παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Κοπάδια φάλαινες που όλο και ζυγώνουν.

16η 06ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

ΣτοιχείαΣαν γιγάντιοι κορμοί δέντρων, που πέφτουν και κατρακυλούν στα νερά του αφρισμένου χειμάρρου, έτσι σηκώνονται τα γκρίζα κύματα και προχωρούν, ώσπου με γδούπο σκάνε στην ακτή. Το νερό έχει φουρτουνιάσει, στροβιλίζεται, χτυπιέται, υψ΄νεται σε πυκνά πέπλα βροχής κατά μήκος της παραλίας· ο ήλιος από πάνω τους τα κάνει ν’ αστράφτουν σ’ όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ως τη γραμμή του ορίζοντα, ο άνεμος ζωγραφίζει στη ράχη των κυμάτων άσπρες γραμμές, που μοιάζουν με κοπάδια φάλαινες που όλο και ζυγώνουν: μια βουτάνε κάτω απ’ την επιφάνεια του νερού, μια βγαίνουν στον αφρό. Το θέαμα σε γεμίζει ευφορία και με μια λυτρωτική, ευεργετική αίσθηση ελευθερίας. Τα γιοτ, με την πλώρη κόντρα στον αέρα, κλυδωνίζονται πάνω στο νερό, κάνοντας τους κάβους τους να τεντώνονται. Λίγοι είναι αυτοί που τόλμησαν ν’ ανοιχτούν με τις ιστιοσανίδες τους. Ακόμα πιο μακριά, ένα καϊκάκι χοροποηδάει σαν καρυδότσουφλο στο κύμα, κινδυνεύοντας να τουμπάρει κάθε φορά που σηκώνεται ψηλά. Ελπίζοντας πως θα δουν με τα μάτια τους κάπου δυστύχημα, πολλοί στέκουν στην παραλία και κοιτάζουν. Όμως, τίποτα δεν γίνεται. Παρά τον αέρα, που σηκώνει την άμμο ψηλά, η αμμουδιά είναι γεμάτη κόσμο. Οι ομπρέλες είναι κλειστές· γυμνόστηθες γυναίκες κυνηγάνε τα φουσκωτά μαξιλαράκια που τους τα πήρε ο άνεμος· παιδιά παίζουν άκρη άκρη, εκεί όπου σκάει το κύμα, με γέλια και φωνές. Το «Anything Goes» έχει γίνει άφαντο. Το βλέμμα σου πέφτει στο σημείο όπου βρισκόταν μέχρι χτς, και νιώθεις κι εσύ λιγάκι πιο μόνος.

του Χάρι Μούλις, από τα Στοιχεία· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Το ιστιοφόρο στο βάθος.

14η 06ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Σηκώνεις τα μάτια από το βιβλίο γιατί σε καίει ο ήλιος. Δεν έχεις χώρο να πας πιο πίσω στο βράχο. Παίρνεις το μπλουζάκι σου και σκεπάζεις τα γόνατά σου. Βυθίζεις τις πατούσες σου στην άμμο. Σε λίγο θα φύγεις, πλησιάζει η ώρα. Δίπλα σου παρατημένες πετσέτες, πιο δίπλα μια ψάθα, τσάντες κι από την άλλη μια ομπρέλα με ένα ραδιοφωνάκι στη σκιά της. Κάποιος κλαίγεται μέσα από το μεγάφωνο, μα κανείς δεν τον ακούει. Περνάει ένα μωβ υφασμάτινο βραχιόλι σε έναν καρπό, σε ένα χέρι που δεν θα σε αγγίξει ποτέ. Ένα ξανθό αγοράκι με παιδική κοιλιά παίζει μπάλα με τους γονείς του στα ρηχά. Η μητέρα του φοράει γυαλιά καθρέφτες κι ο πατέρας έχει μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό που πάει πέρα δώθε. Κάποιος ζητά από το διπλανό του αμμωνία, γιατί κάτι τον τσίμπησε. Μια κυρία, μακριά πια από τη νεότητά της, περπατά ανάποδα φορώντας κίτρινα βατραχοπέδιλα, ένα χρώμα που δεν θα φόραγες ποτέ εσύ. Νέες κοπέλες βγάζουν τα σορτσάκια τους συζητώντας για αντιηλιακά· προσφορές, ποιο είναι λιγότερο λιπαρό και ποιο θα τις βγάλει μέχρι το Σεπτέμβρη. Στα βαθιά κυλάει ένα ιστιοφόρο σαν αυτά που ζωγραφίζατε στο σχολείο, αυτά που των συμμαθητών σου ήταν πιο όμορφα από τα δικά σου. Πιο βαθιά ένα φορτηγό προσπερνάει. Νομίζεις πως δεν κουνιέται, αλλά γυρνάς το κεφάλι σου αφού έχεις μαζέψει τα πράγματά σου κι έχει μετακινηθεί λίγο. Ακόμα το προλαβαίνεις, και χωρίς να βιαστείς. Μπορείς να φας με την ησυχία σου το μεσημέρι. Ίσως και να κοιμηθείς λίγο μετά.

