παυσίφωνο halting the mouth, prefixing the eye, in Unicode UTF-8 encoding

Η καταστροφική ψευδαίσθηση του αυτοελέγχου

19η 05ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουνΗ ενηλικίωση φέρνει μαζί της την καταστροφική ψευδαίσθηση του αυτοελέγχου, ίσως δε να εξαρτάται κι απ’ αυτήν. Εννοώ την αυταπάτη ότι εξουσιάζουμε τη ζωή μας, που μας επιτρέπει να νιώθουμε ενήλικες, καθότι συναρτάμε την ωριμότητα με την αυτονομία, το κυρίαρχο δικαίωμα να καθορίζουμε τι θα μας συμβεί μετά. Η απομάγευση έρχεται αργά ή γρήγορα, αλλά πάντα έρχεται, δεν είναι ασυνεπής στο ραντεβού, ποτέ δεν ήταν. Όταν έρχεται, τη δεχόμαστε χωρίς πολλή έκπληξη, γιατί κανένας που έχει ζήσει αρκετά δεν μπορεί να ξαφνιαστεί με τη διαπίστωση ότι η ζωή του έχει διαμορφωθεί από μακρινά γεγονότα και ξένες βουλήσεις, με ελάχιστη ή μηδαμινή συμβολή των δικών του αποφάσεων. Αυτές οι μακρές διαδικασίες που συναντάμε στη ζωή μας ―πότε για να της δώσουν την ώθηση που χρειάζεται, πότε για να κάνουν θρύψαλλα τα πιο λαμπρά μας σχέδια― τείνουν να μείνουν κρυφές σαν υπόγεια ρεύματα, σαν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις τεκτονικών πλακών, κι όταν τελικά γίνει ο σεισμός, επικαλούμαστε τις λέξεις που έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε για να εφησυχάζουμε: ατύχημα, σύμπτωση, καμιά φορά και μοίρα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια αλυσίδα συγκυριών, ένοχων σφαλμάτων ή ατυχών αποφάσεων, οι συνέπειες των οποίων με περιμένουν στη γωνία· και παρ’ όλο που το ξέρω, παρ’ όλο που έχω τη δυσάρεστη βεβαιότητα ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν και θα με επηρεάσουν, δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τα αποτρέψω. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να καταπολεμήσω τις συνέπειές τους: να ελαχιστοποιήσω τις ζημιές, να μεγιστοποιήσω τα οφέλη. Το ξέρουμε, το ξέρουμε πολύ καλά· παρ’ όλα αυτά, πάντα τρομάζουμε όταν κάποιος μας αποκαλύπτει αυτή την αλληλουχία που μας έχει διαμορφώσει, κι είναι πάντα ανησυχητικό να διαπιστώνουμε, όταν άλλος είναι αυτός που μας τον αποκαλύπτει, τον ελάχιστο ή μηδαμινό έλεγχο που ασκούμε στην ίδια την εμπειρία μας.

του Juan Gabriel Vásquez από τον Ήχο των πραγμάτων όταν πέφτουν· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Θά ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρά μου.

16η 05ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

skiaΘα μ’ άρεσε νά ‘χα ταξιδέψει σε όλα τα καράβια που φόρτωσα, σε όλα τα καράβια μ’ όλους εκείνους τους επιβάτες που βοήθησα ν’ αποβιβαστούν, κουβαλώντας βαλίτσες γεμάτες πολύχρωμες ετικέτες ξενοδοχείων, τελωνείων, σιδηροδρομικών γραμμών. Θα μ’ άρεσε νά ‘χα ανέβει σ’ αυτούς τους άσπρους όγκους που λαμποκοπάνε στον ήλιο και νά ‘χα φύγει.

