παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Για το Τείχος του Βερολίνου

13η 11ου της χρονιάς 2016 · ετεροφωνίες

του Νίκου Μπογιόπουλου

Τείχος Βερολίνου

Δεν υπάρχει επιτελείο προπαγάνδας που να μην έχει υπηρετήσει εκείνη την υπέροχη ρήση: «Ποτέ μην αφήνεις την πραγματικότητα να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία»… Πόσο «ωραία» όμως είναι η ιστορία που μας διηγούνται κάθε χρόνο τέτοια μέρα οι νικητές του «ψυχρού πολέμου» λόγω της επετείου από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου στις 9/11/1989;

(κι άλλο)

Αναγνώσεις μικρού μήκους στο βιβλιοκαφέ Έναστρον

09η 11ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

KerouacΑισθησιακές ιστορίες και κατά λάθος δολοφόνοι, Νέες Τάξεις Πραγμάτων, μονομαχίες, ο Κάφκα, ένας εξωγήινος κι άλλα σύντομα διηγήματα σας περιμένουν τη Δευτέρα 14.11 στις 8 μμ στο βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101, Αθήνα).

Επτά νέοι συγγραφείς στα πρώτα τους βήματα διαβάζουν κείμενά τους και μας καλούν να τους ακούσουμε. Συμμετέχουν: Χρήστος Δεμέτης, Νίκος Ηλιάδης, Γιώργος Καρακασίδης, Βασιλική Μαλέκα, Κώστας Μεγγησίδης, Νάνσυ Σιδέρη, Χριστίνα Σπηλιοπούλου.

Οικοδεσπότης ο συγγραφέας Βαγγέλης Μπέκας.

Το βιβλιογραφικό σαφάρι

01η 11ου της χρονιάς 2016 · ιδιοφωνίες

Η πρώτη φωτογραφία με βιβλία που βρήκα μπροστά μου.

Η πρώτη φωτογραφία με βιβλία που βρήκα μπροστά μου.


Κάνεις μεταπτυχιακό ή διδακτορικό και τραβάς τα μαλλιά σου από τη διαθεσιμότητα της ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας. Ψάχνεις ένα άρθρο, το βρίσκεις, διαβάζεις την περίληψη κι από κάτω «πέσε 25€ να το διαβάσεις όλο». Ψάχνεις ένα βιβλίο, το βρίσκεις στο άμαζον και η τιμή αγοράς είναι η ίδια με το να μετακομίσεις σε μαιζονέτα στη Βαρκελώνη με θέα τη Μεσόγειο. Χωρίς τα μεταφορικά. Αυτά είναι το πρώτο μοχίτο.

Θα σου πω εδώ τέσσερις μεθόδους, πρώτα μια φτηνή κι έπειτα τρεις δωρεάν, για να γλιτώσεις την εργασία σου από γελοιοποίηση και ταυτόχρονα το τρελάδικο, τα εσωτερικά σου όργανα και την ψυχική σου υγεία.

(κι άλλο)

Λίγες ανάσες

19η 09ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

ΜεταποίησηΕίναι κάτι στιγμές στο λαγούμι, όταν χτυπάει το τρυπάνι κι ίσα που βλέπεις τα ρούχα σου από τη σκόνη και τους ατμούς. Είναι λες και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από κει που τελεινώνεις εσύ. Κι όλα είναι κρύα και σκληρά. Ιδρώνεις γιατί δεν μπορεί να πάρει το πετσί σου ανάσα. Ιδρώνεις κι αντί να γίνεται μαλακό, ποτίζει ο ιδρώτας σίδερο κι είναι σαν να σε καλουπώνει ένα πράμα. Ξεχνάς ότι έχεις κορμί. Μόνο το κοπάνημα από το δράπανο υπάρχει. Και πρέπει να σε βγάλει κάποιος από το λαγούμι για να ζωντανέψεις πάλι. Ν’ αλλάξει η βάρδια και να ‘ρθούνε να σε βγάλουνε από το λαγούμι. Να βγεις πάνω και ν’ αρχίσεις να μιλάς, να θυμηθείς ότι είσαι άνθρωπος.
Στη βάρδια με άλλαζε πάντα ο Νίκος. Ερχότανε και μου χτυπούσε τον ώμο, γιατί όταν δούλευε η μηχανή ούτε τη φωνή σου δεν μπορούσες να ακούσεις. Και πάντα κρατούσε μια σακούλα πλαστική. Δυο μπουκάλια νερό και δυο καφέδες μέσα. Καθόμασταν μαζί για κάνα μισάωρο. Έκανε αυτός ένα τσιγάρο πριν πιάσει δουλειά, έπαιρνα εγώ λίγες ανάσες πριν σχολάσω. Τελειώναμε, του άφηνα το δεύτερο μπουκάλι κι έπαιρνα τα σκουπίδια στη σακούλα. Όχι ότι θα μας έλεγε κανένας τίποτα. Ποιος νοιάζεται για τα σκοτάδια. Τώρα τ’ αφήνω όλα εκεί, και, μόλο που είναι μόνο τα δικά μου, έχουν αρχίσει να γίνονται σωρός. Κι έτσι που τα κοιτάω, όλο μου ‘ρχεται να τους βάλω ένα φουρνέλο να τα τινάξω.
Λίγο πριν κοιμηθώ, σκέφτομαι αυτό συνέχεια. Στη σύραγγα μέσα, πίσω από το τρυπάνι, να ξεχνάνε να μ’ αλλάξουνε κι εγώ να δουλεύω και να σκάβω, κι όσο πιο βαθιά πάω, τόσο πιο πολλοί με ξεχνάνε. Κι εγώ σκάβω και πλημμυρίζω σίδερο.

