παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Documenta14: εργασιακή εκμετάλλευση ντυμένη τέχνη.

01η 05ου της χρονιάς 2017 · ετεροφωνίες

Κυκλοφορεί σε ενημερωτικές σελίδες και αναδημοσιεύεται η ανακοίνωση της «Πρωτοβουλίας Εργαζομένων στη documenta 14». Δεν εμφανίζεται σε μεγάλα (ανεξάρτητα και μη) ειδησεογραφικά μέσα, φαντάζομαι λόγω των οικονομικών συμφωνιών προώθησης. Εξάλλου μπροστά σε ένα τέτοιου μεγέθους καλλιτεχνικό γεγονός, με εργασιακά δικαιώματα θα ασχολούμαστε τώρα;
Η ανακοίνωση είναι ελεύθερη προς δημοσίευση από όλους. Εμείς το βρήκαμε στην pandiera, στο tvxs και στο alfavita. Σύνδεσμοι για ενόχληση: documenta14, documenta14 facebook.

«
Μία απαραίτητη δημοσιοποίηση της εργασιακής παράνοιας πίσω από το μανδύα της τέχνης, από εργαζόμενους/ες της Documenta.

H documenta, η οποία λαμβάνει χώρα από το 1955 και κάθε πέντε χρόνια στο Κάσσελ της Γερμανίας, αποτελεί έκθεση-σταθμό στη σύγχρονη τέχνη.

Φέτος, μετά από επιλογή του καλλιτεχνικού της διευθυντή Adam Szymczyk, η Documenta φεύγει για πρώτη φορά από το Κάσσελ και μετακομίζει για τρεις μήνες στην Αθήνα, για να μάθει, σύμφωνα με τον τίτλο της, από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα. Απ’ ότι φαίνεται λοιπόν, δε χρειάστηκε πολύς χρόνος για να μάθει, αλλά και να μιμηθεί στο έπακρο τους χειρότερους εγχώριους εργοδότες.

Η Documenta προασπίζεται ότι η επιλογή της να μεταφερθεί στην Αθήνα έχει να κάνει, εκτός των άλλων, και με το ότι την ενδιαφέρει να μιλήσει για και να μάθει από την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας και τα αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα από την Ευρώπη. Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο διατυμπανίζει πως αναγνωρίζει τις συνθήκες εξαθλίωσης που βιώνουν αυτή τη στιγμή οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα και συμπαραστέκεται στον Ελληνικό λαό. Είναι έτσι όμως;

(κι άλλο)