Η τέτοια γωνία.

31η 05ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Μ’ αρέσουν τα μάτια σου όταν δεν φοράς μακιγιάζ. Δένουν υπέροχα με το χαμόγελό σου. Μπορώ να ζωγραφίσω πάνω τους ολόκληρες θάλασσες με τη φαντασία μου και να τις διασχίσω με μικρά ξύλινα ιστιοφόρα, που τα πανιά τους λάμπουν στον ήλιο. Πάντα έχει καλοκαιριά σ’ αυτόν τον κόσμο. Ο άνεμος είναι ούριος κι ο ήλιος χτυπάει από τέτοια γωνία που δεν τυφλώνει. Δεν χρειάζεται αντιηλιακό ή άλλου είδους προστασία. Μόνο η ανάσα σου να φυσά τα πανιά του πλοίου των ονείρων μου. Και το χέρι σου στον ώμο μου. Κι εσύ να μη μιλάς. Μόνο να στέκεσαι δίπλα μου όρθια κοιτάζοντας εκεί που κοιτάζω κι ο άνεμος να φυσάει στα αυτιά μας.
Μα τώρα κοιμάσαι. Ή χαζεύεις μικρούς κόσμους κάπου μακριά. Κι εγώ κοιτάζω τα κλειστά σου βλέφαρα και τα σκούρα τόξα των ματιών σου. Κι ας μην είναι μπροστά μου. Ας είναι κι αυτά πολύ μακριά μου.

Η καταστροφική ψευδαίσθηση του αυτοελέγχου

19η 05ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουνΗ ενηλικίωση φέρνει μαζί της την καταστροφική ψευδαίσθηση του αυτοελέγχου, ίσως δε να εξαρτάται κι απ’ αυτήν. Εννοώ την αυταπάτη ότι εξουσιάζουμε τη ζωή μας, που μας επιτρέπει να νιώθουμε ενήλικες, καθότι συναρτάμε την ωριμότητα με την αυτονομία, το κυρίαρχο δικαίωμα να καθορίζουμε τι θα μας συμβεί μετά. Η απομάγευση έρχεται αργά ή γρήγορα, αλλά πάντα έρχεται, δεν είναι ασυνεπής στο ραντεβού, ποτέ δεν ήταν. Όταν έρχεται, τη δεχόμαστε χωρίς πολλή έκπληξη, γιατί κανένας που έχει ζήσει αρκετά δεν μπορεί να ξαφνιαστεί με τη διαπίστωση ότι η ζωή του έχει διαμορφωθεί από μακρινά γεγονότα και ξένες βουλήσεις, με ελάχιστη ή μηδαμινή συμβολή των δικών του αποφάσεων. Αυτές οι μακρές διαδικασίες που συναντάμε στη ζωή μας ―πότε για να της δώσουν την ώθηση που χρειάζεται, πότε για να κάνουν θρύψαλλα τα πιο λαμπρά μας σχέδια― τείνουν να μείνουν κρυφές σαν υπόγεια ρεύματα, σαν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις τεκτονικών πλακών, κι όταν τελικά γίνει ο σεισμός, επικαλούμαστε τις λέξεις που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε για να εφησυχάζουμε: ατύχημα, σύμπτωση, καμιά φορά και μοίρα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια αλυσίδα συγκυριών, ένοχων σφαλμάτων ή ατυχών αποφάσεων, οι συνέπειες των οποίων με περιμένουν στη γωνία· και παρ’ όλο που το ξέρω, παρ’ όλο που έχω τη δυσάρεστη βεβαιότητα ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν και θα με επηρεάσουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τα αποτρέψω. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να καταπολεμήσω τις συνέπειές τους: να ελαχιστοποιήσω τις ζημιές, να μεγιστοποιήσω τα οφέλη. Το ξέρουμε, το ξέρουμε πολύ καλά· παρ’ όλα αυτά, πάντα τρομάζουμε όταν κάποιος μας αποκαλύπτει αυτή την αλληλουχία που μας έχει διαμορφώσει, κι είναι πάντα ανησυχητικό να διαπιστώνουμε, όταν άλλος είναι αυτός που μας τον αποκαλύπτει, τον ελάχιστο ή μηδαμινό έλεγχο που ασκούμε στην ίδια την εμπειρία μας.