Εγώ δεν είμαι από ‘δώ. Δεν είμαι απ’ αυτή τη γη όπου γεννήθηκα· και στη ζωή μαθαίνεις, μαθαίνει αυτός που θέλει να μάθει, ότι κανένας δεν είναι από κει που γεννήθηκε, από κει που τον μεγάλωσαν. Ότι κανένας δεν είναι από πουθενά. Μερικοί προσπαθούν να συντηρήσουν τις αυταπάτες και δημιουργούν νοσταλγίες, ιδιοκτησίες, ύμνους και σημαίες. Ανήκουμε όλοι στους τόπους που δεν γνωρίσαμε. Αν υπάρχει νοσταλγία, είναι για τα πράγματα που ποτέ δεν είδαμε, για τις γυναίκες που μαζί τους δεν κοιμηθήκαμε κι ούτε ονειρευτήκαμε και για τους φίλους που δεν αποκτήσαμε ακόμα, τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, τα φαγητά που αχνίζουν στη χύτρα κι ακόμα δεν τα δοκιμάσαμε. Αυτή είναι η αληθινή νοσταλγία, η μοναδική.

Και μαθαίνεις ακόμα πως κάποια στιγμή ο δρόμος στράβωσε, και πως τρα πράγματα δεν θά ‘πρεπε νά ‘ναι έτσι. Κανένας δεν θά ‘πρεπε να τρώει ρύζι με μαμούνια και μισοσαπισμένο καλαμπόκι στις περιοχές με τα διυλιστήρια, πληρώνοντας τρεις φορές πάνω την τιμή τους γιατί τα μαγαζιά τα διαχειρίζονται οι εταιρείες· κανένας δεν θά ‘πρεπε να παλεύει μες στη βροχή για να κλείσει τις βαλβίδες στο φρέαρ επτά· να τσαλαβουτάει στη λάσπη της ζούγκλας με τους αγωγούς, ν’ ανατινάζει με δυναμίτη, να κοιμάται στο υγρό έδαφος, να του βγαίνει η ψυχή την ώρα που ο εργοδηγός τρώει ζαμπόν και βούτυρο από δυο κονσέρβες που εμείς τις μεταφέραμε ως εκεί· και το αφεντικό, ακόμα πιο μακριά από μας, να κοιμάται σε κρεβάτι δίχως να μας ξέρει, δίχως ν’ αναγνωρίζει πως από μας πηγάζει όλη του η ευημερία κι η εξουσία, δίχως να μαντεύει πως εμείς είμαστε τα μυρμήγκια που σπρώχνουν με τους ώμους τους την άνοδο των μετοχών του στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Γι’ αυτό δεν θέλω ν’ ανέβω σ’ αυτά τα άσπρα, τ’ αστραφτερά καράβια, γιατί θά ‘πρεπε να πληρώσω τα όνειρά μου δουλεύοντας έντεκα ώρες τη μέρα καμαρότος, γυαλίζοντας στις σκάλες τις στιλπνές μπρούντζινες κουπαστές, ιδρώνοντας στις κουζίνες μες στους ατμούς. Γι’ αυτό τα καράβια είναι μακριά, κι εγώ τα βλέπω να έρχονται και να φεύγουν απ’ όλα τα λιμάνια, απ’ όλα τα όνειρα, απ’ όλες τις νοσταλγίες.

του Paco Ignacio Taibo II από τη Σκιά της Σκιάς· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Συζήτηση με μια θερμάστρα

19η 04ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

«(…) Για πέστε μου όμως, Φραγκλίνε, πώς γίνεται μια ιταλική θερμάστρα νά ‘χει αμερικάνικο όνομα; Δεν είναι παράξενο;»
« Παράξενο; Όχι, αυτός είναι, ξέρετε, ένας από τους απόρρητους φυσικούς νόμους, ο νόμος των παραπομπών και των υποκατάστατων. Οι δειλοί λαοί έχουν τραγούδια που εκθειάζουν το θάρρος. Οι ανέραστοι λαοί θεατρικά έργα που εκθειάζουν τον έρωτα. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς τις θερμάστρες. Οι ιταλικές θερμάστρες έχουν τις περισσότερες φορές αμερικανικά ονόματα, όπως οι γερμανικές ελληνικά. Είναι γερμανικές και, πιστέψτε με, δε ζεσταίνουν περισσότερο από μένα, τις ονομάζουν όμως Εύρηκα, Φοίνιξ ή Ο αποχαιρετισμός του Έκτορος. Ξυπνούν ένδοξες αναμνήσεις. Έτσι κι εγώ λέγομαι Φραγκλίνος. Θερμάστρα είμαι, έχω όμως και προδιαγραφές πολιτικού. Το στόμα μου είναι μεγάλο, ξοδεύω πολλή ενέργεια, ζεσταίνω λίγο, βγάζω καπνό από ένα σωλήνα, έχω καλό όνομα και ξυπνώ ένδοξες αναμνήσεις. Δεν είναι και λίγα».