Καρκινικές μάζες, ηχογραφημένες στην άλλη άκρη του κόσμου

21η 04ου της χρονιάς 2017 · βιβλιόφωνο

Ο Γκορμπατσόφ ήρθε στην εξουσία τη χρονιά που η Γκαλίνα άρχιζε τα μαθήματα μπαλέτου, κι έφερε μαζί του την γκλάσνοστ, την περεστρόικα και την ντεμοκρατιζάτσιγια. Οι μανάδες μας ψιθύριζαν λίγο πιο δυνατά, κι εμείς, καθώς περνούσαμε από την πρώιμη στην ώριμη εφηβεία, βρίσκαμε τη φωνή μας. Σιγά σιγά αποκτήσαμε τη σύνεση να είμαστε επιφυλακτικές· ο κομματάρχης της πόλης μας ήταν όσο σκληρός και ο διοικητής του στρατοπέδου, κι όπως ακριβώς οι καινούργιες ποπ επιτυχίες, έτσι και οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις έφταναν σε μας πολύ αργότερα από τη στιγμή που διακηρύσσονταν στη Μόσχα. Το χειμώνα, όταν ο ήλιος χανόταν κάτω από την τρίμηνη νύχτα, μαζευόμασταν σε πάρκα και αλάνες, κάτω απ’ τα σκουριασμένα μεταλλικά κλαδιά του Λευκού Δρυμού, ζεσταινόμασταν σε εγκαταλειμμένες πολυκατοικίες και καφετέριες περνώντας η μία στην άλλη κουρελιασμένες σαμιζντάτ σελίδες του Σολζενίτσιν και του Μπρόντσκι, χορεύαμε με το δίσκο των Κουίν που είχε φέρει απ’ την Ευρώπη ένας δάσκαλος βιολιού, δεύτερος ξάδερφος κάποιου απ’ την παρέα, και φορούσαμε μαυραγορίτικα Levi’s που σε όλες μας έδειχναν καλύτερα απ’ όσο μας πήγαιναν. Ανταλλάσσαμε παλιά ριόμπρα ―πλευρικοί δίσκοι, οστική μουσική, σκελετικά τραγούδια―, δηλαδή, απαγορευμένη ροκ του 50 και του 60 που γραφόταν από φωνόγραφο πάνω σε εκτεθειμένες ακτινογραφίες και παιζόταν σε πολύ χαμηλή ένταση. Ραδιογραφίες σπασμένων πλευρών, εξαρθρωμένων ώμων, κακοήθων όγκων, συμπιεσμένων σπονδύλων κόβονταν σε όχι και τόσο τέλειους κύκλους, η μουσική εντυπωνόταν στην ακτινογραφική επιφάνεια, η κεντρική τρύπα ανοιγόταν με την κάφτρα ενός τσιγάρου, κι ήταν καταπληκτικό να ξέρεις ότι αυτές οι εικόνες ανθρώπινου πόνου μπορούσε να κρύβουν στ’ αυλάκια τους έναν ήχο τόσο καθαρό και χαρούμενο όσο η φωνή του Μπράιαν Ουίλσον. Οι γονείς μας έλεγαν αυτή τη μουσική «καπιταλιστικό μίασμα», λες και οι καρκινικές μάζες στις ακτινογραφίες είχαν προκληθεί από ένα τραγούδι ηχογραφημένο στην άλλη άκρη του κόσμου και όχι από τη μόλυνση που έβγαινε απ’ τις υψικαμίνους έξω απ’ τα παράθυρά μας, δωρεάν για όλους.
Τα καλοκαίρια, η καταστροφή της γης διαπότιζε τα σύννεφα. Κίτρινη ομίχλη σαβάνωνε την πόλη σαν βερνίκι εκτεθειμένο στον αέρα. Διοξείδιο του θείου υψωνόταν απ’ τους Δώδεκα Αποστόλους, και τα δώδεκα καμίνια σχημάτιζαν κύκλο γύρω από μια λίμνη βιομηχανικών αποβλήτων. Η βροχή έκαιγε το δέρμα μας. Η ρύπανση στερεοποιούνταν σε κάτι σαν πηχτή οροφή που δεν άφηνε να περάσει το φως των αστεριών. Το φεγγάρι ανήκε πια στο παρελθόν για το οποίο μας μιλούσαν οι γιαγιάδες μας. Εμείς αξιοποιούσαμε το καλοκαίρι όπως μπορούσαμε: μέρες χωρίς σχολείο, νύχτες χωρίς σκοτάδι. Πρώτα ραντεβουδάκια, πρώτα φιλιά, πρωινά μπιμπίκια στον καθρέφτη, τρίχες εκεί που δεν τις θέλαμε. Αναλογιζόμασταν την ακτινογραφία ενός καρκίνου στον πνεύμονα που ήταν το άλμπουμ Surfin’ Safari, στοχαζόμασταν για τους τρόπους που έχει ένα σώμα να προδώσει την ψυχή του, κι αναρωτιόμασταν μήπως και η ενηλικίωση ήταν κάτι παθολογικό. Ερωτευόμασταν και ξε-ερωτευόμασταν με πυρετώδη συχνότητα. Γινόμασταν σταθερά ο άνθρωπος που αργότερα θα μετανιώναμε ότι είχαμε γίνει.