του Juan Gabriel Vásquez από τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Θά ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρά μου.

16η 05ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

skiaΘα μ’ άρεσε νά ‘χα ταξιδέψει σε όλα τα καράβια που φόρτωσα, σε όλα τα καράβια μ’ όλους εκείνους τους επιβάτες που βοήθησα ν’ αποβιβαστούν, κουβαλώντας βαλίτσες γεμάτες πολύχρωμες ετικέτες ξενοδοχείων, τελωνείων, σιδηροδρομικών γραμμών. Θα μ’ άρεσε νά ‘χα ανέβει σ’ αυτούς τους άσπρους όγκους που λαμποκοπάνε στον ήλιο και νά ‘χα φύγει.

Εγώ δεν είμαι από ‘δώ. Δεν είμαι απ’ αυτή τη γη όπου γεννήθηκα· και στη ζωή μαθαίνεις, μαθαίνει αυτός που θέλει να μάθει, ότι κανένας δεν είναι από κει που γεννήθηκε, από κει που τον μεγάλωσαν. Ότι κανένας δεν είναι από πουθενά. Μερικοί προσπαθούν να συντηρήσουν τις αυταπάτες και δημιουργούν νοσταλγίες, ιδιοκτησίες, ύμνους και σημαίες. Ανήκουμε όλοι στους τόπους που δεν γνωρίσαμε. Αν υπάρχει νοσταλγία, είναι για τα πράγματα που ποτέ δεν είδαμε, για τις γυναίκες που μαζί τους δεν κοιμηθήκαμε κι ούτε ονειρευτήκαμε και για τους φίλους που δεν αποκτήσαμε ακόμα, τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, τα φαγητά που αχνίζουν στη χύτρα κι ακόμα δεν τα δοκιμάσαμε. Αυτή είναι η αληθινή νοσταλγία, η μοναδική.

Και μαθαίνεις ακόμα πως κάποια στιγμή ο δρόμος στράβωσε, και πως τρα πράγματα δεν θά ‘πρεπε νά ‘ναι έτσι. Κανένας δεν θά ‘πρεπε να τρώει ρύζι με μαμούνια και μισοσαπισμένο καλαμπόκι στις περιοχές με τα διυλιστήρια, πληρώνοντας τρεις φορές πάνω την τιμή τους γιατί τα μαγαζιά τα διαχειρίζονται οι εταιρείες· κανένας δεν θά ‘πρεπε να παλεύει μες στη βροχή για να κλείσει τις βαλβίδες στο φρέαρ επτά· να τσαλαβουτάει στη λάσπη της ζούγκλας με τους αγωγούς, ν’ ανατινάζει με δυναμίτη, να κοιμάται στο υγρό έδαφος, να του βγαίνει η ψυχή την ώρα που ο εργοδηγός τρώει ζαμπόν και βούτυρο από δυο κονσέρβες που εμείς τις μεταφέραμε ως εκεί· και το αφεντικό, ακόμα πιο μακριά από μας, να κοιμάται σε κρεβάτι δίχως να μας ξέρει, δίχως ν’ αναγνωρίζει πως από μας πηγάζει όλη του η ευημερία κι η εξουσία, δίχως να μαντεύει πως εμείς είμαστε τα μυρμήγκια που σπρώχνουν με τους ώμους τους την άνοδο των μετοχών του στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Γι’ αυτό δεν θέλω ν’ ανέβω σ’ αυτά τα άσπρα, τ’ αστραφτερά καράβια, γιατί θά ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρά μου δουλεύοντας έντεκα ώρες τη μέρα καμαρότος, γυαλίζοντας στις σκάλες τις στιλπνές μπρούντζινες κουπαστές, ιδρώνοντας στις κουζίνες μες στους ατμούς. Γι’ αυτό τα καράβια είναι μακριά, κι εγώ τα βλέπω να έρχονται και να φεύγουν απ’ όλα τα λιμάνια, απ’ όλα τα όνειρα, απ’ όλες τις νοσταλγίες.

του Paco Ignacio Taibo II από τη Σκιά της Σκιάς· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.