απόσπασμα από το διήγημα Μεταποίηση του Δημοσθένη Παπαμάρκου από τη συλλογή διηγημάτων Μεταποίηση· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Ελαφρύς κι υπνωτιστικός παλμός.

06η 08ου της χρονιάς 2016 · βιβλιόφωνο

Μέρα με τη μέραΟ πατέρας του ήταν πενήντα χρονών αλλά έμοιαζε με εκατό.
Ποιος ξέρει τι σιωπή να επικρατεί στο κεφάλι του, σκέφτηκε ο Βιτόριο. Τι είδους σιωπή. Αν βουίζει, όπως συμβαίνει μερικές φορές, μπαίνει γεμίζοντας τ’ αυτιά σαν κέρινο βούλωμα, στην αρχή εισχωρεί απαλά σαν αέρινο πέπλο και μετά πυκνώνει, σφίγγει τις ίνες του και από δίχτυ μετατρέπεται σε πυκνό, συμπαγές κάλυμμα που πιέζει το τύμπανο κι εμποδίζει να περάσουν οι άλλοι θόρυβοι, τους καλύπτει με εκείνο το πυκνό σμήνος από σφήκες, με εκείνο το παθιασμένο, επίμονο τερέτισμα των γρύλων και των τζιτζικιών, με το οξύ και υστερικό τσιτσίρισμα του λαδιού που τηγανίζεται.
Μπορεί να είναι, όμως, μια υγρή σιωπή, από εκείνες τις μαύρες σιωπές που δημιουργούνται μέσα στο κεφάλι μας, ανάμεσα στα αυτιά, σε ένα ακαθόριστο σημείο στο κέντρο του εγκεφάλου, ένα μικροσκοπικό στίγμα, μια μικρή κηλίδα, ένα κενό που απλώνεται αργά αργά και στο μεταξύ απορροφά τα πάντα, τόνους, συχνότητες, δονήσεις, ηχοχρώματα, ψηλά και χαμηλά, λέξεις, ήχους, τα προσελκύει όλα και τα καταβροχθίζει σε μια μολυβένια δίνη, πυκνή, μουντή και σκιερή, μια μαύρη τρύπα που απλώνεται, γλιστρά μέχρι κάτω το λαιμό και τρώει την καρδιά, τα πνευμόνια, το έντερο και δεν βρίσκει πλέον άλλα όρια από το δέρμα, το άχρηστο δέρμα του σώματος.
Ή μάλλον όχι, είναι μια σταγόνα, μια σταγόνα που πέφτει και κατασταλάζει στην κορυφή του κρανίου, μέσα στο κεφάλι, σαν το νερό στο θόλο μιας σπηλιάς, φουσκώνει, κρέμεται, αποκολλιέται και κατακρημνίζεται με ταχύτητα κατά μήκος της ραχοκοκκαλιάς μέχρι που σκάει στο κάθισμα της πολυθρόνας, μέσα στο παντελόνι, σταθερή, ακριβής, συμπαγής, η μία σταγόνα μετά την άλλη, σαν διαπεραστικό καμπάνισμα που δεν λέει να σταματήσει, πάλλεται ελαφριά και υπνωτιστικά και στο μεταξύ συντονίζει πάνω του όλους τους θορύβους, τους αναμιγνύει και τους διαλύει, τους κάνει να γλιστράνε στο φόντο και τους αφανίζει, σαν ένα τρίγωνο σε συμφωνική ορχήστρα που επιμένει κι επιμένει κι επιμένει μέχρι που απομένει μόνο αυτό να αντηχεί με τη σταγόνα του.

του Κάρλο Λουκαρέλι από το Μέρα με τη μέρα· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.