του Anthony Marra από τον Τσάρο της Αγάπης και της Τέκνο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Η ληστεία, τα ΜΜΕ και η παραβίαση των νόμων

21η 04ου της χρονιάς 2017 · ετεροφωνίες

της Άντας Ψαρρά από την Εφημερίδα των Συντακτών

Τώρα που το αδηφάγο δημοσιογραφικό «πνεύμα» καταλάγιασε εξασφαλίζοντας τελικά την υπόσχεση Μητσοτάκη για μια ακόμα περισσότερο άγρια ποινική μεταχείριση του κάθε μικρού ή μεγάλου παραβάτη του νόμου και φυσικά πάντα με τη βοήθεια της δεοντολογίας στην ενημέρωση, έχει νόημα να ξαναδούμε το πώς μια ληστεία στο Φάληρο, ο τρόμος που βίωσαν οι κάτοικοι του σπιτιού, η αναστάτωση και το κυνηγητό στην περιοχή, η καταδίωξη των ληστών, η «θανατική» ποινή για τον έναν που έπεσε στο κενό και, τέλος, ο πανικόβλητος ληστής που κρύφτηκε για πολλές ώρες μέσα σε μια ντουλάπα έγιναν η αφορμή για να παραβιαστούν βάναυσα και κατά συρροήν όλοι οι νόμοι προστασίας των δικαιωμάτων συλληφθέντων και κατηγορουμένων.

Ολα αυτά με πρόσχημα την ασφάλεια και κύριο στόχο την αποδόμηση ενός νόμου που συνέβαλε στην καλυτέρευση των άθλιων συνθηκών μέσα στις ελληνικές φυλακές.

(κι άλλο)

Αδέξιες μα αξιόλογες

12η 04ου της χρονιάς 2017 · βιβλιόφωνο

Εκείνος με τη σειρά του, έφερε στην Οξφόρδη μια συλλογή από δίσκους που ήθελε να την κάνει να τους αγαπήσει. Κάθισε εντελώς ακίνητη και άκουσε υπομονετικά, με κλειστά μάτια και υπερβολική συγκέντρωση, τον Τσακ Μπέρι. Εκείνος πίστευε ότι δεν θα της άρεσε το «Roll over Beethoven», μα εκείνη το βρήκε ξεκαρδιστικό. Της έπαιξε τις «αδέξιες μα αξιόλογες» διασκευές των τραγουδιών του Τσακ Μπέρι από τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς. Προσπάθησε να πει κάτι επαινετικό για όλα, μα χρησιμοποιούσε λέξεις όπως ζωηρό, εύθυμο ή εγκάρδιο, και ο Έντουαρντ κατάλαβε ότι προσπαθούσε απλώς να φανεί ευγενική. Όταν της είπε ότι δεν «έπιανε» πραγματικά το ροκ εντ ρολ, κι ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσει να προσπαθεί, παραδέχτηκε ότι αυτό που δεν άντεχε ήταν τα ντραμς. Όταν οι μελωδίες ήταν τόσο στοιχειώδεις, κυρίως σε απλό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων, προς τι αυτός ο ανηλεής πάταγος, κρότος και ορυμαγδός προκειμένου να κρατηθεί το τέμπο; Ποιος ήταν ο λόγος, τη στιγμή που υπήρχε ήδη μια ρυθμική κιθάρα και συχνά πιάνο; Εάν οι μουσικοί είχαν ανάγκη να ακούν το ρυθμό, γιατί δεν έπαιρναν ένα μετρονόμο; Τι θα γινόταν εάν το Κουαρτέτο Ένισμορ έπαιρνε έναν ντράμερ; Τη φίλησε και της είπε ότι πρέπει να ήταν το πιο παρωχυμένο άτομο σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό.
«Όμως μ’ αγαπάς», του είπε.
«Γι’ αυτό σ’ αγαπώ».

του Ίαν ΜακΓιούαν από το Στην Ακτή· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Χώρος για όλες αυτές τις αναμνήσεις

