ορίζοντα σαν να τους ανήκε.