παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Απογευματινό λάδι ραπτομηχανής

29η 07ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Ξύπνησα χωρίς άλλη επιλογή, όταν άκουσα το καζανάκι των απέναντι και μετά νερό να κατεβαίνει στην εξωτερική υδρορροή. Φαντάστηκα σκατά να κατεβαίνουν δυο ορόφους και να πέφτουν στην αποχέτευση, που δεν ήταν πολύ μακριά από τα όνειρα που έβλεπα εκείνο το μεσημέρι. Προσπάθησα να ανασάνω από τη μύτη, γιατί το στόμα μου ήταν ξερό κι η γλώσσα μου κολλούσε στα τοιχώματα και στον ουρανίσκο. Ο ανεμιστήρας είχε σταματήσει να γυρνάει πέρα δώθε κι έστελνε στον τοίχο πίσω μου ζεστό αέρα που μύριζε καμμένο λάδι ραπτομηχανής. Προσπάθησα να γυρίσω από την άλλη, αλλά με τύφλωσε η απογευματινή αντηλιά. Τέντωσα με το ζόρι το ένα πόδι κι έκλεισα τον ανεμιστήρα, έβγαλα και το άλλο και κάθισα στο κρεβάτι για να συγκεντρώσω τα μέλη μου. Ιδρώτας κύλισε σε στάλες από το σβέρκο μου στην πλάτη κι οι μασχάλες μου μύριζαν λες και περνούσα δεύτερη εφηβεία. Ήθελα νερό και λίγη σοκολάτα. Κι ένα παγωμένο μπάνιο. Έβαλα δύναμη στα πόδια και κατάφερα να σηκωθώ.

Το πάνω μέρος του ορίζοντα

26η 07ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Αργά το απόγευμα, όταν τα νερά σταμάτησαν να λάμπουν κι ο ήλιος πήγαινε να δύσει, βγήκε από τη θάλασσα με το παιδί της. Στήριξε το πορτοκαλί του σωσίβιο με δυο πέτρες, τον σκούπισε, του άλλαξε μαγιώ, του έβαλε φανελάκι και έτριψε τη μύτη της στη δική του. Τον ακούμπησε στην ψάθα της κι αυτός άρχισε να περιεργάζεται τα βότσαλα. Έβγαλε το πάνω μέρος του μαγιώ της και κάθισε ανάσκελα στην ξαπλώστρα. Έκλεισε τα μάτια και μύρισε με δυο βαθιές ανάσες τη μοναξιά της θάλασσας. Το χέρι της γλίστρησε στο πλάι κι ο μικρός το έπιασε και το έσφιξε. Τότε εκείνη τον σήκωσε και τον κράτησε στο στήθος της. Του χάιδεψε τα μαλλιά, του έδειξε μακριά, προς τον ήλιο που έδυε και κοίταξαν κι οι δύο με το ίδιο βλέμμα τον ορίζοντα σαν να τους ανήκε.

Τι ακούμπησα εγώ; Τι ακούμπησες εσύ;

26η 07ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

Σε ποιο σημείο αρχίζει η δυσαρέσκεια; Έχεις γύρω σου αρκετή ζεστασιά κι όμως κρυώνεις. Έχεις φάει καλά κι όμως σε κατατρώει η πείνα. Έχεις αγαπηθεί κι όμως λαχταράς ν’ ανοιχτείς σε νέες περιπέτειες. Κι όλα αυτά έρχεται να τα υποδαυλίσει, συνεχώς, ο χρόνος, ο άτιμος ο χρόνος. Τώρα, το τέλος της ζωής δεν είναι τόσο φοβερά απομακρυσμένο ―μπορείς να το δεις, όπως βλέπεις τη γραμμή του τερματισμού, όταν μπεις στην τελική ευθεία― και σκέφτεσαι, «Δούλεψα αρκετά; Έφαγα αρκετά; Αγάπησα αρκετά;» Όλ’ αυτά, βέβαια, είναι η πηγή της μεγαλύτερης κατάρας του ανθρώπου και ίσως της μεγαλύτερης δόξας του. «Ποιο ήταν το νόημα της ζωής μου μέχρι τώρα και ποιο θα μπορεί να είναι στα χρόνια που μου απομένουν;» Και τώρα ερχόμαστε μπροστά στο απαίσιο, το δηλητηριώδες κεντρί: «Τι ακούμπησα εγώ στο Μεγάλο Ζυγό; Τι αξίζω;» Και δεν είναι ούτε ματαιοδοξία ούτε φιλοδοξία. Οι άνθρωποι μοιάζουν να γεννιούνται κουβαλώντας ένα χρέος, που δεν θα μπορέσουν ποτέ να το ξεπληρώσουν, όσο κι αν προσπαθήσουν. Γιατί, είναι σαν να συσσωρεύεται συνεχώς μπροστά τους, πάντα, ένα βήμα πιο μπροστά από ‘κεί που ήδη βρίσκονται. Ο άνθρωπος χρωστάει κάτι στον άνθρωπο. Αν θελήσει ν’ αγνοήσει το χρέος, τότε αυτό τον δηλητηριάζει· αν, πάλι, θελήσει να το πληρώσει, τότε το χρέος συνεχώς αυξάνεται και το μέτρο που δείχνει την ποιότητα του ανθρώπου είναι η ίδια η ποιότητα των δώρων του.