του Herman Hesse από Τα παραμύθια· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη.

Σεγοντάροντας τον άνεμο, σκυμμένοι στα κουπιά.

20η 03ου του σωτηρίου έτους 2015 · βιβλιόφωνο

λαθρεμπόριοΌλα γύρω έμοιαζαν να εναρμονίζονται με το ξύπνημα του «La Buena Ventura». Παρ’ όλο που δεν είχαμε ακόμα απομακρυνθεί απ’ την πόλη, αρχίζαμε ήδη να ζούμε σ’ έναν άλλο κόσμο, διαφορετικό απ’ αυτόν της στεριάς· έναν κόσμο ερμητικό και μυστηριώδη, κλειδωμένο για τους αργόστροφους ή τους επιπόλαιους που μπορεί να τον θεωρούν μονότονο, επιφανειακό και ξένο, παρά τη συνταρακτική ζωή του, την πολυμορφία του και την άπειρη χρωματική του ποικιλία· έναν κόσμο αχανή σαν τη φιλοδοξία, προκλητικό σαν την ηδονή, παρθένο, ανεξερεύνητο και αεικίνητο σαν την ίδια τη ζωή· έναν κόσμο που, όπως ακριβώς τη ζωή, τον αγαπάς, τον μισείς, και τον φοβάσαι· τον ταυτόχρονα πολλαπλό και ενιαίο κόσμο με τα ευμετάβολα νερά, τα ζεστά χρώματα, τις λεπτές αποχρώσεις, τις φευγαλέες ίριδες, τον αφρό που είναι απείρως πιο εύθρυπτος από το ροδοπέταλο ή τη δαντέλα, τα λυγερά και τα φουσκωμένα κύματα που χαϊδεύουν και εκνευρίζουν, τις φονικές και αμείλικτες φουρτούνες, τις εκκωφαντικές και τρομαχτικές συμφωνίες, τα νανουρίσματα· τον κόσμο με τα σιωπηλά ατσάλινα σαγόνια που σκοτώνουν απροειδοποίητα· τον κόσμο της υποκρισίας και του μιμητισμού, της άπειρης υπομονής του στρειδιού, της ακόρεστης λαιμαργίας του καρχαρία, της ακατανίκητης δύναμης της φάλαινας, της ανυπεράσπιστης αδυναμίας ―χωρίς καν την άμυνα της κραυγής― της σαρδέλας και της ρέγκας· έναν κόσμο πρωτεϊκό και συγκεχυμένο, ερμητικό και μυστηριώδη: τον κόσμο της θάλασσας.

Κι αυτός ο κόσμος, τώρα, ξυπνούσε και ζωντάνευε, απαντώντας στο κάλεσμα του πρωινού. Δώδεκα-δεκατέσσερα ψαράδικα, με ορθάνοιχτα πανιά, ξανοίγονταν στη θάλασσα. Ήταν οι ψαράδες της Πούντας που, στωικοί και απαυδισμένοι, ξεκινούσαν για το σκληρό μεροκάματο που μετά βίας θα έφτανε το ένα πέσο για τον καθένα. Κάποιοι σεγόνταραν τον άνεμο, σκυμμένοι στα κουπιά τους, στον κεντρικό πάγκο· άλλοι, σε πιο βαριά πλεούμενα, κωπηλατούσαν όρθιοι, με αναλλοίωτο ρυθμό. Στους πάγκους της πλώρης, έβλεπες τα ανθεκτικά κασόνια για τους αστακούς, μπογιατισμένα κόκκινα· και κάτω από την κουπαστή, αραδιασμένα το καμάκι, ο γάντζος και τα παραγάδια. Απ’ τη μια βάρκα στην άλλη πετάγονταν πρόστυχα πειράγματα, χυδαία σαν πορνογραφικά καρτ-ποστάλ, που σχεδόν όλα περιείχαν ομοφυλοφιλικούς υπαινιγμούς.