11η 03ου της χρονιάς 2017 · βιβλιόφωνο

«Αυτή τη φορά δεν έχει επιστροφή» σκεφτόταν ο Σαν Βισέντε. «Τώρα θα με στείλουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην Κούβα» έλεγε με το νου του. Και αυτό σήμαινε ότι θα άλλαζε η μία φυλακή με μία άλλη φυλακή, σίγουρα δίχως την ομορφιά της θαλασσινής αύρας να περνάει από τα κάγκελα. «Άλλη φυλακή;» αναρωτιόταν ενώ τη φανταζόταν. «Θα είναι η έκτη. Ή μήπως η έβδομη;» Και θυμόταν μία μία τις φυλακές μετρώντας με τα δάχτυλα, μιας και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Μετρούσε μονάχα τις κανονικές φυλακές, όπου είχε μείνει περισσότερο από μία εβδομάδα, όχι τις προσωρινές κρατήσεις σε στρατόπεδα ή σε αστυνομικά τμήματα. «Οι ιδέες δεν φυλακίζονται» έλεγε μέσα του και μετά χαμογελούσε με πονηριά και πρόσθετε: «Εγώ όμως φυλακίζομαι». Το Μεξικό είχε τελειώσει πια και εκείνος σιωπηρά έφτιαχνε ένα είδος αποχαιρετισμού, κάνοντας βόλτες στο κελί, έξι βήματα επί έξι βήματα και ακουμπούσε τους, ένα αντίο στη χώρα όπου είχε περάσει σχεδόν τρία χρόνια. «Μπορείς να πεις αντίο σε χώρες, όχι όμως στις ιδέες». Χαμογελούσε πάλι απολαμβάνοντας αυτό το προσωπικό του καλαμπούρι, φτιαγμένο ειδικά για το μονόλογό του. Άραγε έπρεπε να κάνει έναν απολογισμό εκείνων των σχεδόν τριών χρόνων ή αρκούσε να φύγει και να φυλάξει αυτές τις αναμνήσεις μαζί με άλλες αναμνήσεις παλαιότερες; Πού να τοποθετήσει εκείνο το ζωμό κότας που ήπιε ένα ξημέρωμα ή την επίθεση του ιππικού που αποκρούστηκε με τις πέτρες από τους υφαντουργούς του Τισαπάν; Και πού να βάλει τα σπαθιά που έβγαζαν σπίθες στον ήλιο της αυγής, τα ακίνητα πρόσωπα, τα μάτια καρφωμένα στα πέταλα των αλόγων, το πλήθος που τους περίμενε με την πέτρα στο χέρι; Τι να κάνει με την ελιά εκείνης της κοπέλας, της Ελένα, την ελιά κάτω από το αριστερό στήθος που χαλούσε τη γυναικεία συμμετρία και τον αποτρέλαινε; Πού να φυλάξει έναν εφιάλτη που τον είχε ξυπνήσει στα μισά της νύχτας, μόνο για να ανακαλύψει ότι δεν ήταν εφιάλτης, ότι το όνειρο συνεχιζόταν στον ξύπνιο του; Πού να φυλάξει το τελευταίο τσιγάρο που κάπνισε με τον Φίλλιπς ή τη ματ λάμψη του μαύρου καπέλου στέτσον που του είχαν χαρίσει οι ράφτρες του Παλάσιο δε Ιέρο; Πώς να κάνει τις φράσεις του Μαλατέστα να ακούγονται τόσο μουσικές όπως εκείνη τη βραδιά γύρω από τη φωτιά, κουβεντιάζοντας με τους αγρότες του Ακολμάν, που έδειχναν να είναι οι ιδανικοί αποδέκτες της σκέψης του Ιταλού; Θα έπρεπε να υπάρχει κάπου χώρος για όλες αυτές τις αναμνήσεις, ένα σημειωματάριο, ένα βιβλίο με λευκές σελίδες, ένα ενυδρείο, μια τσέπη ενός γιλέκου.
«Ένα χαρτόκουτο για να φυλάς τους αποχαιρετισμούς» έλεγε κάνοντας τα έξι βήματα από τη μία άκρη στην άλλη του κελιού του, ενώ μεγαλοφώνως και χωρίς να σκέφτεται, απάγγελνε το μονόλογο του Σεγισμούντο, που τον είχε μάθει τυχαία όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ήθελε να τον ξεχάσει: «Ονειρεύομαι πως είμαι εδώ / μέσα στη φυλακή κλεισμένος / Και ονειρεύτηκα πως ήμουν αλλιώς και πιο ευτυχισμένος / Τι είναι η ζωή; Ένα παραλήρημα…»

του Paco Ignacio Taibo II από τον Περαστικό· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.