του Τζων Στάινμπεκ από τη Γλυκιά Πέμπτη· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος.

Κοπάδια φάλαινες που όλο και ζυγώνουν.

16η 06ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

ΣτοιχείαΣαν γιγάντιοι κορμοί δέντρων, που πέφτουν και κατρακυλούν στα νερά του αφρισμένου χειμάρρου, έτσι σηκώνονται τα γκρίζα κύματα και προχωρούν, ώσπου με γδούπο σκάνε στην ακτή. Το νερό έχει φουρτουνιάσει, στροβιλίζεται, χτυπιέται, υψ΄νεται σε πυκνά πέπλα βροχής κατά μήκος της παραλίας· ο ήλιος από πάνω τους τα κάνει ν’ αστράφτουν σ’ όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Ως τη γραμμή του ορίζοντα, ο άνεμος ζωγραφίζει στη ράχη των κυμάτων άσπρες γραμμές, που μοιάζουν με κοπάδια φάλαινες που όλο και ζυγώνουν: μια βουτάνε κάτω απ’ την επιφάνεια του νερού, μια βγαίνουν στον αφρό. Το θέαμα σε γεμίζει ευφορία και με μια λυτρωτική, ευεργετική αίσθηση ελευθερίας. Τα γιοτ, με την πλώρη κόντρα στον αέρα, κλυδωνίζονται πάνω στο νερό, κάνοντας τους κάβους τους να τεντώνονται. Λίγοι είναι αυτοί που τόλμησαν ν’ ανοιχτούν με τις ιστιοσανίδες τους. Ακόμα πιο μακριά, ένα καϊκάκι χοροποηδάει σαν καρυδότσουφλο στο κύμα, κινδυνεύοντας να τουμπάρει κάθε φορά που σηκώνεται ψηλά. Ελπίζοντας πως θα δουν με τα μάτια τους κάπου δυστύχημα, πολλοί στέκουν στην παραλία και κοιτάζουν. Όμως, τίποτα δεν γίνεται. Παρά τον αέρα, που σηκώνει την άμμο ψηλά, η αμμουδιά είναι γεμάτη κόσμο. Οι ομπρέλες είναι κλειστές· γυμνόστηθες γυναίκες κυνηγάνε τα φουσκωτά μαξιλαράκια που τους τα πήρε ο άνεμος· παιδιά παίζουν άκρη άκρη, εκεί όπου σκάει το κύμα, με γέλια και φωνές. Το «Anything Goes» έχει γίνει άφαντο. Το βλέμμα σου πέφτει στο σημείο όπου βρισκόταν μέχρι χτς, και νιώθεις κι εσύ λιγάκι πιο μόνος.

του Χάρι Μούλις, από τα Στοιχεία· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Το ιστιοφόρο στο βάθος.

14η 06ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Σηκώνεις τα μάτια από το βιβλίο γιατί σε καίει ο ήλιος. Δεν έχεις χώρο να πας πιο πίσω στο βράχο. Παίρνεις το μπλουζάκι σου και σκεπάζεις τα γόνατά σου. Βυθίζεις τις πατούσες σου στην άμμο. Σε λίγο θα φύγεις, πλησιάζει η ώρα. Δίπλα σου παρατημένες πετσέτες, πιο δίπλα μια ψάθα, τσάντες κι από την άλλη μια ομπρέλα με ένα ραδιοφωνάκι στη σκιά της. Κάποιος κλαίγεται μέσα από το μεγάφωνο, μα κανείς δεν τον ακούει. Περνάει ένα μωβ υφασμάτινο βραχιόλι σε έναν καρπό, σε ένα χέρι που δεν θα σε αγγίξει ποτέ. Ένα ξανθό αγοράκι με παιδική κοιλιά παίζει μπάλα με τους γονείς του στα ρηχά. Η μητέρα του φοράει γυαλιά καθρέφτες κι ο πατέρας έχει μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό που πάει πέρα δώθε. Κάποιος ζητά από το διπλανό του αμμωνία, γιατί κάτι τον τσίμπησε. Μια κυρία, μακριά πια από τη νεότητά της, περπατά ανάποδα φορώντας κίτρινα βατραχοπέδιλα, ένα χρώμα που δεν θα φόραγες ποτέ εσύ. Νέες κοπέλες βγάζουν τα σορτσάκια τους συζητώντας για αντιηλιακά· προσφορές, ποιο είναι λιγότερο λιπαρό και ποιο θα τις βγάλει μέχρι το Σεπτέμβρη. Στα βαθιά κυλάει ένα ιστιοφόρο σαν αυτά που ζωγραφίζατε στο σχολείο, αυτά που των συμμαθητών σου ήταν πιο όμορφα από τα δικά σου. Πιο βαθιά ένα φορτηγό προσπερνάει. Νομίζεις πως δεν κουνιέται, αλλά γυρνάς το κεφάλι σου αφού έχεις μαζέψει τα πράγματά σου κι έχει μετακινηθεί λίγο. Ακόμα το προλαβαίνεις, και χωρίς να βιαστείς. Μπορείς να φας με την ησυχία σου το μεσημέρι. Ίσως και να κοιμηθείς λίγο μετά.