(…)

Ο ήλιος, ζεματιστός και τώρα στρογγυλός σαν φινιστρίνι που μόλις είχε γυαλιστεί, έβαφε χρυσαφιά τα σύννεφα. Τεράστιες τούφες βαμβάκι, με διαμάντινο περίγραμμα και μολυβένιο κέντρο, απλώνονταν μακριά, πάνω απ’ το νερό. Το πρωινό ήταν διάφανο σαν την πιο αγνή προαίρεση. Και καθώς η ζωή, επιβάλλοντας τους νόμους της, ήθελε να χαλάσει αυτήν την αγνότητα, έξι πελεκάνοι αποδεκάτιζαν τα κοπάδια σαρδέλες που, το ξημέρωμα, έψαχναν στον όρμο κάπου να κρυφτούν από τους πιο θανάσιμους εχρθούς τους.

του Ενρίκε Σέρπα, από το Λαθρεμπόριο· κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Opera

Συνέντευξη με ένα βρυκόλακα: την πολυεθνική.

30η 01ου του σωτηρίου έτους 2015 · ιδιοφωνίες

Dilbert comic

Ας υποθέσουμε πως για τους δικούς σας λόγους, αυτούς για τους οποίους δεν μας πέφτει εμάς ο δικός μας, αποφασίσατε να στείλετε το βιογραφικό σας σε πολυεθνική, απαντώντας στην αγγελία «Μεγάλη πολυεθνική εταιρεία στο χώρο ζητά νέους-νέες έως 14 ετών για πλήρη απασχόληση. Ευκαιρίες εξέλιξης. Τιμαί λογικαί». Όποιο ακέραιο πολλαπλάσιο (μεγαλύτερο του 1) της παραπάνω ηλικίας και αν είναι η δική σας, οι παρακάτω επτά απλές οδηγίες θα σας βοηθήσουν να βγείτε αλώβητοι από μια τέτοια δοκιμασία, για να συνεχίσετε απρόσκοπτοι τη ρεμπελοζωή σας.

1. Μην κοιτάτε πάνω.
Από τη στιγμή που θα πλησιάζετε στο οικοδομικό τετράγωνο που είναι χτισμένη η εταιρεία, θα νιώσετε να σας παρακολουθούν. Αυτό είναι αληθινό, γιατί πράγματι σας παρακολουθούν.
Φτάστε στην είσοδο, ρωτήστε το φύλακα με το lvl 100 armor πού πρέπει να πάτε, κι όσο σάς απαντάει βήξτε γυρίζοντας από την άλλη. Το μάτι σας θα πιάσει τουλάχιστον τρεις κάμερες σε διάφορα σημεία, χωρίς καν να προσπαθήσετε.
Παρόλα αυτά αποφύγετε να τις κοιτάτε και να τις μετράτε, εκτός κι αν φοράτε καθρεφτιζέ γυαλιά ηλίου ή αν είστε αλήθωροι. Σας παρακολουθούν ο υπεύθυνος ασφαλείας, ο προϊστάμενός του, ο υφιστάμενός του, ο μεγάλος αδελφός, η μεγάλη αδελφή, τα μικρότερα αδέρφια τους, τα μπατζανάκια τους, η NSA κι ένας ρώσος χάκερ που τρώει χάμπουργκερ και τον παίζει μπροστά στην οθόνη (όχι με εσάς): του πούστη, κάποιος απ’ αυτούς θα θεωρήσει ότι είστε τρομοκράτης και το λιγότερο θα είναι να σας απαγορεύσει την είσοδο στα premises. Το περισσότερο θα είναι να σας απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα.
Αγνοείστε λοιπόν τις κάμερες και να θυμάστε ότι είναι εκεί για την ασφάλειά τους. Κοιτάτε μπροστά, εκεί που πηγαίνετε. Δίνει στους άλλους την εντύπωση ότι έχετε κάποια δουλειά και αποφεύγουν να σας ενοχλούν. Το έμαθα στο στρατό αυτό. Πιάνει σε όλους (από αντισυνταγματάρχη και κάτω).

Δώσε κι άλλο!